Περίληψη

Το παρόν άρθρο διερευνά σημαντικές διαστάσεις της υποκειμενικής ευημερίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2019-2025, μια εποχή έντονων διεθνών προκλήσεων (πανδημία, γεωπολιτικές αναταράξεις, πληθωρισμός). Με αφετηρία τη διαπίστωση ότι οι παραδοσιακοί οικονομικοί δείκτες αδυνατούν να αποτυπώσουν πλήρως την ανθρώπινη ευημερία, υιοθετείται μια ολιστική προσέγγιση, εξετάζοντας την ικανοποίηση από τη ζωή και τα κυρίαρχα συναισθήματα. Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν ότι η ικανοποίηση από τη ζωή και το επίπεδο ευτυχίας παρέμειναν σχετικά σταθερά, με μια κάμψη το 2020 στο επίπεδο ευτυχίας και το 2022 στην ικανοποίηση από τη ζωή. Η στατιστική ανάλυση αποκαλύπτει ότι η ηλικία, η κοινωνικοοικονομική τάξη και το προφίλ λήψης αποφάσεων αποτελούν παράγοντες διαφοροποίησης. Τα ευρήματα υποστηρίζουν την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις που θέτουν την ποιότητα ζωής στο επίκεντρο, λαμβάνοντας υπόψη τη σύνθετη αλληλεπίδραση κοινωνικών, δημογραφικών και συμπεριφορικών μεταβλητών για την επίτευξη της ευημερίας.

Λέξεις Κλειδιά: Υποκειμενική ευημερία, ικανοποίηση από τη ζωή, συναισθήματα.

Κωδικοί JEL: D60, I31.

1. Εισαγωγή

Η υποκειμενική ευημερία, με κύριο δείκτη την ικανοποίηση από τη ζωή, αποτελεί βασικό αντικείμενο οικονομικής και κοινωνικής ανάλυσης. Σύμφωνα με τους Diener et al. (1998), ως υποκειμενική ευημερία (subjective well-being) ορίζεται η αξιολόγηση και αποτίμηση που κάνει ένα άτομο σχετικά με τη ζωή του. Η αξιολόγηση αυτή ενδέχεται να περιλαμβάνει τόσο γνωστικές καταστάσεις, όπως η ικανοποίηση από τον γάμο, την εργασία και τη ζωή, όσο και συναισθηματικές, οι οποίες αφορούν την παρουσία θετικών και την απουσία αρνητικών συναισθημάτων. Αντίστοιχα, για τον ΟΟΣΑ (OECD 2013, 2025), η υποκειμενική ευημερία αφορά το πώς οι άνθρωποι βιώνουν και αξιολογούν τη ζωή τους, αναφερόμενοι όχι μόνο στις θετικές και αρνητικές αξιολογήσεις, αλλά και στις συναισθηματικές αντιδράσεις στις εμπειρίες τους. Επομένως, η υποκειμενική ευημερία συνιστά ένα πολυδιάστατο μέγεθος, το οποίο περιλαμβάνει τις γνωστικές αξιολογήσεις, τις συναισθηματικές αντιδράσεις στις καθημερινές εμπειρίες, καθώς και την ευδαιμονία, η οποία αφορά το αίσθημα σκοπού και τη νοηματοδότηση της ύπαρξης του ατόμου (OECD 2013, 2025). Πέραν των ανωτέρω, έχουν διαμορφωθεί σύνθετοι δείκτες, οι οποίοι καταγράφουν και παρουσιάζουν τόσο την κοινωνική πρόοδο όσο και την ποιότητα ζωής βάσει διαφοροποιημένων εννοιολογικών πλαισίων (βλ. Stiglitz et al., 2009).

Η διερεύνηση της υποκειμενικής ευημερίας σε βάθος χρόνου καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική σε περιόδους παρατεταμένης αβεβαιότητας και ρευστών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Παγκοσμίως, τα τελευταία χρόνια έχουν ξεσπάσει αλλεπάλληλες κρίσεις σε διάφορους τομείς (υγεία, γεωπολιτική, πληθωρισμός). Σε αυτό το πλαίσιο, ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία του παγκόσμιου Δείκτη Αρνητικών Εμπειριών (Negative Experience Index) (Gallup World Poll), με τον δείκτη να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα το 2024, ελαφρώς χαμηλότερα σε σχέση με την περίοδο 2020-2022. Παράλληλα, σύμφωνα με το State of the World’s Emotional Health 2025 (Gallup, 2025), τα αρνητικά συναισθήματα για το 2024 καταγράφονται υψηλότερα σε σχέση με μια δεκαετία πριν, γεγονός που καταδεικνύει ότι το συσσωρευμένο άγχος και η ανασφάλεια παραμένουν, παρά το ότι βρισκόμαστε πλέον αρκετά μακριά από την κορύφωση της πανδημίας. Άλλοι παράγοντες που έχουν συμβάλει σε αυτή την κατάσταση είναι οι δομικές αλλαγές στο κοινωνικό κεφάλαιο, η διάβρωση της θεσμικής εμπιστοσύνης, αλλά και ο ραγδαίος μετασχηματισμός των διαπροσωπικών σχέσεων μέσω του ψηφιακού περιβάλλοντος, καθώς όλοι αυτοί συνιστούν τους πλέον κρίσιμους παράγοντες που καθορίζουν το επίπεδο της ατομικής και συλλογικής ευημερίας (Helliwell et al., 2026).

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, τα προαναφερθέντα μεγέθη χρειάζεται να ενταχθούν στο γενικότερο πλαίσιο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συμπεριφορών, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν διαμορφωθεί τόσο από την υπερδεκαετή περίοδο λιτότητας όσο και από διαδοχικές κρίσεις (Πετράκης κ.ά., 2026). Ως εκ τούτου, το παρόν άρθρο μελετά την εξέλιξη του γενικού επιπέδου ικανοποίησης από τη ζωή των Ελλήνων/ίδων κατά την περίοδο 2019-2025, καλύπτοντας μια περίοδο έντονων παγκόσμιων προκλήσεων και κοινωνικοοικο-νομικών αναταράξεων. Η ικανοποίηση από τη ζωή αντιστοιχεί στη γνωστική διάσταση της υποκειμενικής ευημερίας, η οποία, σύμφωνα με τον Veenhoven (1996), ορίζεται ως ο βαθμός στον οποίο ένα άτομο αποτιμά θετικά τη συνολική ποιότητα της ζωής του. Αντίστοιχα, τα συναισθήματα αφορούν τις άμεσες αξιολογήσεις των ατόμων απέναντι στα γεγονότα της καθημερινής τους ζωής (Diener et al., 1999). Οι δύο αυτές διαστάσεις συγκροτούν την έννοια της υποκειμενικής ευημερίας (Pavot & Diener, 2009).

Το παρόν άρθρο εστιάζει: (α) στην παρουσίαση της ικανοποίησης από τη ζωή και των εξεταζόμενων συναισθημάτων σε βάθος πενταετίας, (β) στη διαστρωματική διαφοροποίηση των εξεταζόμενων παραγόντων ανά φύλο, ηλικιακή ομάδα και κατηγορία κοινωνικοοικονομικής τάξης και (γ) στην επίδραση των συμπεριφορικών προτύπων, διακρίνοντας μεταξύ ατόμων ορθολογικών, μη ορθολογικών, με συμπεριφορά αποστροφής κινδύνου (risk averse) και, τέλος, ατόμων που δεν εμπίπτουν στις προηγούμενες τρεις κατηγορίες (κατηγορία «Άλλο»).

Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται στην ανάλυση που ακολουθεί αντλήθηκαν από έρευνες που διενήργησε η Metron Analysis για το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα ευρήματα της ανάλυσης έχουν ως σκοπό, αφενός, να συμβάλλουν στη συζήτηση για τον εντοπισμό των προσδιοριστικών παραγόντων της υποκειμενικής ευημερίας και, αφετέρου, να παράσχουν χρήσιμα στοιχεία για τον σχεδιασμό πολιτικών με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής ανθεκτικότητας και την περαιτέρω μείωση των ανισοτήτων. Με λίγα λόγια, η αξιοποίηση δεδομένων από την περίοδο 2019-2025 δίνει τη δυνατότητα για ουσιαστική κατανόηση των κοινωνικών επιπτώσεων από τις πολλαπλές κρίσεις, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ανάγκη να διαμορφωθεί ένα πολυδιάστατο πλαίσιο ερμηνείας της ευημερίας.

Το άρθρο, στη συνέχεια, δομείται ως εξής: στη δεύτερη ενότητα αναπτύσσεται το θεωρητικό και συγκριτικό πλαίσιο, το οποίο πλαισιώνει τα εμπειρικά ευρήματα. Στην τρίτη ενότητα παρουσιάζονται η ταυτότητα της έρευνας και η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, ενώ στην τέταρτη ενότητα παρουσιάζεται η διαχρονική εξέλιξη της ικανοποίησης από τη ζωή κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Στην πέμπτη ενότητα εξετάζονται τα αποτελέσματα που αφορούν τα συναισθήματα, ενώ στην τελευταία ενότηα συνοψίζονται όσα προηγήθηκαν και καταγράφονται χρήσιμα συμπεράσματα.

