ΣΕ ΦΑΣΗ ουσιαστικού μετασχηματισμού έχει εισέλθει η ελληνική κεφαλαιαγορά, ακολουθώντας ευρύτερες ευρωπαϊκές και διεθνείς τάσεις συγκέντρωσης, καθετοποίησης και τεχνολογικής αναδιάρθρωσης.

Πέραν της εξαγοράς του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τον Όμιλο EURONEXT η οποία συνιστά κίνηση ολοκλήρωσής της, στην ευρύτερη αγορά διαφαίνονται αλλαγές σε μεγάλους και μικρότερους χρηματοπιστωτικούς φορείς, όχι απαραίτητα μεταξύ αμιγώς ελληνικών εταιρειών, με πρόσφατες εξελίξεις τις προτάσεις εξαγοράς της Euroxx Securities από την Optima bank, της Pantelakis Securities από την Credia Bank και την εξαγορά της Axia Securities από
την Alpha Bank.

Συνιστούν εκφάνσεις μιας ευρύτερης αναδιαμόρφωσης της οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς.

Οι ελληνικές χρηματιστηριακές εταιρείες με τους επενδυτικούς βραχίονές τους αξίζει να προετοιμάζονται για τη μεγάλη αγορά, τόσο σε προϊόντα όσο και σε εισαγωγές εταιρειών της ΝΑ Ευρώπης – ΝΑ Μεσογείου, καθώς το ενιαίο βιβλίο εντολών και η ενιαία Τ+1 εκκαθάριση των συναλλαγών που εγκαθίστανται, προσφέρουν μεγάλες ευκαιρίες που επαυξάνουν, άλλως απειλούν, τη βιωσιμότητα των ελληνικών χρηματιστηριακών εταιρειών.

Ας σημειωθεί ακόμα ότι ενώ το Euronext αποτελεί καταλύτη για την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά, όλα ωθούνται από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ένωση Ευρωπαϊκών Κεφαλαιαγορών συνάμα με την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και την ουσιαστική ανάληψη της μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης άμεσα από τη ρυθμιζόμενη
κεφαλαιαγορά.

ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ των εξελίξεων κάθε εταιρείας βρίσκονται δύο βασικές επιδιώξεις. Η πρώτη αναφέρεται στις οικονομίες κλίμακας.

Ένα από τα χαρακτηριστικά των εταιρειών είναι το υψηλό σταθερό κόστος, το οποίο κυρίως σχετίζεται με τις τεχνολογικές υποδομές, τα συστήματα διαχείρισης κινδύνων και τις διαδικασίες κανονιστικής συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου.

Η αύξηση του μεγέθους που προκαλείται από τις συνενώσεις δίνει τη δυνατότητα κατανομής αυτών των δαπανών σε μεγαλύτερη βάση δραστηριοτήτων, μειώνοντας το μέσο κόστος και
ισχυροποιώντας την αποδοτικότητα.

Μέσω της ενοποίησης των πληροφοριακών συστημάτων, της συγκέντρωσης των υποστηρικτικών λειτουργιών και της βελτιστοποίησης των διαδικασιών, προκύπτουν συνέργειες, καθιστώντας τα νέα σχήματα ανταγωνιστικότερα.

Εξίσου καθοριστική είναι η ανάγκη διαφοροποίησης των εσόδων, οι οικονομίες φάσματος.

Σε ένα περιβάλλον όπου τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα υφίστανται καθοδικές πιέσεις, ο χρηματοπιστωτικός τομέας στρέφεται προς δραστηριότητες που αποφέρουν προμήθειες, όπως είναι οι επενδυτικές υπηρεσίες και η διαχείριση περιουσίας και πλούτου.

Οδηγούνται στην παροχή ολοκληρωμένων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, που καλύπτουν τις ανάγκες των πελατών και αυξάνουν την αξία τους, επαυξάνοντας τις πηγές εσόδων.

Όχι ότι αυτό δεν συμβαίνει σήμερα. Τώρα όμως διαγράφεται μια βαθύτερη, ευρύτερη, και περισσότερο αναπτυξιακή κατεύθυνση στη νέα μεγάλη αγορά, σε δραστηριότητες όπως η ανάλυση αγορών, η διαχείριση χαρτοφυλακίων, και εν γένει η ενίσχυση της παρουσίας στην κεφαλαιαγορά.

Η καθετοποίηση ενισχύει αυτές τις δραστηριότητες, συμβάλλοντας στη σταθερότητα και στην ανθεκτικότητα των εσόδων.

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΣ, οι τεχνολογικές εξελίξεις επιταχύνουν τη διαδικασία συγκέντρωσης ως στρατηγική επιλογή των μικρότερων εταιρειών.

Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών, η αξιοποίηση δεδομένων και η ανάγκη για προηγμένα
συστήματα κυβερνοασφάλειας για την αντιμετώπιση του λειτουργικού κινδύνου απαιτούν σημαντικές επενδύσεις σε χρήμα και ανθρώπινο δυναμικό.

Οι μεγαλύτεροι οργανισμοί βεβαίως έχουν τη δυνατότητα να επενδύουν σε τεχνολογία ώστε να επιτύχουν υψηλότερα επίπεδα αποδοτικότητας.

Περαιτέρω, ισχυρό ρόλο διαδραματίζουν ο εσωτερικός έλεγχος και η κανονιστική συμμόρφωση.

Οι αυστηρότερες απαιτήσεις σε κεφαλαιακή επάρκεια, διαφάνεια και μεθόδους διαχείρισης κινδύνων αυξάνουν το λειτουργικό κόστος.

Η συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα προϋποθέτει οργανωτική επάρκεια και τεχνολογική υποστήριξη, ενισχύοντας, επίσης, τα κίνητρα για συνενώσεις, με τα μεγαλύτερα χρηματοοικονομικά ιδρύματα να λειτουργούν ως πυρήνες συγκέντρωσης, απορροφώντας μικρότερους παίκτες και δημιουργώντας ισχυρότερα επιχειρηματικά σχήματα.

ΣΕ ΥΠΕΡΕΘΝΙΚΟ επίπεδο, η ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στον Όμιλο EURONEXT αποτυπώνει τη δυναμική της διεθνοποίησης των αγορών κεφαλαίου, αλλά και την ευρωστία της ελληνικής οικονομίας στο εξωτερικό, ενισχύοντας το αίσθημα ασφάλειας των ξένων επενδυτών.

Η διασύνδεση με ένα ευρωπαϊκό δίκτυο αγορών ενισχύει τη ρευστότητα, προσελκύει περισσότερους επενδυτές και μειώνει το κόστος συναλλαγών.

Σε αυτό το ενιαίο ευρωπαϊκό οικοσύστημα κεφαλαιαγορών, η ελληνική αγορά μπορεί να αποκτήσει αυξημένη πρόσβαση σε κεφάλαια.

ΣΤΟ ΉΔΗ σύνθετο και ρευστό περιβάλλον, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η γεωπολιτική αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη διεθνή σκηνή τα τελευταία χρόνια.

Συγκρούσεις, ενεργειακές κρίσεις και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία των αγορών κεφαλαίου.

Η αυξημένη αβεβαιότητα και η γεωπολιτική αστάθεια μεταφράζονται σε υψηλότερη μεταβλητότητα στις αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων, αναθεώρηση επενδυτικών στρατηγικών και συχνά φυγή προς ασφαλέστερα επενδυτικά καταφύγια, όπως τα πολύτιμα μέταλλα.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι μεγαλύτεροι και πιο διαφοροποιημένοι οργανισμοί εμφανίζονται πιο ανθεκτικοί, μπορούν να απορροφήσουν κραδασμούς και να διαχειριστούν συστημικούς κινδύνους (domino effects), όπως τα σοκ στις τιμές των καυσίμων, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τα κίνητρα για συγκέντρωση.

Περαιτέρω, οι αγορές επηρεάζονται πέραν της επενδυτικής ψυχολογίας και μέσω των μακροοικονομικών επιπτώσεων, όπως ο πληθωρισμός, τα επιτόκια και η επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Η ένταξη σε μεγαλύτερα δίκτυα, όπως αυτό του EURONEXT, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ενίσχυσης της ανθεκτικότητας απέναντι σε τέτοιου είδους δονήσεις.

ΩΣΤΟΣΟ, αυτές οι εξελίξεις δεν στερούνται προκλήσεων. Η επιτυχία των συνενώσεων εξαρτάται από την αποτελεσματική ενοποίηση σε θέματα όπως οι διαφορετικές οργανωτικές κουλτούρες, η διαχείριση της πολυπλοκότητας και η διατήρηση της ευελιξίας.

Επιπλέον, η αυξανόμενη συγκέντρωση ενδέχεται να περιορίσει τον ανταγωνισμό, δημιουργώντας ζητήματα που απαιτούν προσεκτική εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να μην εμφανιστούν φαινόμενα μείωσης του ανταγωνισμού.

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ, οι ανακοινούμενες αλλά και οι αναμενόμενες συνενώσεις στην ελληνική αγορά κεφαλαίου δεν αποτελούν απλώς συγκυριακές επιχειρηματικές κινήσεις, αλλά αντανακλούν μια επερχόμενη μεταβολή στη δομή της αγοράς.

Η επιδίωξη οικονομιών κλίμακας και φάσματος, η ανάγκη τεχνολογικής προσαρμογής, οι
κανονιστικές πιέσεις και η διεθνοποίηση σε μια πολύ μεγάλη αγορά συνθέτουν το περιβάλλον που συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση.

Πηγή: naftemporiki.gr