Η σχέση μεταξύ δημοκρατίας και καπιταλισμού έχει ιστορικά κατανοηθεί ως μια σχέση «συμπληρωματικών αντιθέτων», όπου η δημοκρατική πολιτεία παρέχει νομιμοποίηση και δημόσια αγαθά, ενώ η οικονομία της αγοράς οδηγεί την καινοτομία και την αποδοτικότητα. Ιδανικά, αυτή η συμβιωτική ένωση λειτουργεί μέσω μιας ισορροπίας ισχύος: η δημοκρατία αποτρέπει τη συγχώνευση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, ενώ ο καπιταλισμός διασφαλίζει μια σφαίρα ατομικής δράσης, ανεξάρτητης από τον κρατικό εξαναγκασμό. Όμως η «κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού» είναι πλέον σήμερα μια λειτουργική πραγματικότητα, που χαρακτηρίζεται από την αποδυνάμωση της σχέσης του «συμβιωτικού διδύμου».

Επιπροσθέτως, η αποτυχία της οικονομικής μηχανής να διαμοιράσει «δίκαια» την ευημερία συγκρούεται με μια επιδείνωση της παγκόσμιας τάξης ασφαλείας. Σύμφωνα με την έκθεση World’s Most Important Problem της Gallup (2026), ο κόσμος κυριαρχείται από μια βαθιά οικονομική δυσφορία (βιοτικό επίπεδο, υψηλές τιμές και χαμηλούς μισθούς), την οποία οι πολίτες θεωρούν ως το σημαντικότερο ζήτημα που αντιμετωπίζουν. Αυτή η οικονομική αγωνία δεν είναι απλώς θέμα αριθμών. Είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, ιδιαίτερα στα κράτη χαμηλότερου εισοδήματος, όπου ο αγώνας για «τροφή και στέγη» κυριαρχεί στη δημόσια συνείδηση.

Ωστόσο, αυτή η οικονομική ευθραυστότητα λαμβάνει χώρα υπό τη σκοτεινή σκιά της «παγκόσμιας σύγκρουσης». Για πρώτη φορά μετά την κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, οι πολίτες της Δύσης σκέφτονται ότι οδεύουμε προς μια άμεση «πολεμική αναμέτρηση». Μια δημοσκόπηση του Politico, που διεξήχθη τον Φεβρουάριο του 2026, αποκαλύπτει την κατάρρευση του αισθήματος ασφαλείας του κοινού: ένα σημαντικό τμήμα του δυτικού εκλογικού σώματος -43% στο Ηνωμένο Βασίλειο και 46% στις Ηνωμένες Πολιτείες- πιστεύει ότι ένας Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι «πιθανό» ή «πολύ πιθανό» να ξεσπάσει μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτός ο τρόμος επιβεβαιώνεται περαιτέρω από το ευρωβαρόμετρο (2026), το οποίο διαπίστωσε ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων (68%) αισθάνονται ότι η χώρα τους «απειλείται», με το συναίσθημα αυτό να φτάνει σε υψηλά επίπεδα στη Γαλλία (80%), στην Ολλανδία (77%) και στη Γερμανία (75%).

Συνεπώς, το δημοκρατικό κράτος στα τέλη της δεκαετίας του 2020 πολιορκείται, εκ των έσω, από έναν καπιταλισμό (Wolf) που έχει αποψιλώσει τη μεσαία τάξη και διαβρώσει τις «κοινωνικές βάσεις του αυτοσεβασμού» (Rawls) και, εξωτερικά, από έναν γεωπολιτικό κατακερματισμό που έχει διαλύσει την ψευδαίσθηση της αέναης ειρήνης. Το «συμβιωτικό δίδυμο» δυσκολεύεται (και λόγω υπερχρέωσης του κράτους) να επιτελέσει τις δύο πιο βασικές του λειτουργίες: την παροχή οικονομικής ασφάλειας και τη διασφάλιση της εδαφικής και ατομικής ακεραιότητας.

