Η εμπόλεμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, παρά την εκεχειρία των δύο εβδομάδων, συνιστά μια παγκόσμια διαταραχή, η οποία ανατρέπει την ανάκαμψη πολλών οικονομιών από προηγούμενες κρίσεις. Το σοκ είναι παγκόσμιο αλλά ασύμμετρο, καθώς οι εισαγωγείς ενέργειας, οι φτωχότερες χώρες και όσες διαθέτουν περιορισμένα δημοσιονομικά αποθεματικά είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε σχέση με τις εξαγωγικές οικονομίες. Οι κύριοι δίαυλοι μετάδοσης της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία είναι οι τιμές της ενέργειας, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι χρηματοοικονομικές αγορές, οδηγώντας νομοτελειακά σε υψηλότερες τιμές και βραδύτερη οικονομική ανάπτυξη.

Η αγορά ενέργειας υφίσταται τη μεγαλύτερη ιστορικά διαταραχή της. Περίπου το 20% της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, που ισοδυναμεί με περισσότερα από 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, καθώς και το 20% του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Εναλλακτικές διαδρομές, όπως οι αγωγοί προς την Ερυθρά Θάλασσα, κρίνονται ανεπαρκείς σε χωρητικότητα και ολοένα πιο ευάλωτες σε επιθέσεις. Αυτή η συμπίεση της προσφοράς προκάλεσε ραγδαίες ανατιμήσεις πριν από την εκεχειρία, με τα συμβόλαια πετρελαίου Brent να καταγράφουν άνοδο περίπου 80% από τις αρχές του έτους, συνιστώντας μια τάση ιστορικά ανάλογη με εκείνη του Πολέμου του Κόλπου το 1990. Ως απάντηση, τα μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας προχώρησαν στη μεγαλύτερη ιστορικά αποδέσμευση 172 εκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου από τα στρατηγικά τους αποθέματα.

Παράλληλα, οι εφοδιαστικές αλυσίδες αναδιαμορφώνονται σημαντικά. Η επαναδρομολόγηση των εμπορικών πλοίων αυξάνει τα ναύλα, τα ασφάλιστρα και τους χρόνους παράδοσης. Καταγράφεται εκτεταμένη διαταραχή στις αποστολές λιπασμάτων, προκαλώντας κινδύνους για την επισιτιστική ασφάλεια των χωρών χαμηλού εισοδήματος, όπου τα τρόφιμα αντιστοιχούν στο 36% της συνολικής κατανάλωσης. Εφόσον αυτές οι αυξήσεις τιμών διατηρηθούν, οι πληθωριστικές προσδοκίες κινδυνεύουν να αποσταθεροποιηθούν παγκοσμίως. Παράλληλα, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αυξάνει σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Η αποκατάσταση των εμπορικών ροών είναι καθοριστική. Αξίζει να σημειωθεί ότι επιθέσεις στις παραγωγικές εγκαταστάσεις (Ras Kaffan Κατάρ) αφαίρεσαν το 17% της παραγωγικής ικανότητας υγροποίησης φυσικού αερίου, προκαλώντας ζημιές που εκτιμάται ότι θα απαιτήσουν αρκετά χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως, πλήττοντας δυσανάλογα τις ασιατικές αγορές. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι μακροοικονομικές προβλέψεις για την ευρωζώνη αναθεωρούνται αρνητικά. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ για το 2026 υποβαθμίζεται στο 0,8%, ενώ η πρόβλεψη για τον μέσο πληθωρισμό διπλασιάζεται σχεδόν στο 2,9%. Το παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα επιφέρει πλήγμα στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, ωθώντας τα νοικοκυριά σε αυξημένη προληπτική αποταμίευση (precautionary savings) και περιορίζοντας την αύξηση των καταναλωτικών δαπανών μόλις στο 0,9%. Για τη διαφύλαξη των πληθωριστικών προσδοκιών, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων εντός του έτους. Η τελική κλίμακα των επιπτώσεων παραμένει αβέβαιη. Σε περίπτωση που υπάρξει νέα κλιμάκωση της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, κάτι που όλοι απευχόμαστε, υφίσταται το δυσμενές σενάριο με επιτυχή στοχοποίηση υποδομών και πολύμηνη σύγκρουση, το οποίο θα μπορούσε να ωθήσει το πετρέλαιο σταθερά πάνω από τα 90 δολάρια. Μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε απότομη οικονομική επιβράδυνση διεθνώς, θέτοντας κράτη της περιοχής (όπως το Ιράκ και το Κατάρ) σε τροχιά οικονομικής συρρίκνωσης. Συμπερασματικά, καθώς η παγκόσμια οικονομία διαθέτει περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης νέων κραδασμών, καθίσταται επιτακτική η εφαρμογή αυστηρά βαθμονομημένων πολιτικών.

Με δεδομένη πλέον μία συσκότιση των προθέσεων του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, είναι λογικό ο κόσμος να σταθμίζει τον κίνδυνο του χειρότερου σεναρίου. Γι’ αυτό και είδαμε τις προηγούμενες ημέρες, πριν από την εκεχειρία, άνοδο των τιμών της ενέργειας (κυρίως πετρελαίου). Προς το παρόν φαίνεται λογικό να επιλέγουμε την εκδοχή της επικράτησης υψηλότερων τιμών ενέργειας για όλο το 2026 και όχι μόνο για τέσσερις μήνες. Η Ευρώπη (μαζί και η Ελλάδα) βρίσκεται σε αρκετά δύσκολη θέση να κινδυνεύει να εισέλθει (μαζί με την Ασία) σε έναν κύκλο διαγκωνισμού τιμών για τη διεκδίκηση φορτίων κυρίως LNG και έτσι να οδηγηθούν οι τιμές σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, γεγονός που θα οδηγήσει σε δημοσιονομικές απαιτήσεις όπως αυτές του 2022.

Όμως τα ευρωπαϊκά δημόσια οικονομικά πιέζονται πλέον από τις αμυντικές ανάγκες και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Γι’ αυτό είναι λογικό να επιλεχθεί η συμπίεση της ζήτησης ως εργαλείο διαχείρισης και άνοιξε η συζήτηση για τον περιορισμό της χρήσης ενεργειακών πόρων. Οι εξελίξεις θα οδηγήσουν σε σχετικές αποφάσεις.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Real News, 11 Απριλίου 2026

Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