Οι λέξεις της σημερινής οικονομικής εποχής είναι «αβεβαιότητα» και «ανθεκτικότητα». Έτσι, όροι που για χρόνια παρέμεναν στο λεξιλόγιο του δημόσιου διαλόγου, όπως, π.χ., η «λιτότητα», αποκτούν πολιτικό βάρος και αρχίζουν να περιγράφουν την καθημερινή εμπειρία. Σήμερα δύο λέξεις φαίνεται να συνοψίζουν καλύτερα το οικονομικό γίγνεσθαι: η αβεβαιότητα και η ανθεκτικότητα.
Η αβεβαιότητα έχει ιδιαίτερη θέση στην οικονομική σκέψη. Ο Φρανκ Νάιτ είχε διαχωρίσει, πριν από έναν αιώνα, τον κίνδυνο, όπου μπορούμε να εκτιμήσουμε πιθανότητες, από την αβεβαιότητα, όπου οι πιθανότητες παραμένουν άγνωστες. Η διάκριση επανέρχεται στην επικαιρότητα. Οι οικονομίες καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι ενεργειακές ανατροπές, οι τεχνολογικές εξελίξεις, η κλιματική αλλαγή και οι δημογραφικές πιέσεις αλληλεπιδρούν και μεταβάλλουν συνεχώς το πεδίο των αποφάσεων. Η έννοια της πολυκρίσης περιγράφει ακριβώς τη συνύπαρξη και την αλληλεπίδραση διαφορετικών διαταραχών. Η οικονομική πολιτική είχε οργανωθεί επί δεκαετίες γύρω από την πρόβλεψη και τη βελτιστοποίηση. Εντοπίζαμε την πιθανότερη εξέλιξη και σχεδιάζαμε την καλύτερη δυνατή πολιτική για εκείνο το σενάριο. Όταν όμως αυξάνεται η ριζική αβεβαιότητα, η πρόβλεψη χάνει μέρος της καθοδηγητικής της δύναμης. Το ερώτημα μετατοπίζεται: ποια οικονομία μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί όταν οι εξελίξεις αποκλίνουν αισθητά από όσα περιμέναμε;
Εδώ βρίσκεται η ουσία της δεύτερης λέξης. Η ανθεκτικότητα εισήλθε τόσο δυναμικά στο ευρωπαϊκό οικονομικό λεξιλόγιο ώστε έδωσε το όνομά της στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η έννοιά της είναι ευρύτερη από την αντοχή. Περιλαμβάνει την ικανότητα απορρόφησης των κραδασμών, την προσαρμογή στις νέες συνθήκες και, στο υψηλότερο επίπεδο, τον μετασχηματισμό του ίδιου του παραγωγικού και θεσμικού προτύπου. Η σύγχρονη προσέγγιση ενδιαφέρεται λιγότερο για την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση και περισσότερο για την ικανότητα μιας οικονομίας να βγαίνει από μια κρίση με ισχυρότερες παραγωγικές και θεσμικές βάσεις.
Η ελληνική περίπτωση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από το 2009 και μετά η χώρα πέρασε από κρίση χρέους, βαθιά ύφεση, πανδημία, ενεργειακό σοκ, πληθωριστικές πιέσεις και αλλεπάλληλες γεωπολιτικές αναταράξεις. Παρά την εγγενή ευπάθεια μιας μικρής και ανοικτής οικονομίας, η Ελλάδα απέκτησε μεγαλύτερη δημοσιονομική σταθερότητα και βελτίωσε σημαντικά την ικανότητά της να απορροφά εξωτερικές διαταραχές. Η ανθεκτικότητα, όμως, κρίνεται σε περισσότερα από ένα πεδία: στην παραγωγικότητα, στις επενδύσεις, στην ενεργειακή ασφάλεια, στην τεχνολογία, στους θεσμούς και στη δυνατότητα άσκησης μακροχρόνιας πολιτικής. Το πλέγμα των μεταξύ τους σχέσεων είναι σύνθετο και καθορίζει το τελικό αποτέλεσμα. Όμως έχει διαπιστωθεί ότι όταν εφαρμόζονται πολιτικές στους τομείς αυτούς, αναπτύσσεται η ανθεκτικότητα αλλά ταυτοχρόνως αντιμετωπίζεται και η αβεβαιότητα. Και εδώ βρίσκεται η ισχυρή σύνδεση των δύο εννοιών. Υπάρχει συγχρόνως μια λιγότερο ορατή διάσταση της αβεβαιότητας: η επίδρασή της στη συμπεριφορά. Οι συνεχείς διαταραχές περιορίζουν τον χρονικό ορίζοντα των πολιτών και των επιχειρήσεων. Στην Ελλάδα, οι έρευνες της περιόδου 2019-2025 καταγράφουν ισχυρή αποστροφή προς τον κίνδυνο και αυξανόμενη προσήλωση στην οικονομική ασφάλεια. Το 2025 η κοινωνία εμφανίζεται περισσότερο προσανατολισμένη στην αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων και λιγότερο στον σχεδιασμό του μέλλοντος. Η θέση υπέρ του μακροχρόνιου σχεδιασμού παραμένει παρά πολύ χαμηλή. Το εύρημα έχει μεγάλη οικονομική σημασία. Όταν ο ορίζοντας μικραίνει, τα νοικοκυριά επιδιώκουν περισσότερη ασφάλεια, οι επιχειρήσεις γίνονται επιφυλακτικότερες απέναντι στις μακροχρόνιες επενδύσεις, με άλλα λόγια η επένδυση γίνεται ακριβότερη και η κατανάλωση φθηνότερη. Συγχρόνως η κοινωνία ζητεί συχνότερα άμεση προστασία ανοίγοντας την πόρτα στον δημοσιονομικό λαϊκισμό και στην ταυτοτική κρίση. Η αβεβαιότητα λειτουργεί έτσι σαν πρόσθετη επιβάρυνση στις παραγωγικές αποφάσεις. Ιδίως οι επενδύσεις στην έρευνα, στην τεχνολογία και στην καινοτομία, όπου η απόδοση βρίσκεται μακριά στον χρόνο, χρειάζονται θεσμική πρόβλεψη και σταθερούς κανόνες.
Γι’ αυτό η ανθεκτικότητα αποκτά πλέον διαφορετικό περιεχόμενο. Χρειάζεται μακροοικονομική σταθερότητα, κοινωνική συνοχή, εύρυθμες αγορές και περιβαλλοντική προστασία. Απαιτεί επίσης επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, ενεργειακά δίκτυα, τεχνολογία και υποδομές, οι οποίες παραμένουν χρήσιμες κάτω από διαφορετικές εκδοχές του μέλλοντος.
Οι δύο λέξεις της οικονομικής εποχής συνδέονται λοιπόν οργανικά. Η αβεβαιότητα περιγράφει έναν κόσμο όπου η δυνατότητα ασφαλούς πρόβλεψης περιορίζεται. Η ανθεκτικότητα εκφράζει την ικανότητα να συνεχίζουμε να σχεδιάζουμε μέσα σε εκείνον τον κόσμο. Και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για την οικονομική πολιτική των επόμενων ετών βρίσκεται ακριβώς εκεί: να περάσουμε από τη διαχείριση της επόμενης κρίσης στη δημιουργία μιας οικονομίας που θα είναι καλύτερα προετοιμασμένη πριν η κρίση εμφανιστεί.
Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, 20 Σεπτεμβρίου 2026

