Κάθε φορά που ρωτάμε το ChatGPT κάτι και παίρνουμε μια απάντηση μέσα σε δευτερόλεπτα, εύκολα ξεχνάμε ένα βασικό ερώτημα: ποιος βρίσκεται πίσω από αυτή την «ευφυΐα»; Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει την Τεχνητή Νοημοσύνη να είναι μια πρόσφατη επανάσταση, γεννημένη μαζί με τους ψηφιακούς υπολογιστές του 20ού αιώνα και ολοκληρωμένη με την πρόσφατη έκρηξη των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (Large Language Models). Η κριτική ιστορία της τεχνολογίας, όμως, δείχνει κάτι διαφορετικό: η ιδέα ότι μπορούμε να αποδώσουμε νοημοσύνη σε μια μηχανή δεν είναι καθόλου καινούργια. Είναι, όπως έχει γράψει ο ιστορικός της τεχνολογίας Τέλης Τύμπας, καθηγητής στο ΙΦΕ του ΕΚΠΑ, ένας «ασίγαστος πόθος» που συνοδεύει τον καπιταλισμό από τη γέννησή του, από το εμπορικό κεφάλαιο έως τη βιομηχανική επανάσταση και τη σημερινή ψηφιακή εποχή. Η ΤΝ δεν είναι ένα ουδέτερο επιστημονικό επίτευγμα που εμφανίστηκε ξαφνικά. Είναι μια ιδεολογία βαθιά ριζωμένη στη νεωτερικότητα, που κάθε φορά ξαναγράφει τη σχέση μας με την εργασία, τη φύση και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Οι πρώτοι «έξυπνοι» μηχανισμοί

Η ιστορία αυτή δεν ξεκινά με τα κυκλώματα, αλλά με τους μύλους. Στην εποχή του εμπορικού καπιταλισμού, η επιδίωξη κατασκευής νοημόνων μηχανών εκφράστηκε μέσα από αυτό που θα λέγαμε «έξυπνους μηχανισμούς». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Theatrum Machinarum Novum (Νέο Μηχανικό Θέατρο, 1661) του Andreas George Böckler: στις γκραβούρες του, το υποκείμενο της ιστορίας παύει να είναι ο άνθρωπος και γίνεται ο ίδιος ο μηχανισμός, ο υδρόμυλος, ο ανεμόμυλος. Μια οπτική αδιανόητη για την κλασική αρχαιότητα ή το Βυζάντιο, που θέτει ήδη τις βάσεις όσου σήμερα ονομάζουμε τεχνολογικό ντετερμινισμό (technological determinism). Στην ίδια εποχή εμφανίζονται και διατάξεις για την αύξηση της πνευματικής παραγωγικότητας, όπως ο μηχανικός κύλινδρος ανάγνωσης πολλαπλών βιβλίων, πρόγονος της ιδέας του «memex» που θα διατύπωνε ο Vannevar Bush αιώνες αργότερα, το 1945, στις απαρχές της ηλεκτρονικής εποχής.

Με τη μετάβαση στον βιομηχανικό καπιταλισμό, τον 18ο αιώνα, η ανάγκη για αυτοματοποίηση και έλεγχο γεννά την ατμομηχανή, και μαζί της έναν από τους πιο εύγλωττους προγόνους της σημερινής ΤΝ: τον «κυβερνήτη» (governor) του James Watt. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν πρώιμο, αναλογικό, «online» υπολογιστή. Μέσω ενός συστήματος αρνητικής ανατροφοδότησης (negative feedback) με φυγόκεντρα σφαιρίδια, ο κυβερνήτης ρύθμιζε αυτόματα την ταχύτητα της μηχανής, απελευθερώνοντας τη λειτουργία του εργοστασίου από τις απρόβλεπτες μεταβολές της ανθρώπινης και της φυσικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος όρος έδωσε αργότερα το όνομά του στην «Κυβερνητική» (Cybernetics) του Norbert Wiener: ήδη τότε, ο μηχανισμός γινόταν αντιληπτός ως κάτι εξαιρετικά «ευφυές».

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη διαδικασία απόκρυψης: η δημιουργία του «μαύρου κουτιού» (black box) της τεχνολογίας. Βλέπουμε την είσοδο και την έξοδο της μηχανής, όχι το εσωτερικό της, όπου εγκιβωτίζεται και εξαφανίζεται η ζωντανή ανθρώπινη εργασία και νόηση που την έκανε να λειτουργεί. Αυτή η απόκρυψη είναι που επιτρέπει, τελικά, να προβάλλεται η νοημοσύνη της μηχανής ως «τεχνητή».