2. Θεωρητικό και συγκριτικό πλαίσιο

Η ερμηνεία των ευρημάτων που αφορούν την περίοδο 2019-2025 μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ένταξης της ελληνικής περίπτωσης σε ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο, όπου συνδυάζονται η πολιτική οικονομία των συμπεριφορών με τη σύγχρονη παγκόσμια έρευνα για την ευημερία.

2.1. Η πολιτισμική και συμπεριφορική ταυτότητα της Ελλάδας

Η ανθρώπινη δράση, καθώς και η υποκειμενική ικανοποίηση, διαμορφώνονται σε ένα ήδη διαμορφωμένο πολιτισμικό πλαίσιο. Σύμφωνα με την εκτενή ανάλυση των Πετράκη κ.ά. (2026), υπάρχουν ορισμένες πολιτισμικές διαστάσεις που χαρακτηρίζουν την ελληνική κοινωνία και, συνακόλουθα, ερμηνεύουν τόσο την κοινωνική συνοχή όσο και τις οικονομικές αντιδράσεις της. Χρησιμοποιώντας τα εδραιωμένα υποδείγματα του Hofstede (2001) και του προγράμματος GLOBE (House et al., 2004), οι συγγραφείς καταδεικνύουν ότι, παγκοσμίως, η Ελλάδα καταγράφει μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες (112 στην κλίμακα Hofstede) στη διάσταση της «αποφυγής αβεβαιότητας» (uncertainty avoidance). Η ελληνική κοινωνία φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κοινωνική αποστροφή απέναντι στο απρόβλεπτο, γεγονός που λειτουργεί επιβαρυντικά, ενισχύοντας το άγχος και την ανασφάλεια σε περιόδους κρίσης.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλή «ενδο-ομαδική συλλογικότητα» (in-group collectivism) και σχετικά χαμηλή «θεσμική συλλογικότητα» (institutional collectivism) (Πετράκης κ.ά., 2026). Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες πολίτες έχουν την τάση να εμπιστεύονται λιγότερο τους απρόσωπους κρατικούς θεσμούς. Αντίθετα, στρέφονται κυρίως στον στενό πυρήνα της οικογένειας και του φιλικού περιβάλλοντος, όπου και επενδύουν το μεγαλύτερο μέρος της εμπιστοσύνης και της αλληλεγγύης τους.

Εξεταζόμενες υπό το πρίσμα της εξελικτικής θεωρίας του Inglehart (Inglehart & Welzel, 2005· Inglehart, 2018), διαπιστώνεται ότι συνήθως υπάρχει μετατόπιση των κοινωνιών από τις «αξίες επιβίωσης» (survival values) προς τις «αξίες αυτοέκφρασης» (self-expression values), ενόσω αυξάνεται η οικονομική και φυσική τους ασφάλεια. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, οι διαδοχικές κρίσεις (δημοσιονομική, πανδημική, πληθωριστική) που βίωσε η χώρα φαίνεται πως είχαν ως συνέπεια η κοινωνία να οδηγηθεί σε αυτό που οι Πετράκης κ.ά. (2026) περιγράφουν ως «υπόθεση της ανασφάλειας» (insecurity hypothesis), δηλαδή μια παλινδρόμηση ή στασιμότητα προς τις αξίες επιβίωσης. Με άλλα λόγια, όταν ο βιοπορισμός και η υλική σταθερότητα απειλούνται, τότε παρατηρείται υποχώρηση στην αναζήτηση της αυτοπραγμάτωσης και οι πολίτες να αποζητούν καταφύγιο στους παραδοσιακούς θεσμούς, όπως η οικογένεια.

2.2. Συμπεριφορική οικονομική, ορθολογισμός και αποστροφή κινδύνου

Πέρα από την εξέταση των πολιτισμικών αξιών, η ερμηνεία της ικανοποίησης από τη ζωή προϋποθέτει την επαρκή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις σε προσωπικό επίπεδο. Η παραδοσιακή οικονομική θεωρία (νεοκλασικό υπόδειγμα) θέτει ως βάση τον απόλυτα ορθολογικό άνθρωπο (Homo economicus), ο οποίος ενεργεί έτσι ώστε να μεγιστοποιεί τη χρησιμότητά του. Ωστόσο, η σύγχρονη συμπεριφορική οικονομική, η οποία έχει θεμελιωθεί από τους Kahneman και Tversky (1979) μέσω της Θεωρίας της Προοπτικής (Prospect Theory), βασίζεται στη θέση ότι οι άνθρωποι ενεργούν με «περιορισμένη ορθολογικότητα» (bounded rationality). Οι αποφάσεις τους επηρεάζονται συστηματικά από γνωστικές προκαταλήψεις, συναισθηματικούς παράγοντες και το πλαίσιο επιλογής (framing effect).

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα απόκλισης από την ορθολογική επιλογή υπό συνθήκες πιθανοτήτων αποτελεί το παράδοξο του Allais (Allais, 1953, 1979). Το παράδοξο αυτό καταδεικνύει ότι τα άτομα συχνά παραβιάζουν το αξίωμα της ανεξαρτησίας (independence axiom) της θεωρίας της αναμενόμενης χρησιμότητας, προτιμώντας βέβαιες αποδόσεις έναντι αβέβαιων, ακόμη και όταν η αναμενόμενη αξία της αβέβαιης επιλογής είναι υψηλότερη. Η συμπεριφορά αυτή συνδέεται άμεσα με την αποστροφή κινδύνου (risk aversion), έναν όρο που περιγράφει την τάση ενός ατόμου να προτιμά μια βέβαιη έκβαση έναντι μιας αβέβαιης με ίση ή μεγαλύτερη αναμενόμενη αξία.

Στην ελληνική κοινωνία, λόγω του ότι υπήρξε ραγδαία υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της κατά τη δεκαετία του 2010, η αποστροφή του κινδύνου αποτελεί κυρίαρχο συμπεριφορικό μοτίβο (Πετράκης κ.ά., 2026). Στο πλαίσιο αυτό, οι παραπάνω θεωρητικές κατασκευές αξιοποιούνται για την ταξινόμηση των συμμετασχόντων στην παρούσα εργασία σε κατηγορίες συμπεριφορικών προτύπων (ορθολογικοί, αποστρεφόμενοι τον κίνδυνο (risk averse), μη ορθολογικοί και ερωτηθέντες με ασυνεπή συμπεριφορά που δεν ανήκουν στις λοιπές κατηγορίες). Η ταξινόμηση αυτή αξιοποιείται για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ συμπεριφορικών προδιαθέσεων υπό αβεβαιότητα και υποκειμενικής ευημερίας σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

2.3. Το παγκόσμιο τοπίο της ευημερίας και το ψηφιακό οικοσύστημα

Προκειμένου να εξαχθούν όσο το δυνατόν ασφαλέστερα συμπεράσματα, τα δεδομένα της ελληνικής πραγματικότητας είναι σκόπιμο να αντιπαραβληθούν με τις ραγδαίες μεταβολές που έχουν καταγραφεί σε διεθνή κλίμακα. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας 2026 (World Happiness Report 2026) υπάρχει μια ιστορική ανατροπή. Συγκεκριμένα, στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο κ.ά.), οι νέοι κάτω των 25 ετών δηλώνουν πλέον ραγδαία πτώση στην ικανοποίηση από τη ζωή, με μέση μείωση 0,86 μονάδων για ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία στην κλίμακα Cantril (1-10) σε σχέση με την περίοδο 2006-2010 (Helliwell et al., 2026). Αντιθέτως, σε οκτώ από τις δέκα εξεταζόμενες γεωγραφικές περιφέρειες, οι νεότεροι άνθρωποι παρουσιάζουν τώρα υψηλότερες αξιολογήσεις σε σύγκριση με δεκαπέντε χρόνια πριν (Helliwell et al., 2026).

