Τους λόγους που η ενεργοποίηση της δημοσιονομικής ρήτρας διαφυγής για την ενέργεια αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία εξηγεί σε συνέντευξή του στο Liberal, o oμότιμος καθηγητής Οικονομικών του ΕΚΠΑ, Παναγιώτης E. Πετράκης.
O ίδιος αναλύει τι σημαίνει στην πράξη για τις δημόσιες επενδύσεις ο μηχανισμός αυτός, γιατί δεν πρόκειται για «νέα ευρωπαϊκά χρήματα» και πώς μπορεί να συμβάλει στη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης και στην ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας.
Κ. Πετράκη, η κυβέρνηση υπέβαλε αίτημα για την ενεργοποίηση της Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής για τις ενεργειακές επενδύσεις. Τι ακριβώς είναι αυτός ο μηχανισμός και γιατί θεωρείται σημαντικός για την Ελλάδα;
Αρχικά να αναφέρουμε ότι η σημασία του μηχανισμού είναι μεγάλη και δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά συνολικά τις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν τη δυνατότητα να τον αξιοποιήσουν. Ο λόγος είναι ότι, όταν ένα κράτος υπερβαίνει τα δημοσιονομικά όρια που έχουν τεθεί στο πλαίσιο των εθνικών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων, δεν μπορεί να προχωρήσει σε πρόσθετες δαπάνες χωρίς να παραβιάσει τους κανόνες.
Για να κατανοήσουμε όμως γιατί η συγκεκριμένη δυνατότητα είναι τόσο σημαντική, πρέπει να δούμε πρώτα το αναπτυξιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρισκόμαστε. Το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται σταδιακά και αυτό σημαίνει ότι μειώνεται η συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων στην ανάπτυξη του ΑΕΠ. Από εδώ και πέρα η ελληνική οικονομία θα πρέπει να διατηρήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εισροή επενδυτικών κεφαλαίων, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς της τάξης του 1,5%-2%.
Υπό αυτή την έννοια, η αξιοποίηση κάθε διαθέσιμου δημοσιονομικού εργαλείου αποκτά στρατηγική σημασία.
Ο μηχανισμός της ρήτρας διαφυγής εφαρμόστηκε αρχικά για τις αμυντικές δαπάνες και, μετά την απόφαση του Ιουνίου του 2026, επεκτείνεται και στις επενδύσεις που αφορούν την ενεργειακή ασφάλεια.
Στην πράξη, δημιουργείται επιπλέον δημοσιονομικός χώρος. Αντί να μιλάμε με ποσοστά, ας το δούμε σε απόλυτους αριθμούς: υπάρχει δυνατότητα αύξησης των δημόσιων δαπανών περίπου κατά 3,6% σε σχέση με το έτος αναφοράς, δηλαδή σχεδόν κατά 3,7 δισ. ευρώ.
Στα ποσά αυτά προστίθεται περίπου 1 δισ. ευρώ που μπορεί να διατεθεί για αμυντικές δαπάνες, ενώ για την ενεργειακή ασφάλεια δημιουργείται επιπλέον δημοσιονομικός χώρος της τάξης των 780 εκατ. έως περίπου 1 δισ. ευρώ.
Οι πόροι αυτοί μπορούν να κατευθυνθούν σε έργα που ενισχύουν την ενεργειακή απόδοση των υποδομών, όπως το «Εξοικονομώ», σε επενδύσεις αποθήκευσης ενέργειας από ΑΠΕ, αλλά και σε άλλες ενεργειακές υποδομές στρατηγικής σημασίας.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν πρόκειται για νέα χρήματα που δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσεις δημοσιονομικό χώρο που μέχρι σήμερα δεν μπορούσες να αξιοποιήσεις.
Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε τώρα να ανοίξει αυτό το «παράθυρο» για τις ενεργειακές επενδύσεις;
Είναι πλέον σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτησή της από τις εισαγόμενες ενεργειακές πρώτες ύλες και συνολικά από εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν την ενεργειακή της ασφάλεια.
Η Κομισιόν φαίνεται ότι έχει πλέον συνειδητοποιήσει πως η γεωενεργειακή κρίση δεν είναι μια προσωρινή κατάσταση. Είτε πρόκειται για τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ είτε για τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι παράγοντες που διατηρούν υψηλές τις τιμές της ενέργειας δύσκολα θα εκλείψουν στο άμεσο μέλλον.
