O ομότιμος καθηγητής Οικονομικών στο ΕΚΠΑ, Παναγιώτης Πετράκης, σε συνέντευξή του στο Liberal, εκφράζει ζωηρές επιφυλάξεις για την ουσία της πρότασης του Νίκου Ανδρουλάκη σχετικά με την τετραήμερη εργασία, εκτιμώντας ότι μιας τέτοιας σημαντικής ανατροπής θα έπρεπε να έχουν προηγηθεί κινήσεις που θα προετοίμαζαν επιχειρήσεις και εργαζόμενους για ένα πιο σύγχρονο και πιο παραγωγικό εργασιακό περιβάλλον.
Οι επιφυλάξεις του κ. Πετράκη γίνονται ακόμα πιο έντονες στο σενάριο οριζόντιας υιοθέτησης ενός τέτοιου μέτρου.
Πώς αξιολογείτε την πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για 4ήμερη εργασία με κανονικούς μισθούς;
Η πρόταση αναγνωρίζει το πρόβλημα ότι το μοντέλο της εξαντλητικής εργασίας με χαμηλή απόδοση δεν παράγει ευημερία. Όμως υπάρχουν σοβαρά ερωτηματικά για τον χρονισμό εφαρμογής μιας παρόμοιας πρωτοβουλίας. Ουσιαστικά υπάρχει μια διαγνωστική ασυμμετρία στην επιχειρηματολογία: η 4ήμερη εργασία είναι κατά κανόνα αποτέλεσμα υψηλής παραγωγικότητας, όχι αιτία της. Λειτουργεί όταν συνοδεύεται από αναδιοργάνωση και τεχνολογική αναβάθμιση, όχι ως οριζόντια κοινωνική παροχή. Στην Ελλάδα, με ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στο 46% του ευρυζωνικού μέσου όρου, μια οριζόντια εφαρμογή θα μετακυλούσε κόστος στις επιχειρήσεις χωρίς αντίστοιχο παραγωγικό όφελος.
Σωστή κατεύθυνση λοιπόν, αλλά οι προϋποθέσεις πρέπει να ωριμάσουν: πρώτα επενδύσεις, ψηφιοποίηση, οργανωτική πειθαρχία και μετά χαλάρωση των συνθηκών εργασίας. Πάντως, εδώ να σημειώσουμε ότι δεν πολύ είναι κατανοητό ότι διατυπώνεται μια παρόμοια πρόταση, την ημέρα που το βαρέλι πετρελαίου φθάνει τα 120$ πιθανολογώντας μια πολύ βαριά ανατροπή στην εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας που ενδεχομένως δεν θα έχει παροδικό χαρακτήρα. Συνεπώς, εδώ θα εστιάζαμε την προσοχή μας τώρα.
Ποιες θα ήταν οι αλλαγές που θα επέφερε ένα τέτοιο μοντέλο εργασίας;
Θα ασκούσε πίεση οργανωτικού επανασχεδιασμού: λιγότερες περιττές συναντήσεις, αυστηρότερη ιεράρχηση καθηκόντων, υιοθέτηση αυτοματισμών. Θα ενίσχυε τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας - ιδίως γυναικών και φροντιστών - και θα μείωνε εξουθένωση και αναρρωτικές άδειες, με μετρήσιμο όφελος. Έχει και δημογραφική διάσταση, καθώς η έλλειψη χρόνου είναι δομικό εμπόδιο στη γονεϊκότητα.
Από την άλλη, σε κλάδους συνεχούς φυσικής παρουσίας - τουρισμό, λιανικό εμπόριο, υγεία - θα απαιτούσε είτε περισσότερες προσλήψεις είτε αναδιάρθρωση βαρδιών, με αυξημένο λειτουργικό κόστος. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα: Ήδη βρισκόμαστε σε ένα σημείο στην αγορά εργασίας που ο ανθρώπινος παράγοντας αρχίζει να σπανίζει. Εξάλλου γι’ αυτό ανεβαίνουν και οι αμοιβές (τέταρτο τρίμηνο 2025). Σε μία καθολική εφαρμογή του μέτρου θα μπορέσουν να καλύψουν τα κενά που δημιουργούνται εάν είναι αυτό απαραίτητο;
Μια τέτοια πρόταση θα είχε νόημα εάν οι επιχειρήσεις είχαν την ευκαιρία να κάνουν τις κατάλληλες επενδύσεις που θα τους επέτρεπαν να υλοποιήσουν ένα παρόμοιο μέτρο. Αυτό απαιτεί έναν ορίζοντα (στην καλύτερη περίπτωση 2 χρόνια). Επιπροσθέτως, δεν είναι προτιμότερο να παρακολουθήσουμε την αύξηση του εργασιακού κόστους που επέρχεται, μετά τη μνημονιακή εμπειρία απομείωσης των εισοδημάτων, παρά να την εκτρέψουμε μέσω της μείωσης των όρων εργασίας; Παρόλα αυτά τα ζητήματα απομείωσης της ανταγωνιστικότητας (όταν εμφανιστούν) θα δώσουν νέα διάσταση.