Στην έκθεση αυτή υπάρχουν εκτενή κεφάλαια αφιερωμένα στη σχέση μεταξύ μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ευημερίας. Σύμφωνα με τα δεδομένα PISA 2022 από 47 χώρες, η ικανοποίηση από τη ζωή είναι υψηλότερη σε χαμηλά επίπεδα χρήσης κοινωνικών δικτύων και χαμηλότερη σε υψηλά, για τους νέους μέχρι τα 15 χρόνια, και ιδιαίτερα για τα κορίτσια και στις αγγλόφωνες χώρες και τη Δυτική Ευρώπη (Helliwell et al., 2026). Επιπλέον, οι Ozkok et al. (2026), μετά από αξιοποίηση των δεδομένων της European Social Survey (2016-2024), όπου συμμετείχαν 30 ευρωπαϊκές χώρες, αποδεικνύουν ότι η χρήση του διαδικτύου παρουσιάζει αρνητική αιτιώδη επίδραση στην ευημερία των νεότερων γενεών (Gen Z, Millennials), λόγω της διάβρωσης που επιτελείται στη διαπροσωπική και θεσμική εμπιστοσύνη. Ταυτόχρονα, ο Sunstein (2026) καταδεικνύει το φαινόμενο των «παγίδων προϊόντος» (product traps), σύμφωνα με το οποίο μεγάλο ποσοστό νέων χρηστών αναγνωρίζει ότι τα κοινωνικά δίκτυα οδηγούν σε μείωση της ευημερίας τους, αλλά παραμένει εγκλωβισμένο στη χρήση τους για λόγους κοινωνικής πίεσης. Τέλος, οι Gracia et al. (2026), αντλώντας δεδομένα από δείγμα 43 χωρών, εντοπίζουν ότι η προβληματική χρήση κοινωνικών δικτύων έχει δυσανάλογα αρνητικές επιπτώσεις στους νέους χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, οι οποίοι στερούνται εναλλακτικών πόρων κοινωνικής προστασίας.

Η διεθνής αυτή εικόνα, όπως παρουσιάστηκε ανωτέρω, συνιστά κρίσιμης σημασίας συγκριτικό πρίσμα για τα εγχώρια ευρήματα, καθώς αναδεικνύει τις παγκόσμιες τάσεις που θα λειτουργήσουν ως κριτήρια για την αξιολόγηση των ελληνικών δεδομένων.

3. Η ταυτότητα της έρευνας και μεθοδολογία

Η παρούσα ανάλυση χρησιμοποίησε πρωτογενή δεδομένα που αντλήθηκαν από μια πανελλαδικής έκτασης έρευνα κοινής γνώμης, την οποία διενήργησε η Metron Analysis για λογαριασμό του ΕΚΠΑ (Νοέμβριος 2019, Οκτώβριος 2020, Σεπτέμβριος 2022, Δεκέμβριος 2023, Οκτώβριος 2025). Τα πέντε κύματα της έρευνας υλοποιήθηκαν σε καθορισμένα και κομβικής σημασίας χρονικά σημεία, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτύπωση των κοινωνικών αντανακλαστικών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την κορύφωση πολλαπλών κρίσεων (πανδημική, ενεργειακή, πληθωριστική). Το δείγμα ανέρχεται σε περίπου 800 άτομα ανά έτος, ηλικίας 18 ετών και άνω, καλύπτοντας το σύνολο των αστικών και αγροτικών περιοχών της χώρας. Χρησιμοποιήθηκε πολυσταδιακή δειγματοληψία αναλογική του πληθυσμού (PPS Sampling) και η συλλογή των δεδομένων έγινε με προσωπικές συνεντεύξεις σε νοικοκυριά με έντυπο ερωτηματολόγιο.

Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε ανήκει σε μια ερευνητική παράδοση μέτρησης της υποκειμενικής ευημερίας με χρήση ερωτηματολογίων, όπως αυτή αποτυπώνεται σε διεθνείς έρευνες (π.χ., Helliwell et al., 2026). Για την αξιολόγηση της συνολικής ικανοποίησης από τη ζωή υιοθετείται η κλίμακα Cantril (0-10), η οποία χρησιμοποιείται ευρέως σε διεθνείς έρευνες (π.χ. Gallup World Poll). Η μέτρηση της συναισθηματικής διάστασης πραγματοποιείται μέσω μιας προσαρμοσμένης κλίμακας, η οποία περιλαμβάνει εννέα συναισθήματα, τόσο θετικά όσο και αρνητικά, κατά την οποία οι συμμετέχοντες καλούνται να επιλέξουν αρχικά το συναίσθημα που βιώνουν εντονότερα και, στη συνέχεια, ένα δεύτερο, το οποίο, επίσης, καταγράφεται.

Η κοινωνικοοικονομική κατηγοριοποίηση του δείγματος σε ανώτερες (A/B), μεσαίες (C1, C2), κατώτερες (D/E) τάξεις βασίστηκε στον συνδυασμό εκπαίδευσης και επαγγέλματος του κύριου εισοδηματία, σύμφωνα με το εδραιωμένο σύστημα κοινωνικοοικονομικών τάξεων των ESOMAR (European Society for Opinion and Market Research), WAPOR (World Association for Public Opinion Research). Η έρευνα παρουσιάζει μια κρίσιμη μεθοδολογική καινοτομία, η οποία βασίζεται στη συμπεριφορική οικονομική (behavioral economics). Συγκεκριμένα, πρόκειται για την αξιοποίηση ενός πειραματικού σχήματος τύπου Allais (1953, 1979), το οποίο δεν ταυτίζεται με το αρχικό πρωτότυπο πείραμα, αλλά προσαρμόζει τη λογική του κλασικού παραδείγματος επιλογής υπό αβεβαιότητα, ώστε να επιτευχθεί η κατηγοριοποίηση των συμμετεχόντων βάσει της στάσης τους απέναντι στον κίνδυνο (Πετράκης κ.ά., 2026). Μέσω δύο υποθετικών ερωτήσεων επιλογής, στις οποίες απάντησαν, οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν σε τέσσερις κατηγορίες: (α) ορθολογικοί (όσοι μεγιστοποιούν τη μαθηματική χρησιμότητα), (β) άτομα με αποστροφή κινδύνου - risk averse (όσοι προτιμούν τη βεβαιότητα), (γ) άτομα μη ορθολογικά και (δ) άτομα με ασυνεπή συμπεριφορά που δεν ανήκουν στις λοιπές κατηγορίες. Διευκρινίζεται ότι η κατηγοριοποίηση αυτή αντανακλά την τρέχουσα αναφερόμενη προτίμηση των ερωτηθέντων και όχι κατ’ ανάγκη ένα διαχρονικά σταθερό προφίλ.

Όσον αφορά την ποιότητα των δεδομένων, αυτή διασφαλίστηκε μέσω εσωτερικών ελέγχων που διενεργήθηκαν στο 30% των συνεντεύξεων, ενώ τα αποτελέσματα σταθμίστηκαν με βάση τις πληθυσμιακές κατανομές (φύλο/ηλικία) της ΕΛΣΤΑΤ. (Ελληνική Στατιστική Αρχή). Η έρευνα διεξήχθη ακολουθώντας τους κώδικες δεοντολογίας των ESOMAR και ΣΕΔΕΑ (Σύλλογος Εταιριών Δημοσκόπησης και Έρευνας Αγοράς), διασφαλίζοντας έτσι την αντιπροσωπευτικότητα και την επιστημονική εγκυρότητα των ευρημάτων.

Η επεξεργασία των δεδομένων έγινε με τη χρήση του στατιστικού πακέτου IBM SPSS Statistics (έκδοση 30.0). Για τη σύγκριση μέσων όρων μεταξύ δύο ομάδων χρησιμοποιήθηκε ο έλεγχος independent samples t-test, ενώ για συγκρίσεις άνω των δύο ομάδων εφαρμόστηκε η one-way ANOVA. Προηγήθηκε ο έλεγχος ομοιογένειας των διακυμάνσεων (Levene’s test). Ανάλογα με το αποτέλεσμα του Levene, οι post hoc αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν είτε με το κριτήριο Tukey (όταν οι διακυμάνσεις ήταν ομοιογενείς) είτε με το κριτήριο Games–Howell (όταν δεν ήταν), ενώ σε περιπτώσεις παραβίασης της ομοιογένειας εφαρμόστηκε και ο διορθωμένος έλεγχος Welch. Για τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ κατηγορικών μεταβλητών εφαρμόστηκε ο έλεγχος χ² ανεξαρτησίας. Συμπληρωματικά, η ισχύς και η κατεύθυνση της συνάφειας αξιολογήθηκαν μέσω του δείκτη Cramer’s V, ενώ η ανάλυση των τυποποιημένων υπολοίπων (standardized residuals) επέτρεψε τον εντοπισμό των επιμέρους κατηγοριών που διέφεραν σημαντικά. Στις περιπτώσεις όπου ο έλεγχος χ² απαιτούσε αντιμετώπιση μικρών αναμενόμενων συχνοτήτων, εφαρμόστηκε προσομοίωση Monte Carlo, η οποία παράγει εμπειρικά p-values μέσω προσομοίωσης και δεν βασίζεται στις ασυμπτωτικές προϋποθέσεις του κλασικού χ² (π.χ. expected frequencies ≥ 5 ανά κελί) (Field, 2013). Οι περιπτώσεις με ελλιπή δεδομένα αποκλείστηκαν από τις αναλύσεις (pairwise deletion). Όλες οι στατιστικές δοκιμασίες διεξήχθησαν σε επίπεδο σημαντικότητας 5% και τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στους Πίνακες 1 έως 4 που ακολουθούν.

