H Βιώσιμη Επενδυτική Δυναμική υπερβαίνει τη στενή ποσοτική ανάγνωση των κεφαλαιακών ροών και στην ουσία ορίζεται ως η ικανότητα μιας οικονομίας να προσελκύει, να διατηρεί και να αξιοποιεί κεφάλαια που παράγουν μακροχρόνια οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική αξία. Στην ελληνική περίπτωση, η βιωσιμότητα της επενδυτικής τροχιάς συνιστά ριζικό ποιοτικό και διαρθρωτικό μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου, ο οποίος επιδιώκει να ευθυγραμμίσει τη μεγέθυνση με τη θεσμική ανθεκτικότητα, την κοινωνική συνοχή και την οικολογική ισορροπία. Καθοριστική σημασία έχει το γεγονός ότι οι διαρθρωτικές αδυναμίες της χώρας οργανώνονται σε ένα σύστημα αλληλοτροφοδοτούμενων περιορισμών που παγιδεύει την οικονομία σε μια σταθερή αλλά υποδεέστερη ισορροπία χαμηλής επίδοσης, όπου οι μεταρρυθμίσεις σε έναν μόνο τομέα αδυνατεί να παραγάγει διαρκή αποτελέσματα.

Ο πρώτος πυλώνας της βιώσιμης επενδυτικής δυναμικής αφορά τη γεφύρωση του επενδυτικού κενού και την ποιοτική αναβάθμισή του. Η ελληνική οικονομία εμφανίζει επίμονο έλλειμμα επενδύσεων της τάξης του 8% του ΑΕΠ έναντι του μέσου όρου της ΕΕ-27, με τον δείκτη επενδύσεων στο 15,2%-15,3% του ΑΕΠ το 2023 έναντι 21,2%-21,9% στην Ευρωζώνη. Η υστέρηση αποδίδεται πρωτίστως στον ιδιωτικό τομέα (6,4% του ΑΕΠ την τελευταία εικοσαετία έναντι 12,4% στην ΕΕ-27), ο οποίος αντιμετωπίζει επίμονο χρηματοδοτικό κενό. Η βιωσιμότητα προϋποθέτει τη μετατόπιση από τις μη παραγωγικές τοποθετήσεις – κυρίως την κατοικία (2,3% του ΑΕΠ το 2024 έναντι 5,4% στην ΕΕ) – προς παραγωγικό εξοπλισμό, άυλα στοιχεία και ψηφιακές τεχνολογίες, με ανάλογη ανακατεύθυνση των αναιμικών Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (1,1% του ΑΕΠ έναντι 3,7% στην ΕΕ) από τις εξαγορές, τις ιδιωτικοποιήσεις και τα ακίνητα προς νέες παραγωγικές μονάδες.

Ο δεύτερος πυλώνας συνδέεται με την υπέρβαση της παγίδας μέσης τεχνολογίας, δηλαδή της επάρκειας στην υιοθέτηση ώριμων τεχνολογιών και της υστέρησης στην εγχώρια παραγωγή καινοτομίας. Καθώς κάθε άνοδος της ζήτησης μεταφράζεται σε απότομη διαρροή εισαγωγών, η επενδυτική στροφή οφείλει να κατευθύνεται σε κλάδους υψηλότερης οικονομικής πολυπλοκότητας και εγχώριας προστιθέμενης αξίας. Η υπερεξάρτηση από τον τουρισμό στρέφει το πλεόνασμα προς μη εμπορεύσιμους τομείς, αποδυναμώνοντας τη μεταποίηση. Οι πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις οφείλουν επομένως να σχεδιάζονται ώστε να μειώνουν το κόστος παραγωγής των εμπορεύσιμων δραστηριοτήτων, θωρακίζοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Ο τρίτος πυλώνας θεμελιώνεται στη θεσμική αξιοπιστία και στον περιορισμό του συστηματικού κινδύνου. Η αστάθεια των κανόνων, η γραφειοκρατία και η αναζήτηση προσόδων αυξάνουν το κόστος του κεφαλαίου και συντομεύουν τον χρονικό ορίζοντα των αποφάσεων. Η ριζική απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών, η σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου και η ισότιμη εφαρμογή των κανόνων λειτουργούν ως πολιτικές «no-regrets», αποδεσμεύοντας ιδιωτικά κεφάλαια και επιμηκύνοντας την περίοδο ωρίμανσης των επενδύσεων. Να σημειωθεί ότι ισχύει η υπόθεση της εθνικής ασφάλειας και ότι ο συστηματικός κίνδυνος δεν επηρεάζεται από την πηγή αυτή.