Τι θα σήμαινε για τις επιχειρήσεις μια τέτοια αλλαγή;
Το αποτέλεσμα θα ήταν έντονα διαφοροποιημένο. Σε επιχειρήσεις γνωσιακής εργασίας - πληροφορική, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, consulting - θα σήμαινε καλύτερη προσέλκυση προσωπικού, υψηλότερη παραγωγικότητα ανά ώρα. Όμως το 95% των ελληνικών επιχειρήσεων απασχολούν λιγότερους από 10 εργαζόμενους· εκεί απλώς δεν υπάρχει το «οργανωτικό slack» που μπορείς να κόψεις - ούτε περιττά meetings, ούτε μεσαία στρώματα διοίκησης.
Ταυτόχρονα, οι μεσαίες επιχειρήσεις (50-249 εργαζόμενοι) που θα μπορούσαν πραγματικά να επωφεληθούν είναι το γνωστό «missing middle» - μόλις 0,7% του συνόλου. Η Ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται ως μεσαίας τεχνολογίας, γεγονός που κάνει την εφαρμογή παρόμοιων προτάσεων ιδιαίτερα δύσκολη. Πάντως, γενικά μιλώντας, η μετατροπή των οικονομιών σε παροχής υπηρεσιών, διευκολύνει παρόμοιες σκέψεις. Βέβαια, η προσωποκεντρική διάσταση του τουριστικού τομέα (που ισχύει για την Ελλάδα) οδηγεί απευθείας σε αύξηση του κόστους λειτουργίας του. Άρα η πιθανή εφαρμογή μπορεί να είναι κλαδική και βαθμιαία, χωρίς οριζόντια επιβολή.
Πώς θα την αξιολογούσατε σε σχέση με τη διεθνή συγκυρία;
Η Ευρώπη όντως κινείται προς πολλαπλά μοντέλα μειωμένου χρόνου εργασίας: Βέλγιο νομοθετικά, Ισλανδία μέσω συλλογικών συμβάσεων, Ηνωμένο Βασίλειο μέσω ιδιωτικών εφαρμογών, Πορτογαλία και Ισπανία μέσω κρατικών πιλοτικών εφαρμογών. Καμία χώρα όμως δεν το έχει επιβάλει καθολικά. Απαιτείται ωριμότητα στην εφαρμογή: μετάβαση μέσω πιλοτικών εφαρμογών, μετρήσεων και κλαδικής διαφοροποίησης, όχι γενικευμένης δέσμευσης χωρίς υποστηρικτική παραγωγική βάση.
Ποια είναι η εμπειρία από τις χώρες στις οποίες έχει εφαρμοστεί;
Η Πορτογαλική εμπειρία είναι η πιο διδακτική αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας πιλοτικής εφαρμογής σε 41 επιχειρήσεις με κρατική συνδρομή. Το 95% των επιχειρήσεων αξιολόγησαν θετικά το πρόγραμμα, η εξουθένωση μειώθηκε κατά περίπου 19%, και η παραγωγικότητα διατηρήθηκε. Πρέπει όμως να σημειωθεί μια μεθοδολογική επιφύλαξη: οι επιχειρήσεις συμμετείχαν εθελοντικά και ήταν τυπικά ήδη καλύτερα οργανωμένες - τα αποτελέσματα δεν γενικεύονται μηχανικά. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πάνω από 200 επιχειρήσεις διατήρησαν μόνιμα το μοντέλο, κυρίως όμως σε υπηρεσίες. Στην Ισλανδία, η συντριπτική πλειονότητα εργαζομένων έχει πρόσβαση σε μειωμένο ωράριο. Όπου εφαρμόστηκε, λειτούργησε κυρίως σε γνωσιακές εργασίες.
Πώς επηρεάζει τη συζήτηση ο παράγοντας «παραγωγικότητα»;
Η θεωρητική βάση μίας παρόμοιας πρότασης έχει έξι σημεία: τη φθίνουσα οριακή παραγωγικότητα της εργασίας, την υποκατάσταση «πόρων» με «ένταση και οργάνωση», την αύξηση της παραγωγικότητας μέσω μείωσης της κόπωσης, την μείωση του εργασιακού κόστους (απουσίες, εκπαίδευση κ.τ.λ.), αλλά και ταυτόχρονη αύξηση εάν είναι απαραίτητη η συνεχής παρουσία (τουριστικός τομέας). Επίσης, «μετατρέπεται» η παραγωγικότητα σε ικανοποίηση (θετικό) και βεβαίως ενεργοποιείται το κίνητρο της τεχνολογικής αναβάθμισης των επιχειρήσεων.
Από το 2015, ο καθαρός μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε περίπου 28% και η παραγωγικότητα 29%, ενώ οι επενδύσεις και τα κέρδη αυξήθηκαν περισσότερο. Τα τελευταία χρόνια (μετά το 2022) όμως, οι μισθοί τρέχουν ταχύτερα από την παραγωγικότητα, πιέζοντας την ανταγωνιστικότητα. Η εφαρμογή της 4ήμερης εργασίας χωρίς παράλληλη παραγωγική αναβάθμιση θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο αυτή την απόκλιση. Η σωστή ακολουθία είναι συγκεκριμένη: πρώτα κεφαλαιακή εμβάθυνση, ενσωμάτωση τεχνητής νοημοσύνης, αναβάθμιση δεξιοτήτων και εκπαίδευσης· έπειτα μετατροπή μέρους του παραγωγικού κέρδους σε λιγότερο χρόνο εργασίας. Όχι το αντίστροφο.
Πηγή: liberal.gr, 30/4/2026