Μολονότι δεν είναι σήμερα εύκολο να συναντήσεις ντοστογιεφσκικούς ήρωες, με την έννοια της ανάλυσης εγκληματιών υπό το πρίσμα μιας κοσμοθεωρίας, επαναφέρω το σκεπτικό με βάση το οποίο συνέγραψα το πόνημα Ο εγκληματίας στο έργο του Ντοστογιέφσκι. Υπεράνθρωπος ή υποχθόνιος; (εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2012).

Περιγραφή

Η μονογραφία Ο Εγκληματίας στο έργο του Ντοστογιέφσκι βασίζεται στην εγκληματολογική σκιαγράφηση των ηρώων του Ντοστογιέφσκι στα δύο σημαντικότερα μυθιστορήματά του: κυρίως στον Ρασκόλνικωφ (Έγκλημα και Τιμωρία) και στον Ιβάν Καραμαζώφ (Αδελφοί Καραμαζώφ). Από τη μελέτη δεν παραλείπονται και αναφορές σε άλλους ντοστογιεφσκικούς ήρωες, όπως π.χ. στον Μίσκιν (Ηλίθιος) ή τον Σταυρόγκιν (Δαιμονισμένοι), αλλά σε κάθε περίπτωση οι κρίσιμες ιδεο-ψυχο-διαδρομές προσεγγίζονται εν πολλοίς με βάση τους Ρασκόλνικωφ και Ιβάν Καραμαζώφ. Εξάλλου, οι φιλοσοφικές απόψεις του γίγαντα της ρωσικής λογοτεχνίας για τον υποχθόνιο άνθρωπο, όπως αυτές αναλύονται κυρίως στο Υπόγειο, διατρέχουν όλη τη μελέτη. Η μελέτη εμπλουτίζεται και συνοδεύεται από τέσσερα παραρτήματα (εργογραφία του Ντοστογιέφσκι, ελληνικές μεταφράσεις και θεατρικές αποδόσεις των έργων του), βιβλιογραφία και θεματικό ευρετήριο.

Επεξηγηματικά

Α. Ο Ρασκόλνικωφ είναι ένας φτωχός, ιδεοληπτικός, αμοράλ αλλά «περήφανος» φοιτητής, ο οποίος, για να βρει διέξοδο από τη μιζέρια του, σκοτώνει και κλέβει μια γριά τοκογλύφο που τη θεωρεί βλαβερή ύπαρξη, μία «ψείρα». Δεν χρησιμοποιεί τα λεφτά, δεν αφήνει ίχνη, αλλά βασανίζεται από μια εσωτερική τιμωρία. Από «υπεράνθρωπος» αρχίζει να αισθάνεται παγιδευμένος. Φοβάται μήπως ο ανακριτής Πορφύριος (που τον υποπτεύεται και «παίζει» μαζί του) αποκαλύψει το έγκλημά του, συλληφθεί και (κατα)δικαστεί.

Και όμως, επηρεασμένος από τη Σόνια, μια κοινή γυναίκα που τον αγαπάει και του συμπαραστέκεται, πηγαίνει μόνος του και παραδίδεται. Καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία, όπου τον ακολουθεί η Σόνια, και σιγά-σιγά συνειδητοποιεί ότι δεν είναι «μικρός θεός» και αναζητεί τη σωτηρία στην πίστη.

Β. Ο Ιβάν Καραμαζώφ είναι διανοούμενος, διορατικός, αρνητής, κυνικός και έχει καταστροφικές τάσεις. Ζει μαζί με τους αδελφούς Ντιμίτρι, Αλιόσα, Σμερντιακόφ. Ο Ντιμίτρι, διεφθαρμένος και κτηνώδης, κατηγορείται για τον φόνο του πατέρα του (τον οποίο είχε διαπράξει ο Σμερντιακόφ, πιστεύοντας ότι ικανοποίησε μυστική επιθυμία του Ιβάν), δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του και καταδικάζεται να πάει σε κάτεργο στη Σιβηρία.

Ο Ιβάν έχει αρνηθεί τον Θεό, νιώθει υπεράνθρωπος, αρχίζει να έχει παραισθήσεις, να συνομιλεί με τον διάβολο. Στην ήρεμη πίστη του αδελφού του Αλιόσα, ο Ιβάν αντιπαραθέτει τη διαβολική επιχειρηματολογία του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή», αυτού που συνομιλεί με τον Χριστό, αρνούμενος όμως και τον Θεό και τον Άνθρωπο (και, κυρίως, την ένωση θείας και ανθρώπινης ελευθερίας).