Οι γυναίκες που εξαφανίστηκαν από την ιστορία των υπολογιστών

Αν υπάρχει μια στιγμή όπου το «μαύρο κουτί» αποκτά όνομα και πρόσωπο, είναι ο ENIAC. Στη δεκαετία του 1940, με τον κόσμο βυθισμένο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σχεδόν διακόσιες γυναίκες εργάστηκαν ως «υπολογιστές» εκτελώντας με το χέρι υπολογισμούς βαλλιστικής για τον αμερικανικό στρατό. Ο όρος «computer», όπως τεκμηριώνει η ιστορικός της τεχνολογίας Jennifer Light στη μελέτη της «Όταν οι υπολογιστές ήταν γυναίκες», αναφερόταν αρχικά σε ανθρώπους, όχι σε μηχανές. Έξι από αυτές τις γυναίκες επιλέχθηκαν για να προγραμματίσουν τον ENIAC, τον πρώτο γενικού σκοπού ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Η ιστορία που έμεινε γνωστή, όμως, δεν είναι η δική τους. Τα ονόματα των μηχανικών J. Presper Eckert και John Mauchly εξυμνήθηκαν ως εφευρέτες, ενώ οι γυναίκες που έγραψαν το λογισμικό, χωρίς εγχειρίδια, χωρίς προϋπάρχουσα γλώσσα προγραμματισμού, έμειναν αθέατες. Η εργασία τους ταξινομήθηκε ως «υπο-επαγγελματική» (subprofessional), σχεδόν υπαλληλική, ενώ σήμερα ο προγραμματισμός θεωρείται αντικείμενο υψηλού κύρους και σχεδόν αποκλειστικά ανδρικό πεδίο. Το παράδοξο είναι χαρακτηριστικό: την ίδια στιγμή που ο πολεμικός τύπος διαφήμιζε την είσοδο των γυναικών σε τεχνικά επαγγέλματα, η πολυπλοκότητα της πραγματικής δουλειάς τους υποβαθμιζόταν συστηματικά. Η ιστορία θυμήθηκε το υλισμικό (hardware), τη μηχανή που έφτιαξαν οι άνδρες, και ξέχασε το λογισμικό (software), τη νόηση που ενσωμάτωσαν σε αυτήν οι γυναίκες.

Από το ChatGPT ως τους εργάτες της Κένυας

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως αυτή είναι μια ιστορία περασμένων δεκαετιών, ξεπερασμένη στην εποχή της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης (Generative Artificial Intelligence – GenAI), που σήμερα τρέχει σε κάθε κινητό, σε κάθε browser, σε κάθε εφαρμογή γραφείου. Η ιστορική ανάλυση δείχνει το αντίθετο. Μετά το 1980, στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, η ιδεολογία της ΤΝ μετατοπίζεται από τα κεντρικά, κρατικά συστήματα στις δικτυωμένες συσκευές που κρατάμε στην τσέπη μας. Το ChatGPT και τα συναφή μοντέλα προβάλλονται σήμερα ως η απόλυτη αυτοματοποίηση της σκέψης. Όμως πίσω από αυτή τη φαινομενικά ασώματη ευφυΐα κρύβεται, για ακόμη μία φορά, ένα αθέατο και συχνά εκμεταλλευόμενο ανθρώπινο δυναμικό: χιλιάδες χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι, πολλοί από αυτούς στην Κένυα, που φιλτράρουν και «καθαρίζουν» τα δεδομένα πάνω στα οποία εκπαιδεύονται οι αλγόριθμοι, συχνά εκτιθέμενοι σε τοξικό και βίαιο περιεχόμενο για ελάχιστη αμοιβή.

Η συσσώρευση αυτών των «νοημόνων» μηχανών φέρνει σήμερα μια διπλή απειλή. Από τη μία, η κοινωνική απειλή της ανεργίας και της απαξίωσης της ανθρώπινης εργασίας. Από την άλλη, μια πρωτοφανής περιβαλλοντική κρίση. Η εισαγωγή κάθε μηχανής, ιστορικά, επέβαλλε τη διάκριση ανάμεσα σε ένα προστατευμένο «εσωτερικό» (το εργοστάσιο, σήμερα το server room) και σε ένα «εξωτερικό» που αντιμετωπίζεται ως ανεξάντλητη δεξαμενή αποβλήτων. Η σημερινή ανεξέλεγκτη κατανάλωση ενέργειας και νερού από τα γιγαντιαία data centers της ΤΝ, σε συνδυασμό με την επιστροφή ακόμη και σε πυρηνική ενέργεια για την τροφοδότησή τους, δείχνει ότι ο «ασίγαστος πόθος» για μια τεχνητή νοημοσύνη παραμένει άρρηκτα δεμένος με πολύ πραγματικά, υλικά πάθη.