4. Διαχρονική παρουσίαση της ικανοποίησης από τη ζωή

4.1. Γενικές τάσεις

Ξεκινώντας την ανάλυση από τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα, όπως απεικονίζονται στο Διάγραμμα 1, το 2025 το 70% του γενικού δείγματος δηλώνει ικανοποίηση από τη ζωή (6-10), ενώ το 30% δηλώνει χαμηλή ικανοποίηση (0-5). Διαχρονικά, για την εξεταζόμενη περίοδο 2019-2025, ο μέσος όρος ικανοποίησης διατηρείται σχετικά σταθερός στο 6,3-6,4, με εξαίρεση το έτος 2022, κατά το οποίο υπήρξε αξιοσημείωτη μείωση (M=5,9), η οποία συνδέεται με την αύξηση της μέτριας δυσαρέσκειας και τη μείωση της υψηλής ικανοποίησης. Η πτώση του 2022 –η οποία συμπίπτει χρονικά με ένα ισχυρό εξωγενές σοκ στα ελληνικά νοικοκυριά, λόγω της έναρξης του πολέμου στην Ουκρανία και της εκτίναξης του πληθωρισμού– δύναται να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της «υπόθεσης της ανασφάλειας» (insecurity hypothesis), την οποία αναλύουν οι Πετράκης κ.ά. (2026). Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται ότι η απειλή κατά της θεμελιώδους ικανότητας βιοπορισμού, σε συνδυασμό με την υψηλή αποφυγή αβεβαιότητας, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμικού χάρτη, μείωσε αισθητά το αίσθημα της ικανοποίησης από τη ζωή. Ενώ υπάρχει ανάκαμψη από το 2023, τα επίπεδα εξαιρετικά υψηλής ικανοποίησης (9-10) δεν επανέρχονται πλήρως στο επίπεδο του 2019.

Η πτώση αυτή αποτέλεσε κάθε άλλο παρά καθαρά ελληνικό φαινόμενο. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας 2026 (Helliwell et al., 2026), η Ελλάδα κατατάσσεται στην 85η θέση μεταξύ 147 χωρών, με μέσο όρο αξιολόγησης ζωής 5,697 σύμφωνα με το Gallup World Poll (2023-2025) βάσει της κλίμακας Cantril. Γενικότερα, οι περισσότερες δυτικές βιομηχανικές χώρες παρουσιάζουν στασιμότητα ή και πτώση σε σύγκριση με την περίοδο 2006-2010, με δεκαπέντε από αυτές να καταγράφουν σημαντική μείωση (Helliwell et al., 2026). Ταυτόχρονα, φαίνεται ότι κατά την περίοδο 2021-2022 υπήρξε το αποκορύφωμα του άγχους παγκοσμίως, με τον Δείκτη Αρνητικών Εμπειριών (Gallup World Poll), να φτάνει σε επίπεδα ρεκόρ (33) και το 2024 να βρίσκεται στο επίπεδο του 2019 (31).

4.2. Φύλο και ηλικιακή ομάδα

Σε ό,τι αφορά το φύλο, οι άνδρες παρουσιάζουν σταθερά ελαφρώς υψηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή σε σχέση με τις γυναίκες σε όλες τις χρονικές περιόδους, χωρίς ωστόσο να παρατηρούνται στατιστικά σημαντικές διαφορές σε κανένα έτος, με τις τιμές να κυμαίνονται για τους άνδρες από 6 έως 6,5 και για τις γυναίκες από 5,9 έως 6,4. Πρόκειται για εύρημα συμβατό με προηγούμενες μελέτες, οι οποίες παρουσιάζουν ανάμεικτα ευρήματα ή δείχνουν ότι οι διαφορές φύλου στην ικανοποίηση από τη ζωή είναι μικρές και εξαρτώνται από το κοινωνικό πλαίσιο (Joshanloo & Jovanović, 2020).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης διακύμανσης (βλ. Πίνακα 1), η ικανοποίηση από τη ζωή διαφοροποιείται σημαντικά ανά ηλικιακή ομάδα καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές, με τις μέσες τιμές να μειώνονται συστηματικά όσο αυξάνεται η ηλικία. Διαχρονικά, η ηλικιακή ομάδα 18-34 ετών παρουσίασε τις υψηλότερες μέσες τιμές (M=6,6 έως 7,2), ενώ στην ομάδα των 65 ετών και άνω παρατηρούνται σταθερά οι χαμηλότερες μέσες τιμές (M=5,5 έως 6,0). Οι ενδιάμεσες ηλικιακές ομάδες εμφάνισαν μέσες τιμές μεταξύ των δύο άκρων. Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με τα διεθνή δεδομένα, όπως αυτά παρουσιάζονται στην Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας 2026 (Helliwell et al., 2026), με τους νέους να είναι κατά μέσο όρο πιο ευτυχισμένοι και να καταγράφουν υψηλότερα επίπεδα αξιολόγησης της ζωής τους σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Παράλληλα, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και ο προστατευτικός ρόλος της ελληνικής οικογένειας, η οποία μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα στην αρνητική επίδραση των παραγόντων που επηρεάζουν αρνητικά την ικανοποίηση από τη ζωή.

4.3. Κοινωνικοοικονομική τάξη και ο ρόλος του ορθολογισμού

Τα αποτελέσματα σχετικά με την κοινωνικοοικονομική τάξη (Πίνακας 1) καταδεικνύουν ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά ως προς την ικανοποίηση από τη ζωή σε όλα τα έτη, με τις ανώτερες τάξεις να υπερέχουν σταθερά έναντι της κατώτερης (εύρος M=6,3-7,2 έναντι Μ=5,5-6,1). Αυτό το εύρημα ενισχύεται από την Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας 2026, όπου καταδεικνύεται ότι η κοινωνική υποστήριξη, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η ελευθερία λήψης αποφάσεων συνιστούν (μεταξύ άλλων) σημαντικούς προβλεπτικούς παράγοντες της αξιολόγησης της ζωής παγκοσμίως (Helliwell et al., 2026).

Αν και διαχρονικά το ορθολογικό προφίλ συνδέθηκε με υψηλότερη ικανοποίηση, η σχέση απέκτησε στατιστική σημασία μόλις το 2025 (Πίνακας 1). Τότε, οι ορθολογικοί κατέγραψαν την υψηλότερη τιμή ικανοποίησης από τη ζωή (M=6,8), ενώ ακολούθησαν οι μη ορθολογικοί (M=6,5), η ομάδα αποστροφής κινδύνου (M=6,3) και η ομάδα με τους λοιπούς ερωτηθέντες (M=6,1). Το εύρημα μπορεί να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της γνωστικής βάσης της υποκειμενικής ευημερίας (Diener et al., 1998) και της σχέσης μεταξύ ορθολογικών τάσεων σκέψης και ποιότητας λήψης αποφάσεων (Stanovich, 2011). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θεωρία προοπτικής (Kahneman & Tversky, 1979), οι αποκλίσεις από την ορθολογική επεξεργασία υπό αβεβαιότητα επηρεάζουν επιλογές και συμπεριφορές, οι οποίες με τη σειρά τους διαμορφώνουν τις υποκειμενικές αξιολογήσεις των ατόμων. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η σχέση του ορθολογισμού με την ικανοποίηση από τη ζωή βρέθηκε σημαντική μόνο το 2025 μπορεί να οφείλεται είτε σε πραγματική χρονική διακύμανση (π.χ. αλλαγή κοινωνικοοικονομικών συνθηκών), είτε σε τυχαία στατιστική διακύμανση και θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον η περαιτέρω διερεύνηση της σχέσης αυτής.

Συνολικά, σημειώνεται ότι, αν και διαπιστώνεται στατιστικά σημαντική επίδραση των κοινωνικοδημογραφικών παραγόντων, αυτοί ερμηνεύουν ένα μικρό ποσοστό της διακύμανσης της ικανοποίησης από τη ζωή, υποδηλώνοντας την ύπαρξη άλλων, μετρήσιμων ή μη μεταβλητών (π.χ. ατομική ιδιοσυγκρασία, ποιότητα θεσμών, κοινωνική υποστήριξη, διαπροσωπικές σχέσεις, επίδραση της χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης), οι οποίες διαμορφώνουν μια σύνθετη έννοια, όπως είναι η ικανοποίηση από τη ζωή και, εν γένει, η ευημερία.

4.4. Οι παράγοντες της ικανοποίησης

Προκειμένου να κατανοηθούν οι διαστάσεις της συνολικής ικανοποίησης από τη ζωή, κρίνεται σκόπιμο να αναλυθούν οι επιμέρους παράγοντες που αφορούν το έτος 2025, για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, όπου χαμηλότερος μέσος όρος υποδηλώνει υψηλότερη ιεράρχηση του εκάστοτε παράγοντα (Διάγραμμα 2 πιο πάνω). Οι σημαντικότεροι παράγοντες στο γενικό δείγμα είναι η οικογένεια (M=2,0) και η σωματική και ψυχική υγεία (M=2,1), ενώ ακολουθεί η οικονομική ασφάλεια (M=4,0). Αντίθετα, λιγότερο καθοριστικοί παράγοντες είναι η προσωπική ελευθερία (Μ=6,4), το όμορφο και ασφαλές περιβάλλον διαβίωσης (Μ=6,4), η αίσθηση σκοπού (Μ=6,6) και ο ελεύθερος χρόνος (Μ=7,3).