Τα ερωτήματα της αλήθειας, της ευθύνης, της συνείδησης και της ελευθερίας τίθενται αμείλικτα. Ο Ιβάν Καραμαζώφ θέλει να ηρεμήσει και να ξεπεράσει το Θεό, αλλά ο Αλιόσα του μιλά και του εύχεται να «αναστηθεί» και να μην υποκύψει στο αιώνιο μίσος.

Γ. Κοινός παρανομαστής των δύο αυτών μυθιστορημάτων, αλλά και των δύο ηρώων, είναι η αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας, η υπέρβαση της ηθικής και των κανόνων, η νομιμοποίηση του εγκλήματος στη βάση του «Όλα επιτρέπονται» (αφού δεν υπάρχει Θεός), το δικαίωμα να είναι κριτής και δήμιος, η μοίρα και το πεπρωμένο, η προσωπική αξιολόγηση του καλού και του κακού (χωρίς την παράμετρο του ανθρωπισμού) η θυσία μιας ζωής για να σωθούν πολλές, η ενοχή, η κάθαρση, η σωτηρία.

Έχω αναλύσει όλες τις παραμέτρους [κυρίως τις εγκληματολογικές] του έργου του Ντοστογιέφσκι[1]. Επειδή όμως από τη μια η [υπαρξιακού τύπου] μεταφυσική του έρχεται συνεχώς στην επικαιρότητα[2] [μαζί ίσως με μία υπερχειλίζουσα ζωτική απελευθερωτική δύναμη][3] κι από την άλλη συναντάμε πολλές μορφές του έργου του και των ηρώων του, στο θέατρο[4], σε διηγήματα[5], σε εγκληματικές αληθινές ιστορίες[6], επειδή δηλαδή ο σαιξπηρικός Ντοστογιέφσκι [Ντ.] παραμένει και σήμερα επίκαιρος, αποφάσισα να καταθέσω μερικές ακόμα σκέψεις –εν είδει ερωτημάτων– γύρω από τη φιλοσοφία του[7].

Ο Ντ. επέλεξε να ασχοληθεί με το ιδεολογικό έγκλημα, το οποίο ως γνωστόν απορρέει περισσότερο από τις επιλογές μιας προσωπικότητας και λιγότερο από ένα αρνητικό κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον. Η αυτάρκεια του ιδεολογικού εγκλήματος αποδεικνύεται από το ότι τόσο το iter criminis όσο και η τελική πράξη εμπεριέχουν όλους τους αναγκαίους πολιτικοθεωρητικούς συμβολισμούς, ώστε να μην απαιτείται διερεύνηση άλλων παραμέτρων [οφέλους, συγκυριών κ.λπ.].

Έτσι, π.χ., ο Ρασκόλνικωφ, σκοτώνοντας τη γριά ενεχυροδανείστρια, υπερβαίνει το καθημερινό, λογικό και απτό κίνητρο της κλοπής και αυτοαναγορεύεται σε ύψιστο κι έσχατο ιδεαλιστή-κριτή για «το ποιος αξίζει να ζει ή να πεθάνει».

Αυτή τη διείσδυση στον σκοτεινό κόσμο του βάθους των ορμών και των ενστίκτων, πέραν του Καλού και του Κακού[8], θέλει να πετύχει ο Ντ. βάζοντας σε δεύτερο πλάνο τις κοινωνικές επιρροές.

Ερωτήματα του τύπου «αν μπορούμε να νικήσουμε το Κακό με το Κακό και το Έγκλημα με την τιμωρία» συνεχώς ταλανίζουν τον συγγραφέα.

Η χρυσή τομή [juste milieu] του Πλάτωνα προϋποθέτει μία δίκαιη κατανομή ανάμεσα στο Καλό και το Κακό; Μία εξισορρόπηση και αλληλοαναίρεση; Το Κακό έχει μία εσωτερική δυναμική και λειτουργία που εύκολα μετατρέπεται σε αυτο-τιμωρία;

«Ο Διάβολος παλεύει με τον Θεό και το πεδίο της μάχης είναι η καρδιά του ανθρώπου» γράφει ο Ντ.

Το Κακό αποτελεί γι’ αυτόν μία δοκιμασία που πρέπει να περάσει ο άνθρωπος, προκειμένου να συναντηθεί με τον Θεό.