Ο τέταρτος πυλώνας εδράζεται στο ανθρώπινο δυναμικό και στη δίκαιη μετάβαση. Η δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση (3,8% του ΑΕΠ το 2022 έναντι 4,7% στην ΕΕ), η υγεία και η διά βίου μάθηση αντιμετωπίζονται ως οικονομικές επενδύσεις παραγωγικότητας, ενώ η αναστροφή του brain drain και η άμβλυνση των στρεβλώσεων – όπως στις Ενεργειακές Κοινότητες, όπου άνω του 95% της ισχύος αφορά εμπορικά έργα – διασφαλίζουν ότι τα οφέλη δεν συγκεντρώνονται σε λίγους, αποτρέποντας τη δημιουργία «ζωνών θυσίας» στις λιγνιτικές περιοχές.

Θα πρέπει να γίνει πλέον κατανοητό ότι οι μονομερείς μεταρρυθμίσεις προσκρούουν στην αντίσταση του συστήματος, καθώς οι τέσσερις πυλώνες που χαρακτηρίζουν το Ελληνικό πρότυπο – ρυθμιστικός καπιταλισμός, τεχνολογική παγίδα, χαμηλή εμπιστοσύνη και υψηλός κίνδυνος – αναπαράγονται μέσω αμοιβαίων ανατροφοδοτήσεων. Η έξοδος απαιτεί, συνεπώς, συντονισμένη συνολική αλλαγή, που θα επηρεάζει ταυτόχρονα και τους τέσσερις μηχανισμούς και θα στηρίζεται στην κατακτημένη δημοσιονομική ισορροπία. Με τη σειρά της στηρίζει κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια, ενώ η αύξηση του δημοσιονομικού κινδύνου την ακυρώνει.

Η Βιώσιμη Επενδυτική Δυναμική στην Ελλάδα συνιστά τη μετάβαση από ένα συγκεντρωτικό πρότυπο χαμηλής προστιθέμενης αξίας σε ένα αποκεντρωμένο, δίκαιο σύστημα, το οποίο ανακατευθύνει τα κεφάλαια σε παραγωγικές, πράσινες και ψηφιακές δραστηριότητες υψηλής πολυπλοκότητας με εξαγωγικό προσανατολισμό, υψηλή ενεργειακή αποδοτικότητα και βασικό μοχλό την παραγωγικότητα, ικανό να υποστηρίζει διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη. Ουσιαστικά θα πρέπει να προχωρήσουμε από την Απορρόφηση των Πόρων στην Αποτελεσματικότητα της Κατανομής τους. Πρόκειται για συνεκτικό πλέγμα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων που στηρίζεται στη θεσμική αξιοπιστία, στην αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού, στην κοινωνική δικαιοσύνη και στη βελτίωση της ευημερίας, του οποίου η ουσία τεκμηριώνεται όχι από μεμονωμένα μεγέθη, αλλά από τη διάρκεια της επίδοσης, τον ορθό μηχανισμό επίτευξης και τη συνδυαστική πρόοδο προς επαληθεύσιμα ορόσημα. Η στρατηγική αυτή προσέγγιση μετατοπίζει το επίκεντρο από το ύψος των δαπανών στον διαρθρωτικό μετασχηματισμό που επιτυγχάνεται μέσω της αξιοποίησής τους.

Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 27 Σεπτεμβρίου 2026