Οράματα θολά στα κατάπληκτα μάτια μας
γυρίζουν σε πράγμα,
και πάλι μακραίνουν αλλάζοντας
Ν.Μ. Νικολίτσης, Πυήματα
Επειδή πολλά έχουν γραφτεί για τις πρόσφατες δολοφονίες γυναικών, θα ήθελα να προσθέσω κάποιους συλλογισμούς:
1. Ασφαλώς πρόκειται για ένα κοινωνικά αρνητικό και οικογενειακά τραγικό φαινόμενο, για τις βαθύτερες αιτίες του οποίου πρέπει η Βουλή, τα αρμόδια Υπουργεία και οι λοιποί κοινωνικοί φορείς να συγκροτήστουν επιτροπές ειδικών, για να το μελετήσουν.
2. Προφανώς δεν πρόκειται για κάποια «κολλητική ή μεταδοτική επιδημία», άρα οι γενικεύσεις δεν προσφέρουν κάτι σημαντικό. Θυμίζω ότι οι δράστες διαφέρουν ως προς την ηλικία, το θρήσκευμα,την εθνική καταγωγή, το μορφωτικό επίπεδο, το επάγγελμα κ.λπ., ενώ δεν προκύπτει στατιστικά κάποιο ειδικό ύψος υποτροπής [με την έννοια ότι ο γυναικοκτόνος μετά την έκτιση της ποινής του δολοφονεί και την άλλη γυναίκα του, επειδή απλώς είναι «γυναίκα»].
Προφανώς η υπόθεση των serial killers κατά γυναικών δεν εντάσσεται στην ίδια εγκληματοποινική λογική.
3. Κάθε περίπτωση πρέπει να εξεταστεί εξειδικευμένα, γιατί, ενώ το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, τα κίνητρα, οι σχέσεις, το πλαίσιο, τα οποία θα φωτίσουν το συγκεκριμένο έγκλημα, πιθανότατα διαφέρουν [π.χ. κάποιος σκότωσε την ερωμένη κι όχι τη σύζυγό του].
4. Ο όρος «γυναικοκτονία», ενώ σε συμβολικό ή και εγκληματολογικό επίπεδο έχει την ειδική βαρύτητά του, σε αυστηρώς δογματικό ποινικό [αλλά και αξιακό] επίπεδο δημιουργεί προβλήματα. Όχι μόνο διασπάει την ενότητα του όρου «ανθρωποκτονία» σε επιμέρους αξιολογήσεις [π.χ. μόνον η «γυναικοκτονία» θα τιμωρείται αυστηρότερα και όχι η δολοφονία ανυπεράσπιστου παιδιού ή ΑΜΕΑ;], αλλά και προκαλεί συγχύσεις ταυτοτήτων. Νομίζω ότι καλύτερη λύση θα ήταν η επιβαρυντική περίπτωση στη δικαστική επιμέτρηση της ποινής [άρθρο 79 & 3 Π.Κ.] παρά η ψήφιση «ιδιώνυμου» [τα οποία πάντοτε λειτούργησαν αρνητικά στην ποινική, και όχι μόνον, ιστορία].
Άλλωστε, στα εγκλήματα αυτά δεν είναι η αύξηση της ποινής που θα σταματήσει το χέρι του δολοφόνου, αλλά η πρόληψη και η αποτροπή.
5. Δεν νομίζω ότι προσφέρει κάτι θετικό η «θεωρητικοποίηση» του φαινομένου [π.χ. ανδρόσφαιρα ή τοξική αρρενωπότητα], αφενός διότι όλοι οι άνδρες δεν είναι «κυριαρχικοί», ούτε όλες οι γυναίκες «υποτακτικές» [γυναικόσφαιρα;] κι αφετέρου διότι η ab initio δημιουργία κλίματος καχ-υποψίας σε ένα ζευγάρι μόνον καλό δεν θα κάνει στη σχέση.
6. Πρέπει να αρνηθούμε:
-την ΑΝΟΧΗ που πολλές φορές δείχνει το κακοποιημένο θύμα και δεν καταγγέλει αμέσως τη βία, με συνέπεια να γίνει σύντομα δολοφονημένο θύμα
-την ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ των μελών της οικογένειας που βλέπουν και δεν μιλάνε
-την ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ της γειτονιάς και της μικροκοινωνίας που ξέρουν αλλά δεν ανακατεύονται
-τη ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ των υπηρεσιών ή των Αρχών που ταλαιπωρούν με περιττές διαδικασίες τα προσφεύγοντα θύματα
-την πολύ κακή και άδικη αντίληψη υποψίας blame the victim.
Δεν νοείται κανένας συμψηφισμός ευθυνών ανάμεσα στον θύτη και το θύμα. Ο ένας είναι δολο-φόνος και η άλλη νεκρή.
Πιστεύω ότι στην εγκληματολογική επιστήμη δεν αρκούν γενικές αναφορές σε «πατριαρχία, νοσηρή ανδροκρατία κ.λπ.». Χρειάζεται βαθύτερη και χωρίς κανενός είδους προκατάληψη προσέγγιση του φαινομένου, μακριά από βιολογισμούς, ψυχολογισμούς, αλλά και πολιτικο-νομικούς λαϊκισμούς.