Η πολεμική κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο δεν εκδηλώνεται μόνον ως γεωπολιτικό συμβάν. Εκδηλώνεται κυρίως ως οικονομικό φαινόμενο με δομικές προεκτάσεις. Από τα τέλη Φεβρουαρίου, τα δεξαμενόπλοια έχουν παύσει σχεδόν ολοκληρωτικά να διέρχονται τα Στενά του Ορμούζ. Τουλάχιστον οκτώ μείζονα διυλιστήρια της περιοχής λειτουργούν μερικώς ή έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, ενώ τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαϊκών προϊόντων, ηλίου, ουρίας και λιπασμάτων εξαντλούνται με ταχύ ρυθμό. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει ήδη προειδοποιήσει ότι εισερχόμαστε σε μία από τις σοβαρότερες ενεργειακές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας. Και όμως, οι αγορές προθεσμιακών συμβολαίων εμμένουν σε ένα αφήγημα ταχείας αποκλιμάκωσης. Στις σημερινές αγορές πετρελαίου, οι ομαλές καμπύλες προθεσμιακών τιμών αποτελούν λιγότερο πρόβλεψη και περισσότερο πέπλο θετικής συλλογικής «αντίληψης», στο οποίο η φυσική πραγματικότητα των ελλείψεων απουσιάζει.
Εδώ να θυμηθούμε τον Η. Minsky (που η θεωρία του χρησίμευσε για να κατανοήσουμε την κρίση του 2008) όταν υποστήριξε ότι η ίδια η σταθερότητα γεννά την αστάθεια. Σε περιόδους παρατεταμένης ευημερίας, οι οικονομικές μονάδες μεταβαίνουν από το αντισταθμιστικό καθεστώς χρηματοδότησης στο κερδοσκοπικό (speculative) και, εν τέλει, στο Ponzi, όπου η εξυπηρέτηση του χρέους εξασφαλίζεται μόνο μέσω νέου δανεισμού. Η τρέχουσα έκρηξη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, με ραγδαία αυξανόμενες εκδόσεις χρεογράφων από εταιρείες αβέβαιων μελλοντικών ταμειακών ροών, αναπαράγει το σχήμα αυτό με ακρίβεια. Η ίδια ανάγνωση ισχύει και για την ενέργεια: οι προθεσμιακές καμπύλες δεν προφητεύουν, αποτυπώνουν πεποιθήσεις σχηματισμένες υπό συνθήκες θεμελιακής αβεβαιότητας. Όμως έτσι η ραγδαία αύξηση του δανεισμού (privatebanking, ανεπτυγμένα κράτη) δείχνει ότι η αξία των δανειακών τίτλων θα μειωθεί (αυξάνεται η απόδοσή τους), άρα θα μειωθούν η αξία του ενεργητικού των ισολογισμών και η εξασφάλιση των δανειστών σε πολύ μεγάλη έκταση, οπότε το χρηματοπιστωτικό περιβάλλον γίνεται ασταθές.
Σε μια οικονομία που τα χρέη είναι ονομαστικά αποτιμημένα, ένα αρνητικό σοκ προσφοράς (ενέργεια) εκδηλώνεται ως ταυτόχρονη συμπίεση των ταμειακών ροών νοικοκυριών και επιχειρήσεων και δυσκολιών αποπληρωμής. Η ορθή απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ένα γενικευμένο πάγωμα τιμών, που αναβάλλει την κρίση και αλλοιώνει τα κίνητρα προσαρμογής, ούτε μια μονομερής νομισματική σύσφιξη, η οποία ενδέχεται να ενεργοποιήσει τον επώδυνο κύκλο χρέους-αποπληθωρισμού. Απαιτείται διαβαθμισμένη ακολουθία παρεμβάσεων, με σαφή χρονική οριοθέτηση και προβλέψιμη έξοδο.
Σε αυτό ακριβώς το έδαφος η οικονομική πολιτική θα πρέπει να ανταποκριθεί στους καιρούς αυτούς και από την άλλη να μη μεγεθύνει (αυξάνοντας τα χρέη) τα παγκόσμια προβλήματα (παρ’ όλα αυτά το κάνουν οι ΗΠΑ, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Αυστρία κ.ά.). Πρώτον, οι εγχώριες τιμές ενέργειας οφείλουν να αντανακλούν το διεθνές κόστος, καθώς η απόκρυψή τους μέσω καθολικών επιδοτήσεων στρεβλώνει τα σήματα των τιμών και εξαντλεί τον δημοσιονομικό χώρο. Δεύτερον, η στήριξη οφείλει να είναι στοχευμένη: τα φτωχότερα νοικοκυριά δαπανούν μεγαλύτερο μερίδιο του εισοδήματός τους σε ενέργεια και τρόφιμα σε σύγκριση με τα ευπορότερα, καθιστώντας τις άμεσες μεταβιβάσεις μέσω υφιστάμενων συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας υπερέχουσα λύση τόσο σε όρους αποδοτικότητας όσο και σε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. Τρίτον, οι βιώσιμες επιχειρήσεις χρειάζονται ρευστότητα –εγγυημένα δάνεια, αναβολή ασφαλιστικών εισφορών, πιστωτικές γραμμές– και όχι ελέγχους τιμών. Οι γενικευμένες επιδοτήσεις και τα πλαφόν διατηρούνται μόνον ως ύστατο καταφύγιο, υπό ρητή ρήτρα λήξης.
Για την Ελλάδα, που εισάγει σχεδόν το σύνολο της πρωτογενούς της ενέργειας, οι κίνδυνοι εμφανίζονται διπλοί. Πρώτος, η συμπίεση του πραγματικού εισοδήματος. Δεύτερος, και ίσως σοβαρότερος, το ενδεχόμενο ένας παρατεταμένος εισαγόμενος πληθωρισμός να ανατροφοδοτήσει υψηλά επιτόκια και να πυροδοτήσει ένα νέο επεισόδιο χρηματοπιστωτικής αστάθειας στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Η ανθεκτικότητα υπό αυτές τις συνθήκες απαιτεί μεσοπρόθεσμη επιτάχυνση της δομικής μετάβασης προς ένα ενεργειακό σύστημα μειωμένης εξάρτησης.
Σε εποχές γεωπολιτικών κραδασμών, το «μεγάλο κράτος» οφείλει να επανεμφανίζεται όχι ως δωρητής, αλλά ως σταθεροποιητής. Στις μέρες μας η ουσιαστική πρόκληση όμως δεν είναι ο πόλεμος, αλλά η θεσμική και αναλυτική μας ετοιμότητα να σχεδιάζουμε πολιτικές που αναγνωρίζουν την αβεβαιότητα ως δομικό συστατικό του οικονομικού περιβάλλοντος. Διαφορετικά, η επόμενη «στιγμή Minsky» δεν θα είναι στιγμή. Θα είναι κρίση – και θα μας δοκιμάσει σκληρά ιδίως αυτούς που δεν σκέφτονται το αύριο και μάλιστα με την οικονομική πολιτική να έχει μικρό χώρο αντίδρασης. Σύνθετοι καιροί με δυσκολότερες διεξόδους ακόμα και σε σύγκριση με το 2008.
Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα RealNews, 31 Μαΐου 2026
