Ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί τη σοβαρότερη γεωπολιτική διαταραχή από τον Πόλεμο του Κόλπου και θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: διαθέτει η παγκόσμια οικονομία επαρκή ανθεκτικότητα ώστε να απορροφήσει ένα σοκ τέτοιας κλίμακας; Η απάντηση που αναδύεται από τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ότι η ανθεκτικότητα υφίσταται αλλά είναι εύθραυστη – λειτουργική επί του παρόντος, δομικά όμως περιορισμένη.
Η ανθεκτικότητα μπορεί να αξιολογηθεί σε τρεις διαστάσεις: απορροφητική ικανότητα, προσαρμοστικότητα και μετασχηματιστική ικανότητα. Στην πρώτη διάσταση, η παγκόσμια οικονομία αποδεικνύεται αρκετά ισχυρή. Σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1970, η ενεργειακή ένταση ανά μονάδα ΑΕΠ είναι σημαντικά χαμηλότερη, οι υπηρεσίες κυριαρχούν στη σύνθεση του προϊόντος και τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα ρευστότητας – γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων, μακροπροληπτικά εργαλεία – λειτουργούν ως απορροφητές κραδασμών αλλά και ως δημιουργοί κραδασμών και δεν αγγίζουν πάντοτε την πραγματική οικονομία. Παράλληλα, η διαφοροποίηση της ενεργειακής προσφοράς μέσω αμερικανικού σχιστολιθικού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παρέχει εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας.
Ωστόσο, η κλίμακα της τρέχουσας διαταραχής δοκιμάζει αυτούς τους μηχανισμούς. Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας χαρακτήρισε την κρίση ως τη μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς στην ιστορία της αγοράς πετρελαίου. Οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ – περίπου 20% του παγκοσμίου πετρελαίου – μειώθηκαν δραστικά, δημιουργώντας έλλειμμα 10% στην παγκόσμια προσφορά. Η διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, τόνισε ότι ακόμη και η ταχεία επίλυση του πολέμου δεν θα αναστρέψει τις υψηλότερες τιμές και την επιβράδυνση της ανάπτυξης. Το ΔΝΤ αναμένεται να αναθεωρήσει πτωτικά τις προβλέψεις ανάπτυξης – αρχικά 3,3% για το 2026 – σε κάθε σενάριο διάρκειας.
Η διαταραχή, εξάλλου, δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Μεταδίδεται αλυσιδωτά σε εμπορικές οδούς, βιομηχανικό κόστος, τρόφιμα και χρηματοπιστωτικές αγορές. Στην Ασία, κυβερνήσεις επέβαλαν ήδη μέτρα δελτίου καυσίμων, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 50% και του ντίζελ κατά 30%. Η αλυσιδωτή αυτή μετάδοση παράγει ένα στασιμοπληθωριστικό αποτέλεσμα: ταυτόχρονα υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη.
Εδώ αναδεικνύεται το βασικό όριο της ανθεκτικότητας: η μετασχηματιστική ικανότητα παραμένει χαμηλή. Το υψηλό δημόσιο χρέος, η κατακερματισμένη παγκοσμιοποίηση και ο περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος εμποδίζουν τη γρήγορη δομική προσαρμογή. Ταυτόχρονα, η διεύρυνση των παγκόσμιων ανισορροπιών τρεχουσών συναλλαγών αυξάνει τους κινδύνους αναταραχής, με τις παραδοσιακές μακροοικονομικές πολιτικές να παραμένουν ο αποτελεσματικότερος μοχλός αντιμετώπισης, ενώ δασμοί και στοχευμένες βιομηχανικές πολιτικές έχουν αβέβαια αποτελέσματα.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, η ανθεκτικότητα εξαρτάται από στρατηγικές επιλογές: μείωση της ενεργειακής εξάρτησης, αξιοποίηση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028-2034 για επενδύσεις σε πράσινη μετάβαση και βιομηχανική αναβάθμιση, και ενίσχυση δημοσιονομικών αποθεμάτων ασφαλείας και στο πολιτικό πεδίο τη σταθερότητα των δομών αποφάσεων.
Συνολικά, η παγκόσμια οικονομία δεν καταρρέει – αλλά δεν μετασχηματίζεται αρκετά γρήγορα. Η πιο πιθανή τροχιά δεν είναι η κρίση, αλλά μια παρατεταμένη ισορροπία χαμηλότερης ποιότητας: δομικά υψηλότερος πληθωρισμός, χαμηλότερη ανάπτυξη και περιορισμένη ελευθερία πολιτικής. Η ανθεκτικότητα, εν τέλει, είναι αναγκαία συνθήκη – αλλά όχι επαρκής.
Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 12 Απριλίου 2026
