Συνταγματική αναθεώρηση και οικονομική ανάπτυξη

parliament

Μετά το 2024 η χώρα έχει επιτύχει μία αξιοσημείωτη μακροοικονομική σταθεροποίηση, όπως αποδεικνύεται από την ανάκτηση του επενδυτικού βαθμού, τη σταθερή μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ και τη δημοσιονομική πειθαρχία που ξεπερνά πολλές ομόλογες χώρες της ευρωζώνης. Ωστόσο αυτή η ανάκαμψη οδηγεί σε έναν θετικό αλλά σχετικά χαμηλό βαθμό ανάπτυξης, καθώς και σε μία πραγματικότητα που δεν προϋποθέτει μία διαρθρωτική μεταμόρφωση σε ευρεία βάση.

Συνεπώς η οικονομία διαθέτει μία «ισορροπία», όπου οι μηχανισμοί της αντίστασης αυτοενισχύονται, εξουδετερώνοντας τις αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις μέσω της προσαρμοστικής αντίστασης. Για να κατανοήσουμε αυτή την ισορροπία πρέπει να κοιτάξουμε στη θεσμική και συνταγματική αρχιτεκτονική που υποστηρίζει το παραγωγικό μοντέλο.

Ο υπερβολικός όγκος και η αμφισημία της νομοθεσίας δημιουργούν περιθώρια διοικητικής διακριτικής ευχέρειας. Αυτή η διακριτική ευχέρεια αναγκάζει τις επιχειρήσεις να περιπλανηθούν σε ένα περίπλοκο νομικό τοπίο, όπου η επιτυχία εξαρτάται συχνά από την παράκαμψη των γραφειοκρατικών τριβών. Κατά συνέπεια, το νομικό σύστημα λειτουργεί ως μη δασμολογικό εμπόδιο (Ντράγκι) στην είσοδο καινοτόμων νεοσύστατων επιχειρήσεων και άμεσων ξένων επενδύσεων. Το αποτέλεσμα είναι μία «παγίδα μέσης τεχνολογίας», όπου το κεφάλαιο ρέει λογικά προς δραστηριότητες αναζήτησης κέρδους που προστατεύονται από το κράτος και όχι προς «επικίνδυνες», καινοτόμες επιχειρήσεις. Η κύρια λειτουργία του κράτους είναι η κατανομή πόρων, αντί για μία «παραγωγική» λογική που εστιάζει στη δημιουργία πλούτου και την ανάπτυξη ικανοτήτων.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι ένας δομικός μηχανισμός που διαθέτει την απαιτούμενη νομική ισχύ και συμβολικό βάρος. Απαιτούνται συγκεκριμένες, στοχευμένες συνταγματικές παρεμβάσεις για την απολιτικοποίηση του μηχανισμού της αγοράς, τη σταθεροποίηση του επενδυτικού ορίζοντα και την επιβολή της μετάβασης από τον «ρυθμιστικό» στον «στρατηγικό καπιταλισμό». Με τον επανασχεδιασμό του συνταγματικού «λειτουργικού συστήματος», η Ελλάδα μπορεί να μεταβεί από μια αμυντική στάση «εξαρτημένου εκσυγχρονισμού» σε μία προληπτική στρατηγική ανοιχτής στρατηγικής αυτονομίας, ευθυγραμμίζοντας το παραγωγικό της μοντέλο με τις επιταγές του επόμενου μεγάλου κύματος μεταβολής της τεχνολογίας (ΑΙ, πράσινες τεχνολογίες, βιοπληροφορική, νανοτεχνολογία).

Με άλλα λόγια, η μεταμόρφωση του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου δεν είναι απλώς θέμα οικονομικής πολιτικής, αλλά και συνταγματικού σχεδιασμού. Τρία παραδείγματα: α) Η συνταγματική προτεραιότητα του «κοινωνικού κράτους δικαίου» (άρθρο 25), αν και κανονιστικά ευγενής, πολλές φορές χρησιμοποιείται για την προστασία συγκεκριμένων ομάδων συμφερόντων λόγω κοινωνικής προστασίας. Αυτό έχει εδραιώσει ένα παραγωγικό μοντέλο όπου τα «αποκτηθέντα δικαιώματα» υπερισχύουν του οικονομικού δυναμισμού. β) Η αναθεωρημένη διάταξη του άρθρου 106 θα πρέπει να επαναπροσδιορίσει τον οικονομικό ρόλο του κράτους από πρωταρχικό φορέα σε διαμεσολαβητή του οικοσυστήματος καινοτομίας. Θα πρέπει να αναθέτει ρητά στο κράτος την προώθηση της «ενδογενούς παραγωγικής ικανότητας», καθιστώντας έτσι συνταγματικό τον στόχο της τεχνολογικής αναβάθμισης υποχρεώνοντας το κράτος να υποστηρίζει την έρευνα, την καινοτομία και τις δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, το Σύνταγμα μπορεί να ανακατευθύνει τους δημόσιους πόρους από τις επιδοτήσεις κατανάλωσης προς τις «επενδύσεις πολιτικής» που απαιτούνται για μία οικονομία της γνώσης. Αυτή η μετατόπιση είναι απαραίτητη για τη νομιμοποίηση του μοντέλου του «επιχειρηματικού κράτους», όπου οι δημόσιες επενδύσεις μειώνουν τους κινδύνους για την είσοδο του ιδιωτικού τομέα σε τεχνολογίες αιχμής. γ) Ενώ η προστασία του περιβάλλοντος (άρθρο 24) είναι υψίστης σημασίας, ιδίως στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης, η σχετική επιχειρηματική αβεβαιότητα που μπορεί να πυροδοτεί λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής κινδύνου», αποτρέποντας τη μακροπρόθεσμη δημιουργία κεφαλαίου. Μία συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να αποσαφηνίσει την ισορροπία μεταξύ περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και χωροταξικού σχεδιασμού για την ανάπτυξη.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα 8 Φεβρουαρίου 2026

 

* Κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στο InDeep Analysis εκφράζει και βαραίνει αποκλειστικά τον συντάκτη του. Οι αναλύσεις που δημοσιεύονται δεν συνιστούν συμβουλές για οποιουδήποτε είδους δραστηριότητα. Το InDeep Analysis δεν δεσμεύεται από τις πληροφορίες, τις απόψεις και τις αναλύσεις που δημοσιεύονται στην ψηφιακή πλατφόρμα του, και δεν φέρει απολύτως καμία ευθύνη για αυτές.


Λάβε στο email σου τις πιο έγκυρες αναλύσεις!

Κάνε εγγραφή στο newsletter

Συμφωνώ με την Πολιτική Απορρήτου και τους Όρους Χρήσης.