Η επικράτηση των συγκεκριμένων προτεραιοτήτων (οικογένεια, υγεία, οικονομική ασφάλεια) συνιστά ένδειξη ότι η ελληνική κοινωνία παραμένει σε σημαντικό βαθμό προσανατολισμένη στις «αξίες επιβίωσης» (survival values), σε αντίθεση με τις αξίες αυτοέκφρασης, οι οποίες χαρακτηρίζουν τις πλέον ευημερούσες μεταβιομηχανικές κοινωνίες (Πετράκης κ.ά., 2026).

Στη συνέχεια, διεξήχθη ανάλυση συσχέτισης (χ²) προκειμένου να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ των εννέα παραγόντων ικανοποίησης από τη ζωή και των δημογραφικών κατηγοριών για το έτος 2025 (βλ. Πίνακα 2). Σημειώνεται ότι για το φύλο δεν προέκυψε καμία στατιστικά σημαντική συσχέτιση με κανέναν από τους εννέα παράγοντες. Αν και οι προτεραιότητες που αφορούν την ικανοποίηση από τη ζωή παραμένουν κοινές για άνδρες και γυναίκες, παρατηρείται διαφοροποίηση στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων ανά ηλικιακή ομάδα. Στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες παρατηρείται στατιστικά σημαντική αυξημένη προτεραιότητα σε σχέση με τους νεότερους, για την οικογένεια, την οικονομική ασφάλεια, την αίσθηση σκοπού, καθώς και στατιστικά σημαντικές γραμμικές τάσεις σε ό,τι αφορά τη σωματική και ψυχική υγεία (Linear trend, p < 0,05). Αντιθέτως, οι νεότερες ηλικίες δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στους φίλους και τις κοινωνικές σχέσεις, στο όμορφο και ασφαλές περιβάλλον και, κυρίως, στην εργασία, όπου παρατηρήθηκε και η ισχυρότερη ηλικιακή διαφοροποίηση. Παρότι δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική γραμμική τάση μεταξύ της ηλικίας και της αξιολόγησης της προσωπικής ελευθερίας (Linear trend, p > 0,05), η κατανομή των απαντήσεων διέφερε στατιστικά σημαντικά ανά ηλικιακή ομάδα (χ²(16) = 37,95, p = 0,002, Cramer’s V = 0,154). Αυτό πιθανώς να υποδηλώνει διαφοροποίηση της αντίληψης της προσωπικής ελευθερίας με βάση την ηλικία, χωρίς όμως να ακολουθεί συστηματικό γραμμικό πρότυπο. Oι προτεραιότητες και οι αντιλήψεις για την ευημερία ενδέχεται να μεταβάλλονται με την ηλικία, λόγω διαφοροποίησης στις ψυχολογικές ανάγκες και τους στόχους ζωής (Carstensen, 1999). Εξετάζοντας τα αποτελέσματα κατά κοινωνικοοικονομική τάξη, εντοπίζονται στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις σχετικά με την οικογένεια, την εργασία και την επαγγελματική δραστηριότητα και την οικονομική ασφάλεια. Αναλυτικότερα, οι ανώτερες τάξεις αποδίδουν ύψιστη προτεραιότητα στην εργασία, ενώ παρουσιάζουν την τάση να αξιολογούν την οικονομική ασφάλεια και την οικογένεια σε μεσαίες βαθμίδες σημαντικότητας (βαθμοί 5-6). Αντιθέτως, για τις κατώτερες τάξεις σημαντικός παράγοντας (δεύτερη θέση) είναι η οικονομική ασφάλεια, αποδίδοντας παράλληλα τη χαμηλότερη σπουδαιότητα στην εργασία και επαγγελματικήδραστηριότητα. Παράλληλα, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική γραμμική τάση, υποδεικνύοντας ότι η σημαντικότητα της οικογένειας αυξάνεται προοδευτικά προς τις χαμηλότερες τάξεις. Λαμβάνοντας υπόψη τη θεωρία του Inglehart (1977), η έμφαση των κατώτερων τάξεων στην οικονομική ασφάλεια αντανακλά την ανάγκη ικανοποίησης βασικών υλικών συνθηκών επιβίωσης, με την εργασία να αποτελεί το κύριο μέσο βιοπορισμού και προστασίας. Αντίθετα, για τις ανώτερες τάξεις, οι οποίες διαθέτουν το προνόμιο της υλικής/οικονομικής ασφάλειας, η εργασία ενδέχεται να μετατρέπεται σε πεδίο αυτοπραγμάτωσης (Maslow, 1943) και κοινωνικής διάκρισης (Bourdieu, 1984), με την εργασία να επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο την ικανοποίησή τους από τη ζωή.

Επιπλέον, παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις από την εξέταση της σχέσης μεταξύ του τύπου συμπεριφοράς και της ιεράρχησης των παραγόντων ικανοποίησης από τη ζωή, αν και το μέγεθος της επίδρασης ήταν ασθενές. Συγκεκριμένα, σημαντικές σχέσεις εντοπίστηκαν για την οικογένεια, την εργασία και επαγγελματική δραστηριότητα, την οικονομική ασφάλεια και την προσωπική ελευθερία. Αναλυτικότερα, οι συμμετασχόντες στην έρευνα, οι οποίοι δήλωσαν αποστροφή στον κίνδυνο, αξιολόγησαν ως σημαντικά πιο κρίσιμη την οικογένεια σε σχέση με τους ορθολογικούς, ενώ προσέδωσαν χαμηλότερη βαρύτητα στην εργασία και την επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στην προσωπική ελευθερία. Οι ορθολογικοί προτεραιοποίησαν την εργασία και την οικονομική ασφάλεια, τηρώντας παράλληλα πιο ουδέτερη στάση απέναντι στην προσωπική ελευθερία και την οικογένεια. Τέλος, οι μη ορθολογικοί εμφάνισαν τάση προς μέτριες ή χαμηλές βαθμολογίες ως προς την προσωπική ελευθερία. Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους παράγοντες, δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις.

5. Συναισθήματα

Αν και η γνωστική διάσταση της ευημερίας (ικανοποίηση από τη ζωή) συνιστά μια συνολική αξιολόγηση της ποιότητας ζωής, η υποκειμενική ευημερία συμπληρώνεται αναπόδραστα από τη συναισθηματική (affective) διάσταση, καθώς είναι αυτή που αποτυπώνει τις καθημερινές ψυχολογικές αντιδράσεις των ατόμων (Diener et al., 1999).

Στην παρούσα ενότητα παρουσιάζεται η διαχρονική εξέλιξη του επιπέδου ευτυχίας την περίοδο 2019-2025. Η πλειονότητα του δείγματος συγκεντρώνεται σταθερά στην κατηγορία (6-8) για την εξεταζόμενη περίοδο (Διάγραμμα 3). Παρατηρείται μια μείωση του σταθμισμένου μέσου όρου το 2020 (Μ=6,3) σε σχέση με το 2019 (Μ=6,6), η οποία συνοδεύεται από μείωση των «εξαιρετικά ευτυχισμένων» (9-10) και ταυτόχρονη αύξηση της κατηγορίας (3-5). Από το 2022 και έπειτα καταγράφεται μικρή άνοδος και τάση σταθεροποίησης των δεικτών (Μ=6,4 το 2022, Μ=6,6 για το 2023 και M=6,5 για το 2025), με το ποσοστό της κατηγορίας (6-8) να παρουσιάζει τη μέγιστη τιμή του στο τέλος της εξεταζόμενης περιόδου.

Οι αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν για τη διερεύνηση της επίδρασης των δημογραφικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων στο επίπεδο ευτυχίας ανέδειξαν μια σειρά από στατιστικά σημαντικές σχέσεις. Αρχικά, ελέγχθηκε η επίδραση του φύλου μέσω ανεξάρτητων δειγμάτων t-test ανά έτος (βλ. Πίνακα 3). Η ανάλυση των επιπέδων ευτυχίας ανδρών και γυναικών έδειξε ότι δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, με τις δύο ομάδες να ακολουθούν παρόμοια πορεία (εύρος M=6,2-6,7). Το 2025, ωστόσο, καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ ανδρών (M=6,7 SD = 1,85) και γυναικών (M=6,4 SD = 1,91) με το μέγεθος επίδρασης να είναι μικρό d = 0,16 (βλ. Πίνακα 3).