Ακόμη και αν υπάρξουν προσωρινές αποκλιμακώσεις στις γεωπολιτικές εντάσεις, οι τιμές του πετρελαίου εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, γύρω στα 80-90 δολάρια το βαρέλι, ενώ και οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν σημαντικά τις τιμές του φυσικού αερίου.
Όλα αυτά δείχνουν ότι η Ευρώπη δεν επιχειρεί να αντιμετωπίσει μόνο μια πρόσκαιρη κρίση, αλλά να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση αξιοποιεί τη δυνατότητα που δίνει η νέα ευρωπαϊκή πολιτική, καθώς τα υφιστάμενα δημοσιονομικά περιθώρια έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί. Η νέα ρήτρα δεν δημιουργεί επιπλέον πόρους, αλλά επιτρέπει να πραγματοποιηθούν επενδύσεις που διαφορετικά θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να χρηματοδοτηθούν, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται δημοσιονομικός χώρος για άλλες παρεμβάσεις.
Μπορεί η αξιοποίηση του συγκεκριμένου μηχανισμού να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και να λειτουργήσει ως μοχλός προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα;
Η ερώτησή σας αγγίζει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της επόμενης δεκαετίας: το παραγωγικό πρότυπο της ελληνικής οικονομίας και το κατά πόσο οι δημόσιες επενδύσεις μπορούν να συμβάλουν στην αλλαγή του.
Η περίοδος που ακολουθεί θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει σημαντικούς πόρους για τα επόμενα χρόνια. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο η ύπαρξη των κεφαλαίων, αλλά η αποτελεσματική αξιοποίησή τους.
Ένα μέρος αυτής της προσπάθειας συνδέεται και με τη δυνατότητα που δημιουργεί η ρήτρα διαφυγής. Για να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα, απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ του τραπεζικού συστήματος, του δημόσιου μηχανισμού και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Μόνο εφόσον λειτουργήσουν συμπληρωματικά αυτοί οι τρεις πυλώνες μπορούν να προκύψουν πραγματικά πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία.
Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι κάθε μία μονάδα δημόσιας δαπάνης σε τέτοιου είδους επενδύσεις μπορεί να δημιουργήσει συνολική οικονομική δραστηριότητα της τάξης του 1,2 έως 1,3. Επομένως, η αξία των επενδύσεων δεν περιορίζεται στο ονομαστικό ύψος τους.
Το σημαντικότερο όφελος, ωστόσο, είναι άλλο: η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς περιοριστικούς παράγοντες της ανάπτυξης και της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας. Εκεί πρέπει να κατευθυνθεί η προσπάθεια τόσο του κράτους όσο και της δημόσιας διοίκησης και του ιδιωτικού τομέα.
Άρα, το μεγαλύτερο όφελος είναι ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία μπορεί να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους και της εξάρτησης της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα;
Ακριβώς εκεί αποσκοπεί. Και τα οφέλη δεν είναι μόνο ενεργειακά, αλλά και δημοσιονομικά.
Θα πρέπει, όμως, να ξεκαθαρίσουμε κάτι: κανείς δεν δίνει στην Ελλάδα επιπλέον 700 ή 800 εκατ. ευρώ. Δεν πρόκειται για νέα χρηματοδότηση.
Αυτό που προσφέρει η ρήτρα διαφυγής είναι η δυνατότητα να χρησιμοποιήσεις δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος διαφορετικά δεν θα ήταν διαθέσιμος. Επειδή δημιουργείται αυτή η ευελιξία, μπορείς να διαθέσεις τον δημοσιονομικό χώρο που εξοικονομείται σε άλλες δράσεις και προτεραιότητες.
Με άλλα λόγια, η αύξηση του ορίου που προβλέπει η ρήτρα διαφυγής, τόσο για την ενέργεια όσο και για τις αμυντικές δαπάνες, αυξάνει ουσιαστικά τους βαθμούς ελευθερίας της δημοσιονομικής πολιτικής. Δίνει στην κυβέρνηση μεγαλύτερη δυνατότητα να σχεδιάσει και να υλοποιήσει τις πολιτικές που θεωρεί αναγκαίες.