Τι λέει η ΤΝ όταν αφηγείται τη δική της ιστορία

Για να φανεί καθαρότερα αυτή η διαφορά οπτικής, αξίζει ένα μικρό πείραμα: τι θα έλεγε η ίδια η Τεχνητή Νοημοσύνη αν της ζητούσαμε να αφηγηθεί τη δική της ιστορία; Ζητήθηκε από ένα σύγχρονο γλωσσικό μοντέλο να γράψει μια σύντομη ιστορία της ΤΝ, και το αποτέλεσμα είναι διαφωτιστικό ακριβώς επειδή είναι τόσο τυπικό. Η αφήγηση ξεκινά από τους μυθολογικούς αυτοματισμούς της αρχαιότητας, περνά στον Alan Turing και το ερώτημα αν οι μηχανές μπορούν να σκεφτούν, φτάνει στο ιδρυτικό συνέδριο του Dartmouth το 1956 και καταλήγει, μέσα από τους «χειμώνες της ΤΝ» (AI Winters) και την επικράτηση της βαθιάς μάθησης (deep learning), στο σημερινό ChatGPT.

Είναι μια γραμμική, εσωτερική ιστορία της επιστήμης: μια αλυσίδα ορθολογικών επιτευγμάτων, με πρωταγωνιστές γνωστά ονόματα ανδρών, Turing, McCarthy, Minsky, Kasparov εναντίον Deep Blue. Δεν υπάρχει πουθενά αναφορά στο ποιος έγραψε πραγματικά τον κώδικα, ποιος πλήρωσε το κόστος, ποιος έμεινε απ' έξω. Η ιστορική, κριτική αφήγηση που ξεκινήσαμε παραπάνω λέει κάτι εντελώς διαφορετικό: η ΤΝ δεν εξελίσσεται αυτόνομα, είναι προϊόν και εργαλείο συγκεκριμένων ιστορικών σχέσεων, οι σταθμοί της δεν είναι απλώς επιστημονικά συνέδρια αλλά οι ανάγκες του εμπορικού κεφαλαίου, η πολεμική βιομηχανία, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Και κυρίως, η κριτική αφήγηση βλέπει αυτό που η μηχανή δεν λέει για τον εαυτό της: ότι ιστορικά «δανείζεται», ή μάλλον οικειοποιείται, τη νοημοσύνη και την εργασία συγκεκριμένων ανθρώπων, από τις γυναίκες προγραμματίστριες του ENIAC έως τους σημερινούς εργαζόμενους στην επισήμανση περιεχομένου, και την παρουσιάζει ως δική της, «τεχνητή» ιδιότητα.

Το «μαύρο κουτί» δεν είναι μόνο τεχνικό πρόβλημα

Συχνά μιλάμε για το «μαύρο κουτί» της ΤΝ με έναν αυστηρά τεχνικό τρόπο: την αδυναμία μας να εξηγήσουμε γιατί ένα τεχνητό νευρωνικό δίκτυο (artificial neural network, ANN) έδωσε τη συγκεκριμένη απάντηση και όχι κάποια άλλη. Η ιστορία, όμως, μάς δείχνει πως το μαύρο κουτί έχει και μια δεύτερη, βαθύτερη σημασία. Από τους μύλους του 17ου αιώνα έως τα σημερινά μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, κάθε φορά που μια τεχνολογία γίνεται αρκετά επιτυχημένη ώστε να φαίνεται «αυτόνομη», κάτι έχει σφραγιστεί μέσα της, και αυτό το κάτι είναι πάντα ανθρώπινη εργασία. Η τεχνική αδιαφάνεια (technical opacity) της μηχανής και η κοινωνική αφάνεια (social invisibility) των ανθρώπων πίσω της τρέφουν η μία την άλλη: όσο πιο δύσκολο είναι να εξηγήσουμε πώς σκέφτεται η μηχανή, τόσο πιο εύκολο γίνεται να ξεχνάμε ποιοι, πραγματικά, σκέφτηκαν πρώτοι για λογαριασμό της.

Πηγές

Τύμπας, Τέλης, «Η ιστορία της Τεχνητής Νοημοσύνης, το επίκεντρο – πλέον – κάθε ιστορίας», ΕΠΙΚΑΙΡΑ/SCIENCE, Ιανουάριος 2026, 116-117.

Τύμπας, Τέλης, «Τεχνολογία, Καπιταλισμός, Ἱστορία: Ὁ ἀσίγαστος πόθος μιᾶς τεχνητῆς νοημοσύνης, τὰ συσσωρευόμενα πάθη τῶν πλασμάτων τῆς φύσης», ΘΕΟΛΟΓΙΑ 95, 1 (2024), 369-377.

Light, Jennifer, «Όταν οι υπολογιστές ήταν γυναίκες», στο Τέλης Τύμπας και Ειρήνη Μεργούπη-Σαβαΐδου (επιμ.), Ιστορίες της τεχνολογίας του εικοστού αιώνα: Ηλεκτρικά Αυτοκίνητα, Ξύλινα Αεροπλάνα, Γαλλικοί Αντιδραστήρες, Γυναίκες Υπολογιστές, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2013, 217-270.

Τύμπας, Τέλης, «Πέραν του Ανθρώπινου Υπολογισμού», στο Αναλογική Εργασία, Ψηφιακό Κεφάλαιο: Ιστορίες των τεχνολογιών υπολογισμού και αυτοματισμού στην ενέργεια και την επικοινωνία, Angelus Novus, Αθήνα, 2018, 111-127.