Στη συνέχεια, εξετάστηκε η επίδραση της ηλικίας. Λόγω ετερογένειας διακυμάνσεων, εφαρμόστηκε ανάλυση διακύμανσης με διόρθωση Welch. Διαχρονικά, το επίπεδο ευτυχίας διαφοροποιείται ανάλογα με τις ηλικιακές ομάδες. Σταθερά, οι νεότεροι ενήλικες, 18-34 ετών, αναφέρουν τα υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας (εύρος Μ=6,8-7,4), σε όλη την περίοδο, υπερέχοντας σημαντικά έναντι των μεγαλύτερων ηλικιών. Αντίθετα, η ομάδα 65+ ετών καταγράφει συστηματικά το χαμηλότερο επίπεδο ευτυχίας (εύρος Μ=5,8-6,1), επιδεικνύοντας στατιστικά σημαντικές διαφορές σε σχέση με όλες τις ηλικιακές κατηγορίες κάτω των 65 ετών, ενώ η διαφορά μεταξύ 35-64 και 65+ δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Ακολούθως, διερευνήθηκε η επίδραση της κοινωνικοοικονομικής τάξης. Στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις παρατηρούνται συστηματικά χαμηλότερα επίπεδα ευτυχίας (εύρος M=5,8-6,1), καθ’ όλη τη χρονική περίοδο, παρουσιάζοντας στατιστικά σημαντική υστέρηση σε σχέση με τις υπόλοιπες τάξεις. Αντίθετα, οι ανώτερες και μεσαία τάξη (C1) καταγράφουν σταθερά υψηλότερες βαθμολογίες (εύρος Μ=6,6-7,2), χωρίς να παρουσιάζουν συχνά σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, το οποίο υποδηλώνει σαφή διαχωρισμό στην ψυχική ευημερία, βάσει κοινωνικοοικονομικής προέλευσης. Επιπλέον, η ανάλυση έδειξε ότι η χαμηλότερη τάξη υστερεί στατιστικά σημαντικά έναντι όλων των ανώτερων και μεσαίων τάξεων (A/B, C1, C2) σε κάθε έτος. Τέλος, εξετάστηκε η επίδραση του τύπου συμπεριφοράς. Εφαρμόστηκε ANOVA με διόρθωση Welch λόγω ετερογένειας διακυμάνσεων. Μόνο το 2025 υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στο επίπεδο ευτυχίας μεταξύ ορθολογικών και όσων αποστρέφονται τον κίνδυνο (M=6,9 έναντι M=6,4), με τους πρώτους να προηγούνται, ενώ δεν παρατηρήθηκαν άλλες στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των υπόλοιπων κατηγοριών και ετών.

Σε ό,τι αφορά την ανάλυση του κυρίαρχου συναισθήματος για την περίοδο 2020-2025 (Διάγραμμα 4), διαπιστώνεται ότι η ανασφάλεια συνιστά το κυρίαρχο συναίσθημα σε όλα τα έτη, με μέγιστη τιμή το 2022 (50,0%), ακολουθούμενη από μείωση το 2023 και εκ νέου αύξηση το 2025, καταλήγοντας στο 39,1%. Παράλληλα, μετά το 2022 παρατηρείται πτωτική τάση της αισιοδοξίας (18,1% το 2020 σε 13,2% το 2025) και σταδιακή άνοδος της απογοήτευσης, η οποία διαμορφώνεται στο 22,2% το 2025. Τα θετικά συναισθήματα, όπως η αυτοπεποίθηση (1,8% το 2025) και η σιγουριά (1,4% το 2025), παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα καθ’ όλη την περίοδο, ενώ η αβεβαιότητα ενισχύεται τα έτη 2023 και 2025, φτάνοντας στο 10,3% το τελευταίο έτος ανάλυσης.

Σύμφωνα με την Gallup (2025), κατά το έτος 2024 παγκοσμίως σχεδόν τέσσερις στους δέκα ενηλίκους (37-39%) ανέφεραν ότι βίωσαν έντονο άγχος ή ανησυχία κατά την προηγούμενη ημέρα. Η ελληνική κοινωνία –η οποία σε προγενέστερες μετρήσεις (π.χ. Gallup, 2023) κατείχε υψηλές θέσεις σε δείκτες άγχους– εμφανίζει ενδείξεις υψηλού αρνητικού συναισθηματικού φορτίου. Μια πιθανή ερμηνευτική οδός είναι ότι η υψηλή αποφυγή αβεβαιότητας στην Ελλάδα (Πετράκης, κ.ά. 2026) δύναται να μετασχηματίσει τις μακροοικονομικές πιέσεις σε προσωπική ανασφάλεια.

Εξετάζοντας το δευτερεύον συναίσθημα (Διάγραμμα 5), διαπιστώνεται μεγαλύτερη διασπορά στις συναισθηματικές κατηγορίες, με την αβεβαιότητα να συνιστά τη συχνότερη επιλογή σε όλα τα έτη από το 2022 και μετά, καταγράφοντας ιδιαίτερα υψηλές τιμές το 2022 (39,7%) και το 2025 (33,6%). Η απογοήτευση παραμένει σε σχετικά αυξημένα επίπεδα, με υψηλή τιμή το 2020 (23,9%), ενώ η αισιοδοξία παρουσιάζει σταθερά χαμηλά ποσοστά, με πτωτική πορεία από το 11,2% το 2020 στο 4,3% το 2025. Τα θετικά συναισθήματα, όπως η υπερηφάνεια (6,5% το 2020 σε 4,6% το 2025) και η σιγουριά (6,7% το 2020 και 3,3% το 2025), διατηρούνται περιορισμένα καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο. Αντίστοιχα, διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι κατά την αρχική φάση της πανδημίας COVID-19 το άγχος αποτέλεσε το κυρίαρχο συναίσθημα, ενώ η θλίψη αυξανόταν διαχρονικά και ο θυμός παρουσίαζε μείωση, αντανακλώντας συλλογικές συναισθηματικές αντιδράσεις στην αβεβαιότητα, τα περιοριστικά μέτρα και τις κοινωνικές μεταβολές (Metzler et al., 2023).

Το φύλο δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση της συναισθηματικής κατάστασης. Εξαίρεση αποτελεί το 2023, οπότε και σημειώθηκε στατιστικά σημαντική διαφοροποίηση στο πρωτεύον συναίσθημα, με τις γυναίκες να εκφράζουν υψηλότερα ποσοστά αισθήματος ανασφάλειας (61%) έναντι των ανδρών (39%) (βλ. Πίνακα 4). Παράλληλα, η ηλικία συνιστά κρίσιμο παράγοντα διαφοροποίησης, με τις στατιστικά σημαντικές επιδράσεις να εντοπίζονται σε όλη την περίοδο 2020-2025. Όσον αφορά το πρωτεύον συναίσθημα, η ηλικιακή επίδραση ήταν σημαντική τα έτη 2020-2023, τονίζοντας έτσι ένα έντονο ηλικιακό χάσμα, όπου οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες (65+) το 2023 παρουσίασαν τα υψηλότερα ποσοστά ανασφάλειας (29%) και απογοήτευσης (20%), ενώ οι νεότεροι (18-34) διαφοροποιήθηκαν μέσω της αισιοδοξίας (21%) με τα αποτελέσματα να καταδεικνύουν σταθερή υπερεκπροσώπηση της αισιοδοξίας στην ηλικιακή ομάδα 18-34 ετών, και της αυτοπεποίθησης (8,4% έναντι 3,7% στους ηλικιωμένους). Αντιστρόφως, η αβεβαιότητα εμφανίζεται λιγότερο συχνή από το αναμενόμενο στους ηλικιωμένους (65+, SR=-2,0) το 2023.

Σχετικά με το δευτερεύον συναίσθημα, η σχέση μεταξύ ηλικιακής ομάδας υπήρξε στατιστικά σημαντική έως το 2025, με μόνη εξαίρεση το 2023. Έτσι φανερώνονται βαθύτερες συναισθηματικές αποκλίσεις, όπως η αυτοπεποίθηση που υπερεκπροσωπείται στους νέους (SR = 2,3) το 2020, η υπερηφάνεια και η αυτοπεποίθηση το 2022 (SR = 2,0 και 3,3, αντιστοίχως) και η απογοήτευση που υποεκπροσωπείται το 2025 (SR = –2,0). Παρά τη γενικευμένη τάση συναισθηματικής σύγκλισης, οι ηλικιακές διαφοροποιήσεις παρέμειναν στις δευτερεύουσες αποκρίσεις. Ταυτόχρονα, η υπερηφάνεια υποεκπροσωπείται στην ομάδα 35-64 (SR = -2,2).