Πιστεύω ότι αυτή η μεγαλύτερη ευελιξία θα αποτυπωθεί και στις ανακοινώσεις του οικονομικού προγράμματος στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Επομένως, δεν πρόκειται μόνο για μια προοπτική που δημιουργείται για το μέλλον. Η δημοσιονομική πολιτική αποκτά ήδη από σήμερα μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων.
Πόσο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα;
Είναι εξαιρετικά σημαντικό, διότι η χώρα βρίσκεται σήμερα σε θέση να αξιοποιήσει αυτή τη δημοσιονομική ευελιξία.
Αν η Ελλάδα παρουσίαζε πολύ υψηλότερα ελλείμματα, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, για παράδειγμα στη Γαλλία, είτε δεν θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα είτε θα το έκανε με επιδείνωση των δημοσιονομικών της μεγεθών.
Σήμερα, όμως, υπάρχει η δυνατότητα να εκμεταλλευτούμε τα οφέλη που δημιουργούνται από το νέο πλαίσιο. Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που πρέπει να αναδειχθούν.
Η ευελιξία αυτή ανοίγει ένα παράθυρο τόσο για νέες επενδύσεις όσο και για τη δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου που μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος της οικονομίας και των πολιτών.
Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, μεγαλύτερη πρόκληση για τα επόμενα χρόνια;
Η μεγάλη πρόκληση είναι να αυξήσουμε σημαντικά το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων την επόμενη δεκαετία και, κυρίως, να κατευθύνουμε τους διαθέσιμους πόρους σε έργα που αυξάνουν την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Αυτή είναι η μεγάλη ευκαιρία που ανοίγεται σήμερα και δεν πρέπει να χαθεί.
Η ελληνική οικονομία διαθέτει δύο πολύ σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα.
Το πρώτο είναι να εξελιχθεί σε κόμβο ενεργειακών ροών, αξιοποιώντας τις διασυνδέσεις με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, την Αφρική, το Ισραήλ, την Κύπρο και συνολικά την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Το δεύτερο είναι να αναδειχθεί σε κόμβο διαχείρισης δεδομένων μέσω της ανάπτυξης μεγάλων data centers. Πρόκειται για έναν τομέα που ασφαλώς παρουσιάζει προκλήσεις, αλλά προσφέρει και σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες.
Η Ελλάδα δύσκολα μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην παραγωγή της παγκόσμιας τεχνολογικής καινοτομίας. Μπορεί όμως, αξιοποιώντας τη γεωγραφική και γεωστρατηγική της θέση, να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτούς τους δύο τομείς.
Οι επενδύσεις που μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέσω της ρήτρας διαφυγής υπηρετούν ακριβώς τον πρώτο από αυτούς τους δύο στρατηγικούς στόχους: τη σταδιακή μετατροπή της χώρας σε έναν ισχυρό ενεργειακό κόμβο της ευρύτερης περιοχής.
Η συμμετοχή μας, λοιπόν, στον επερχόμενο παγκόσμιο καταμερισμό των έργων δεν θα εξαρτηθεί μόνο από την δυνατότητα μας να παράγουμε νέα τεχνολογία (που από μόνο του είναι βέβαια πολύ σημαντικό αλλά καταλαβαίνουμε ότι αυτό ήδη συμβαίνει σε στρατηγικά κέντρα ) αλλά και από την δυνατότητα να έχουμε ένα καθοριστικό ρόλο στις απαιτούμενες νέες υποδομές (ενεργειακά δίκτυα ,δίκτυα μεταφοράς πληροφοριών και οικονομικής ασφάλειας) στα οποία λόγω δημοσιονομικής ισορροπίας και στρατηγικής θέσης) μπορούμε να έχουμε κυρίαρχη θέση.
Η αξιοποίηση, λοιπόν, κάθε δυνατότητας που έχουμε (όπως οι ευρωπαϊκές ρήτρες διαφυγής) εξυπηρετούν στρατηγικά προς την κατεύθυνση αυτή αυξάνοντας και τους βαθμούς ελευθερίας στο παρόν για τη βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας.
Πηγή: liberal.gr, 7/8/2026