Το κρίσιμο διακύβευμα της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα δέκα χρόνια συνοψίζεται σε μία λέξη: σύγκλιση. Η προσέγγιση προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο εξακολουθεί να προσκρούει σε τρία διαρθρωτικά εμπόδια – τη χαμηλή παραγωγικότητα, το έλλειμμα παραγωγικών επενδύσεων και τον κατακερματισμό της παραγωγικής βάσης. Καμία από αυτές τις προκλήσεις δεν αντιμετωπίζεται χωρίς σταθερή και επαρκή χρηματοδότηση. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η ανάπτυξη χρειάζεται πόρους –αυτό είναι δεδομένο– αλλά από πού θα προέλθουν και, κυρίως, πώς θα αξιοποιηθούν.

Την περασμένη δεκαετία η χρηματοδότηση της ανάκαμψης στηρίχθηκε στη νομισματική στήριξη της πανδημίας και στους ευρωπαϊκούς πόρους –το ΕΣΠΑ, την Κοινή Αγροτική Πολιτική και το Ταμείο Ανάκαμψης– που μαζί με τα δάνεια του RRF αντιστοιχούν σε περίπου 107 δισ. ευρώ, κατά την περίοδο 2018-2027, ενώ η συνολική επενδυτική χρηματοδότηση, συμπεριλαμβανομένων της εθνικής συμμετοχής, της τραπεζικής πίστης και της μόχλευσης μέσω ΕΤΕπ/InvestEU, υπερακοντίζει τα μεγέθη αυτά. Ο κύκλος αυτός, ωστόσο, αλλάζει. Για την περίοδο 2028-2037, οι καθαρές ευρωπαϊκές εισροές θα μπορούσαν να κυμανθούν μεταξύ 44 και 74 δισ. ευρώ και η συνολική χρηματοδότηση να ξεπεράσει αυτή της περιόδου 2018-2027, ανάλογα με την επιτυχία της μόχλευσης. Τη σκυτάλη όμως θα αναλάβει, μαζί με τους (μη ανταγωνιστικούς) ευρωπαϊκούς πόρους, το εγχώριο τραπεζικό σύστημα μαζί με την ενεργοποίηση της ελληνικής οικονομίας (ανταγωνιστικές επιδοτήσεις προς τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα). Μπαίνουμε στη δύσκολη περίοδο της αποτελεσματικότητας των διαθέσιμων πόρων και όχι απλώς της απορροφητικότητάς τους. Εδώ ακριβώς τοποθετείται το ζήτημα των τραπεζών αφήνοντας, προς το παρόν εκτός, το ζήτημα της ενεργοποίησης της συνολικής οικονομικής πολιτικής.

Η καλή είδηση είναι ότι το τραπεζικό σύστημα είναι πλέον σε θέση να το πράξει. Οι τράπεζες ολοκλήρωσαν μια αξιοσημείωτη εξυγίανση: ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποχώρησε από το περίπου 45% στην κορύφωση της κρίσης σε 3,4%, κυρίως χάρη στον μηχανισμό «Ηρακλής». Η κερδοφορία αποκαταστάθηκε, η ρευστότητα είναι άφθονη, ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας στο 198,8% στα τέλη του 2025, οι καταθέσεις παρουσιάζονται ιδιαίτερα αυξημένες, ενώ η πιστοληπτική αξιολόγηση αναβαθμίστηκε σε BBB+, μία βαθμίδα κάτω από την κατηγορία Α. Ενδεικτικό της μετάβασης: η χρηματιστηριακή αξία του κλάδου υπερβαίνει σήμερα τα 50 δισ. ευρώ, από λιγότερο από 1 δισ. στο αποκορύφωμα της κρίσης. Η δυναμική αποτυπώνεται ήδη. Η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις έφθασε περί το 12% το 2025 –τριπλάσια του μέσου όρου της ευρωζώνης– με νέες χορηγήσεις που ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ, ενώ τον Μάιο του 2026 ο ρυθμός παραμένει στο 9,8%. «Υπάρχει ρευστότητα που περιμένει να γίνει ανάπτυξη», είπε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης.