Από το 2020 έως το 2025, τα δεδομένα παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις στη συναισθηματική απόκριση ανάλογα με την κοινωνικοοικονομική τάξη. Το 2025, στο πρωτεύον συναίσθημα, η κοινωνικοοικονομική τάξη είχε στατιστικά σημαντική επίδραση, με τις ανώτερες τάξεις (A/B) να εμφανίζουν υψηλότερη αισιοδοξία (SR = 2,3) και αυτοπεποίθηση (SR = 2,5), ενώ η ανώτερη τάξη υπερεκπροσωπήθηκε στην αισιοδοξία (SR = 2,3) και στην αυτοπεποίθηση (SR = 2,5). Το 2020, στα δευτερεύοντα συναισθήματα, η μεσαία τάξη (C1) κατέγραψε στατιστικά σημαντική αυξημένη αυτοπεποίθηση και μειωμένη απογοήτευση. Το 2022, στα δευτερεύοντα συναισθήματα η σχέση υπήρξε στατιστικά σημαντική, με την αισιοδοξία να υπερεκπροσωπείται στην ανώτερη τάξη (A/B). Το 2023 η κατώτερη τάξη υπερεκπροσωπήθηκε στην ανασφάλεια (SR = 2,2) και στον θυμό (SR = 2,3) και υποεκπροσωπήθηκε στην αυτοπεποίθηση (SR = -2,5).

Συνολικά, η κοινωνικοοικονομική τάξη επηρεάζει τα συναισθήματα, με τις ανώτερες τάξεις να εμφανίζουν θετικό συναισθηματικό προφίλ και τις μεσαίες-κατώτερες μεγαλύτερη ανασφάλεια και θυμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ταξική αυτή διαστρωμάτωση είναι συνεπής με την «υπόθεση του μη έχοντος» (economic have-nots hypothesis), διότι οι περιορισμένοι πόροι μειώνουν τις δυνατότητες του ατόμου να μετριάσει τους εξωτερικούς κινδύνους (Πετράκης κ.ά., 2026). Τέλος, σημειώνεται ότι δεν προέκυψε καμία στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ των τύπων συμπεριφοράς και συναισθημάτων σε κανένα έτος.

6. Σύνοψη και συμπεράσματα

Παρά το ότι η οικονομική μεγέθυνση συνιστά βασικό οικονομικό στόχο και η χάραξη πολιτικής εστιάζει σημαντικά στα οικονομικά αποτελέσματα, οι οικονομικοί δείκτες αδυνατούν να αποτελέσουν αξιόπιστους δείκτες για τον προσδιορισμό της ευημερίας (Diener & Seligman, 2004). Η προσέγγιση της υποκειμενικής ευημερίας είναι δυνατόν να παράσχει μια πληρέστερη και ολιστική εικόνα, καθώς υπερβαίνει τους περιορισμούς των παραδοσιακών οικονομικών δεικτών, παρέχοντας έτσι χρήσιμα συμπεράσματα για τον τρόπο αξιολόγησης των συνθηκών της εξεταζόμενης περιόδου από τα άτομα, όπως επίσης και ένα εναλλακτικό πλαίσιο για τη χάραξη πολιτικής.

Το παρόν άρθρο, με την αξιοποίηση πρωτογενών δεδομένων που αφορούν την περίοδο 2019-2025, παρουσιάζει μια σχετικά σταθερή εικόνα της ικανοποίησης από τη ζωή στην Ελλάδα, με τον μέσο όρο να κυμαίνεται στο 6,3-6,4, και μοναδική εξαίρεση να αποτελεί η κάμψη του 2022 (M=5,9), γεγονός που επιβεβαίωσε την ευαλωτότητα της ελληνικής κοινωνίας στα εξωγενή μακροοικονομικά σοκ. Το ίδιο διαπιστώνεται και από τη μακροχρόνια ανάλυση των κοινωνικών συμπεριφορών: μεταξύ 2002 και 2023 τα επίπεδα ικανοποίησης κυμάνθηκαν σε συγκρατημένα θετικά επίπεδα, παρά τις σημαντικές μεταβολές στο εξωτερικό περιβάλλον (Πετράκης κ.ά., 2026). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι βαθιά ριζωμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, κυρίως η ισχυρή ενδο-ομαδική συλλογικότητα και οι στενοί οικογενειακοί δεσμοί, λειτουργούν ως μηχανισμοί ψυχοκοινωνικής ανθεκτικότητας.

Η εξέλιξη του επιπέδου ευτυχίας για την περίοδο 2019-2025 ακολούθησε παρόμοια πορεία, με τους μέσους όρους να κινούνται μεταξύ 6,3 και 6,6, και τη χαμηλότερη τιμή να καταγράφεται για το έτος 2020. Παράλληλα, στο συναισθηματικό τοπίο επικρατεί η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα. Η παγίωσή τους ευθυγραμμίζεται με την παγκόσμια «συναισθηματική στασιμότητα», την οποία καταγράφει η Gallup (2025), αλλά στην Ελλάδα ενισχύεται κατά τρόπο δομικό από την πολιτισμική αποφυγή αβεβαιότητας και τη χρόνια οικονομική δυσπραγία. Παράλληλα, η χαμηλή συχνότητα θετικών συναισθημάτων –τα οποία, σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας 2026, κατέχουν σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη των αξιολογήσεων της ζωής (Helliwell et al., 2026)– ενδέχεται να δίνει εξήγηση εν μέρει για τη σχετικά χαμηλή θέση της Ελλάδας στις διεθνείς κατατάξεις.

Διαπιστώθηκε επίσης ότι, ενώ διεθνώς, και ιδίως στις αγγλόφωνες χώρες και τη Δυτική Ευρώπη, η ευημερία των νέων φθίνει (Helliwell et al., 2026), στην Ελλάδα οι νέοι 18-34 ετών παραμένουν η πιο ικανοποιημένη ηλικιακή ομάδα. Αιτία για αυτό αποτελεί, εν μέρει τουλάχιστον, η θωρακιστική λειτουργία του οικογενειακού δικτύου, το οποίο παρέχει υλική και συναισθηματική υποστήριξη στους νεότερους (Πετράκης κ.ά., 2026). Η ευημερία δεν φαίνεται να κατανέμεται ομοιόμορφα, με τα άτομα χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου να εμφανίζουν αυξημένη ευαλωτότητα και χαμηλότερα επίπεδα υποκειμενικής ευημερίας, γεγονός που συνδέεται με περιορισμένους υλικούς και κοινωνικούς πόρους (Gracia et al., 2026). Σε αυτό το πλαίσιο, τα δεδομένα για τις «παγίδες προϊόντος» (product traps) του ψηφιακού οικοσυστήματος (Sunstein, 2026) και τη δυσανάλογη επιβάρυνση που η προβληματική χρήση κοινωνικών δικτύων επιφέρει στα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα (Gracia et al., 2026˙ Ozkok et al., 2026), καταδεικνύουν νέους παράγοντες κινδύνου, η επίδραση των οποίων στην ελληνική κοινωνία θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω.

Συνολικά, τα αποτελέσματα του παρόντος άρθρου συμφωνούν με εμπειρικά ευρήματα, τα οποία διαπιστώνουν την αρνητική επίδραση που άσκησε η πανδημία στο επίπεδο ευτυχίας και ικανοποίησης από τη ζωή (Gawrych et al., 2021). Παράλληλα, παρέχονται ενδιαφέροντα συμπεράσματα τόσο σε επίπεδο γενικού δείγματος, όσο και στη βάση δημογραφικών, κοινωνικοοικονομικών ή συμπεριφορικών προτύπων, καθώς παρουσιάζονται ενδιαφέροντα ευρήματα που διαφοροποιούνται ανά εξεταζόμενη μεταβλητή και έτος ανάλυσης, λαμβάνοντας πάντα υπόψη ότι οι εξεταζόμενοι δημογραφικοί παράγοντες ερμηνεύουν ένα μικρό ποσοστό της διακύμανσης της ικανοποίησης από τη ζωή, όπως παρατηρείται και σε αντίστοιχες εργασίες (βλ. ενδεικτικά Geerling & Diener, 2020). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι προηγούμενες έρευνες καταδεικνύουν διαφοροποιήσεις στον εντοπισμό στατιστικά σημαντικών διαφορών στην υποκειμενική ευημερία (Tesch-Römer et al., 2007) και τα συναισθήματα (Wollast et al., 2025) ανδρών και γυναικών υπό συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες. Σε αυτό το πλαίσιο, η μελλοντική έρευνα θα μπορούσε να εστιάσει στον ταυτόχρονο έλεγχο όλων των μεταβλητών, ώστε να απομονωθούν οι ισχυρότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ικανοποίησης από τη ζωή, ενσωματώνοντας παράλληλα και πρόσθετες ερμηνευτικές μεταβλητές οικονομικές και μη, στην προσπάθεια να προσεγγίσουμε μια τόσο σύνθετη και πολύπλευρη έννοια.