Η αισιοδοξία της εποχής μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η οποία οραματιζόταν την παγκοσμιοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως το «τέλος της Ιστορίας» (Fukuyama), έχει διαλυθεί από μια «παρατεταμένη δημοκρατική ύφεση». Αυτή η ύφεση οδηγείται από την αποτυχία του συστήματος να τηρήσει τις υποσχέσεις του, διαβρώνοντας τη «νομιμοποίηση» στην οποία βασίζεται η δημοκρατική συναίνεση. Επιπροσθέτως, ο νέος οικονομικός εθνικισμός δημιουργεί εκ νέου θέματα κατακερματισμού του διεθνούς σκηνικού.

Στην έκθεση της Gallup υπογραμμίζεται μια έντονη αναντιστοιχία μεταξύ των μακροοικονομικών δεικτών και της βιωμένης πραγματικότητας. Παρά την αύξηση του ΑΕΠ σε πολλά έθνη, η αντίληψη του κοινού για την οικονομική υγεία παραμένει χαμηλή. Οι άνθρωποι κρίνουν την οικονομία με βάση την ικανότητά τους να «ζουν καλά» και να «αισθάνονται ασφαλείς». Όταν αυτές οι βασικές ανάγκες πιστεύεται ότι δεν ικανοποιούνται, η μετάδοση της δυσμενούς προοπτικής εξαπλώνεται, δημιουργώντας γόνιμο έδαφος για αντισυστημικά αφηγήματα (Graham).

Η αντίληψη της δυσμενούς προοπτικής συμπίπτει με την κρίση ασφαλείας. Η ανάλυση μάλιστα του Politico (2026) εντοπίζει ένα «παράδοξο της άμυνας» που παραλύει τις δυτικές δημοκρατίες: ενώ οι πολίτες τρομοκρατούνται από έναν επερχόμενο πόλεμο, είναι συντριπτικά απρόθυμοι να επωμιστούν το οικονομικό κόστος του επανεξοπλισμού. Στη Γαλλία και στη Γερμανία, η υποστήριξη για αυξημένες αμυντικές δαπάνες έχει κατρακυλήσει στο 28% και 24% αντίστοιχα, καθώς οι πολίτες δίνουν προτεραιότητα στην «οικονομία της καθημερινότητας» έναντι των γεωπολιτικών υποχρεώσεων.

Κατά συνέπεια, το κενό που αφήνει η κατάρρευση της εμπιστοσύνης καλύπτεται από μια μορφή δημαγωγικού ιδεολογήματος (ΗΠΑ και όχι μόνο) που φιλοδοξεί να ασκήσει αυθαίρετη εξουσία και χρησιμοποιεί τα παράπονα των «ξεχασμένων» (left behind) για να αποδυναμώσει το ρυθμιστικό κράτος.

Εάν οι δημοκρατικοί ηγέτες δεν μπορέσουν να παράσχουν αυτή την προστασία με φιλελεύθερα μέσα, το εκλογικό σώμα θα μπορούσε να στραφεί τελικά στον ανελεύθερο «ισχυρό άνδρα» που ισχυρίζεται ότι μπορεί.

Το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν είναι αρνητικά προδιαγεγραμμένο. Η «δύναμη της ελπίδας» (Graham) παραμένει μια ισχυρή πολιτική δύναμη. Οι δημοκρατικοί ηγέτες θα πρέπει να αρθρώνουν μια δημόσια φιλοσοφία που να αντιμετωπίζει τις ηθικές και υλικές ανάγκες του πληθυσμού, αποκαθιστώντας την «αξιοπρέπεια της εργασίας», διασφαλίζοντας «ακριβοδίκαιη ισότητα ευκαιριών» και προστατεύοντας τα «κοινά». Με τον τρόπο αυτόν μπορούν να ανοικοδομήσουν τη δημοκρατική συναίνεση που είναι απαραίτητη.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Real News, 1 Μαρτίου 2026