Προσοχή λοιπόν, δεν βρισκόμαστε πια μπροστά σε έλλειψη ρευστότητας, αλλά μπροστά στο ζήτημα της ποιότητας χρηματοδοτήσεων. Για κάθε 100 ευρώ καταθέσεων, οι ελληνικές τράπεζες δανείζουν σήμερα περίπου 70, όταν ο μέσος όρος της ευρωζώνης αγγίζει τα 100 – χάσμα που αντανακλά όχι αδυναμία προσφοράς αλλά ανεπάρκεια ώριμης επενδυτικής ζήτησης. Όμως η παραγωγικότητα εργασίας παραμένει η χαμηλότερη στην Ε.Ε. –περί το 54,5% του μέσου όρου– η παραγωγική βάση κατακερματισμένη, με τις πολύ μικρές επιχειρήσεις να απασχολούν το 47,5% των εργαζομένων και η παραγωγικότητα των μικρομεσαίων μόλις το 25,5% εκείνης των μεγάλων. Αν οι νέες πιστώσεις δεν κατευθυνθούν σε χρήσεις χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δεν θα έλθει η σύγκλιση. 

Τι σημαίνει, λοιπόν, «ποιότητα χορηγήσεων»; Κατεύθυνση σε παραγωγικές επενδύσεις και μόχλευση: κάθε ευρώ τραπεζικής πίστης οφείλει να ενεργοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια. Σημαίνει, παράλληλα, νέα χρηματοδοτικά εργαλεία: χρηματοδότηση εξαγορών και συγχωνεύσεων, στοχευμένα προϊόντα για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που επιδιώκουν μεγέθυνση, αξιοποίηση κεφαλαιαγορών δίπλα στην τραπεζική πίστη. Διαφορετικά, άφθονη ρευστότητα μπορεί κάλλιστα να συνυπάρξει με στάσιμη παραγωγικότητα και υπερχρέωση.

Δύο συμπεράσματα προκύπτουν. Οι τράπεζες δεν μπορούν –ούτε πρέπει– να σηκώσουν μόνες τους το βάρος. Ο ισχυρός δεσμός κράτους-κοινωνίας-τραπεζών (63% των υψηλής ποιότητας ρευστών στοιχείων σε ελληνικά ομόλογα και αρκετά δισεκατομμύρια διασωστικά κεφάλια), η μεγάλη συμμετοχή αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων στα εποπτικά κεφάλαια (43,4%) και οι αυστηρότερες κανονιστικές απαιτήσεις οριοθετούν τα περιθώρια. Οι επενδυτικές ανάγκες έως το 2037 υπερβαίνουν κατά πολύ τα 100 δισ. ευρώ και απαιτούν τη βαθύτερη ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, τη μόχλευση μέσω ΕΤΕπ/InvestEU. Εξάλλου σε τελική ανάλυση το παιχνίδι απαιτεί δύο δυνάμεις: προσφορά πιστώσεων και ζήτηση των πιστώσεων. Και υπάρχει και η τρίτη (οικονομική πολιτική) που δημιουργεί συμπληρωματικότητες και μόχλευση. Όταν μάλιστα η ζήτηση εμποδίζεται (constrained) από τον πολυκερματισμό, την περιορισμένη εξωστρέφεια και την παγίδα μεσαίας τεχνολογίας, τα καθήκοντα της οικονομικής πολιτικής και της δημόσιας διοίκησης γίνονται δυσκολότερα. Για να μην αναφέρουμε την παγκόσμια (πολεμική) αβεβαιότητα.

Η επόμενη δεκαετία (και το μέλλον μας) θα κριθεί στην ικανότητά μας να κατευθύνουμε τους πόρους σε παραγωγικές, υψηλής αξίας χρήσεις με κύρια δύναμη αυτήν τη φορά το τραπεζικό σύστημα, ώστε η χρηματοδότηση να μεταφραστεί σε ένα δυναμικό, βιώσιμο, δίκαιο και ανθεκτικό αναπτυξιακό πρότυπο.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Real News, 2 Αυγούστου 2026