Τέλος, τα ευρήματα αυτά μπορούν να φανούν χρήσιμα στους διαμορφωτές πολιτικής, καθώς μπορούν να συμβάλλουν στον σχεδιασμό πιο στοχευμένων και ολιστικών παρεμβάσεων. Η αναδόμηση της θεσμικής εμπιστοσύνης, η ρύθμιση του ψηφιακού περιβάλλοντος, ιδιαίτερα για την προστασία των νέων από τα χαμηλότερα κοινωνικοoικονομικά στρώματα, καθώς και η ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου πέραν του στενά οικογενειακού πυρήνα συνιστούν κρίσιμους τομείς για παρέμβαση. Ούτως ή άλλως, η μέτρηση της ικανοποίησης από τη ζωή είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί ως εργαλείο αξιολόγησης των επιπτώσεων από την άσκηση κοινωνικών πολιτικών (Veenhoven, 1996), λαμβάνοντας υπόψη ότι η επίτευξη της υποκειμενικής ευημερίας δεν ακολουθεί ενιαία διαδρομή, αλλά εξαρτάται από τη σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ κουλτούρας, προσωπικότητας, γνωστικών διεργασιών και αντικειμενικών συνθηκών (Diener et al., 1999).

Βιβλιογραφία

Allais, M. (1979). The so-called Allais paradox and rational decisions under uncertainty. Στο M. Allais & O. Hagen (Eds.), Expected utility hypotheses and the Allais paradox (Theory and Decision Library, Vol. 21). Springer.

Allais, M. (1953). Le comportement de l’homme rationnel devant le risque: Critique des postulats et axiomes de l’école Américaine. Econometrica, 21(4), 503–546.

Baucells, M., & Villasís, A. (2010). Stability of risk preferences and the reflection effect of prospect theory. Theory and Decision, 68(1), 193–211.

Bourdieu, P. (1984). Distinction: A Social critique of the judgement of taste (R. Nice, Trans.). Harvard University Press.

Carstensen, L. L. (1999). Taking time seriously: A theory of socioemotional selectivity. American Psychologist, 54(3), 165–181.

Diener, E., & Seligman, M. E. P. (2004). Beyond money: Toward an economy of well-being. Psychological Science in the Public Interest, 5(1), 1–31.

Diener, E., Sapyta, J. J., & Suh, E. (1998). Subjective well-being is essential to well-being. Psychological Inquiry, 9(1), 33–37.

Diener, E., Suh, E. M., Lucas, R. E., & Smith, H. L. (1999). Subjective well-being: Three decades of progress. Psychological Bulletin, 125(2), 276–302.

Field, A. (2013). Discovering statistics using IBM SPSS statistics (4th ed.). Sage Publications.

Gallup (2025). State of the World’s Emotional Health 2025. Gallup.

Gawrych, M., Cichoń, E., & Kiejna, A. (2021). COVID-19 pandemic fear, life satisfaction and mental health at the initial stage of the pandemic in the largest cities in Poland. Psychology, Health & Medicine, 26(1), 107–113.

Geerling, D. M., & Diener, E. (2020). Effect size strengths in subjective well-being research. Applied Research in Quality of Life, 15(1), 167–185.

Gracia, P., Fernandez-Urbano, R., Rubio-Cabañez, M., Celik, S., & Cineli, B. (2026). Problematic social media use and adolescent wellbeing: The role of family socioeconomic status across 43 countries. Στο J. F. Helliwell et al. (Eds.), World happiness report 2026 (pp. 177–199). Wellbeing Research Centre, University of Oxford.

Helliwell, J. F., Layard, R., Sachs, J. D., De Neve, J.-E., Aknin, L. B., & Wang, S. (Eds.). (2026). World happiness report 2026. Wellbeing Research Centre, University of Oxford.

Hofstede, G. (2001). Culture’s consequences: Comparing values, behaviors, institutions and organizations across nations (2nd ed.). Sage Publications.

House, R. J., Hanges, P. J., Javidan, M., Dorfman, P. W., & Gupta, V. (Eds.). (2004). Culture, leadership, and organizations: The GLOBE study of 62 societies. Sage Publications.

Inglehart, R. (1977). The silent revolution: Changing values and political styles among Western publics. Princeton University Press.

Inglehart, R. F. (2018). Modernization, existential security, and cultural change: Reshaping human motivations and society. Στο J. L. L. van Zanden, E. Buringh, & M. Bosker (Eds.), The Oxford handbook of culture and psychology.

Inglehart, R., & Welzel, C. (2005). Modernization, cultural change, and democracy: The human development sequence. Cambridge University Press.

Joshanloo, M., & Jovanović, V. (2020). The relationship between gender and life satisfaction: Analysis across demographic groups and global regions. Archives of Women’s Mental Health, 23(3), 331–338.

Kahneman, D., & Tversky, A. (1979). Prospect theory: An analysis of decision under risk. Econometrica, 47(2), 263–291.

Maslow, A. H. (1943). A theory of human motivation. Psychological Review, 50(4), 370–396.

Metzler, H., Rimé, B., Pellert, M., Niederkrotenthaler, T., Di Natale, A., & Garcia, D. (2023). Collective emotions during the COVID-19 outbreak. Emotion, 23(3), 844–858.

Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD). (2011). How’s life? Measuring well-being. OECD Publishing.

Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD).  (2013). OECD guidelines on measuring subjective well-being. OECDPublishing.

Organisation for Economic Co-operation and Development (OECD). (2025). OECD guidelines on measuring subjective well-being (2025 update). OECD Publishing.

Ozkok, Z., Rosborough, J., & Malloy, B. (2026). Internet use, social media, and wellbeing: The role of trust, social connections, and emotional bonds. Στο J. F. Helliwell et al. (Eds.), World happiness report 2026 (pp. 199–240). Wellbeing Research Centre, University of Oxford.

Pavot, W., & Diener, E. (2009). Review of the satisfaction with life scale. Στο E. Diener (Ed.), Assessing well-being: The collected works of Ed Diener (pp. 101–117). Springer.

Πετράκης, Π. Ε., Κανζόλα, Α.-Μ., & Βασίλης, Γ. (2026). Οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές & αξίες των Ελλήνων 1980–2025, Α΄ τόμος: Άνοδος, ευμάρεια και κρίσεις 1980–2023. Quaestor.

Stanovich, K. E. (2011). Rationality and the reflective mind. Oxford University Press.

Stiglitz, J. E., Sen, A., & Fitoussi, J.-P. (2009). Report by the Commission on the Measurement of Economic Performance and Social Progress.

Sunstein, C. R. (2026). Social media, wasting time, and product traps. Στο J. F. Helliwell et al. (Eds.), World happiness report 2026 (pp. 161–176). Wellbeing Research Centre, University of Oxford.

Tesch-Römer, C., Motel-Klingebiel, A., & Tomasik, M. J. (2007). Gender differences in subjective well-being: Comparing societies with respect to gender equality. Social Indicators Research, 85(3), 329–349.

Veenhoven, R. (1996). The study of life satisfaction. Στο W. E. Saris et al. (Eds.), A comparative study of satisfaction with life in Europe (pp. 11–48). Eötvös University Press.

Wollast, R., Lüders, A., Nugier, A., et al. (2025). Gender inequality and cultural values in explaining gender differences in positive and negative emotions: A comparison of 24 countries during the COVID-19 pandemic. Current Psychology, 44, 7584–7602.

Πηγή: ΚΕΠΕ, Οικονομικές Εξελίξεις, τεύχος 60, 2026, σσ. 72-89

  1. ^  Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον δείκτη βλ. https://www.gallup.com/405494/indicator-global-emotional-wellbeing.aspx.
  2. ^  Λαμβάνοντας υπόψη σχόλιο του κριτή, διευκρινίζεται ότι το ερευνητικό ερώτημα εστιάζει στη στιγμιαία προτίμηση υπό υποθετικές συνθήκες και όχι σε ένα μόνιμο ψυχολογικό γνώρισμα. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι προτιμήσεις κινδύνου εμφανίζουν σημαντικό βαθμό σταθερότητας στον χρόνο, αν και δεν είναι απόλυτα αμετάβλητες (Baucells & Villasís, 2010).
  3. ^  Οι Πίνακες 1 έως 4 καταγράφουν τα στατιστικά σημαντικά ευρήματα που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο χάριν συντομίας.
  4. ^ Σημειώνεται ότι, αν και τα ω² (βλ. Πίνακα 1) είναι σχετικά χαμηλά, με τους δημογραφικούς παράγοντες να ερμηνεύουν ένα μικρό ποσοστό της διακύμανσης της ικανοποίησης από τη ζωή, τα αποτελέσματά μας είναι συνεπή με τη διεθνή βιβλιογραφία. Όπως επισημαίνουν οι Geerling & Diener (2020) σε μία από τις πλέον σύγχρονες και αντιπροσωπευτικές μελέτες για τα μεγέθη επίδρασης στην έρευνα της ευημερίας, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά (φύλο, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση) παρουσιάζουν σταθερά μικρά έως πολύ μικρά μεγέθη επίδρασης, ακόμα και όταν είναι στατιστικά σημαντικά.