Από την άλλη, ο άνθρωπος μπορεί να συνηθίζει το Κακό, αλλά δεν αντέχει την έλλειψη ελευθερίας. Το αν η ελευθερία προηγείται του Κακού ή αν το Κακό είναι συνέπεια της [χρήσης της] ελευθερίας συνιστά ένα μεταφυσικό ερώτημα που ίσως συναντάει τη ρήση του Καζαντζάκη ότι «η ελευθερία δεν έχει σκοπό».

Δεν είμαι φιλόσοφος, αλλά πιστεύω πως στον υπαρξισμό του Ντ. η ελευθερία ταυτίζεται με την εξέγερση [ακόμα κι αν αυτή είναι παράλογη ή ανήθικη].

Η εξέγερση, ως αυτεπίστροφον όπλο [που σκοτώνει την ίδια την ψυχή του δράστη], δεν οδηγεί οπωσδήποτε στη σωτηρία ή στη λύτρωση. Ας μην ξεχνάμε ότι το αίμα των ενστίκτων και των παθών «του ιδεολόγου εγκληματία» στην προσπάθεια αναζήτησης/ανεύρεσης των ακραίων ορίων της ελευθερίας συνοδεύεται συχνά από την οδύνη της εξιλέωσης.

Με τον τρόπο αυτό ο εγκληματίας καταλήγει να γίνει δήμιος του ίδιου του εαυτού του.

 Από τη βία στον οίκτο κι αντίστροφα, από τον εγκληματία στον «άγιο» κι αντίστροφα, η μοίρα, το πεπρωμένο [φαίνεται να] παίζουν τον κύριο ρόλο, αλλά μόνον ο Θεός μπορεί, μετά τη μετάνοια του εγκληματία, να παρέμβει και να επιτρέψει την πορεία του εγκληματία από την Κόλαση στον Παράδεισο. 

Ο Υπόγειος άνθρωπος του Ντ. υπερβαίνει το δυτικό ορθολογικό πρότυπο του τέλειου πλάσματος, με συνέπεια να κυνηγιέται συνεχώς από τα φαντάσματα των ενοχών. Ο άνθρωπος δεν είναι, για τον Ντ., το αγαθό ον που διεφθάρη από την κοινωνία, διότι ακόμα και το πλέον υγιές περιβάλλον δεν μπορεί να αλλάξει ένα «μολυσμένο» άτομο. Οι «άθλιοι» φέρουν το σημάδι του Κακού, γι’ αυτό η κοινωνία τους εγκαταλείπει στη μοίρα τους και στην αυτοτιμωρία τους.

Το μέγα ερώτημα όμως παραμένει ανοικτό, αν δηλαδή ένα έγκλημα μπορεί να «ισοσκελισθεί» από πολλές καλές πράξεις ή αν η ήσυχη συνείδηση αρκεί για την ηθικοποίηση ή την ιδεολογικοποίηση της βίας.

Ο άνθρωπος ο οποίος αναζητεί δύναμη κι ελευθερία πέρα από τα όρια της φύσης και του νόμου δεν καθίσταται αυτομάτως οιονεί-Θεός. Αν «όλα επιτρέπονται» δίχως ηθικούς περιορισμούς τότε ο «Υπερ-απ-άνθρωπος» τη μόνη εξουσία που [φαίνεται να] αποκτά είναι αυτή της μοναξιάς μπροστά στον θάνατο[9], αφού θα έχει σπείρει παντού το Κακό και όλοι θα τον αποφεύγουν [ακόμα και η Σόνια].

Ερωτήματα [όχι οριστικά]

1] Οι αμαρτίες και οι τύψεις αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την τελική ηθική στάση και την προσωπική «ανάσταση»;[10] Ο Ιεροεξεταστής, όπως κι αν εμφανίζεται ή ενσαρκώνεται, κινείται εντός μας ή μας τιμωρεί έξωθεν;[11]

2] Μέσα από την «ποιητική της φυλακής» εξαγνίζεται το έγκλημα ή ο εγκληματίας;[12]

3] Το τυφλό μίσος των τρομοκρατών στους Δαιμονισμένους, οι οποίοι θέλουν να βυθίσουν τη χώρα στο χάος[13] και «να ξεριζώσουν από τον άνθρωπο το ανθρώπινο»[14], βρίσκεται σε κάποια αντιστοιχία με τα ανάλογα σημερινά φαινόμενα;

Κατά τον Ντ., αυτός που δεν έδειξε οίκτο για το θύμα του δεν πρέπει να εκλιπαρεί για τον οίκτο του Θεού [θα πρόσθετα, και της ανθρώπινης δικαιοσύνης].

Αναρωτιέμαι για το πόσο το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό οι πάσης φύσης «νεο-ρασκολνικωφικοί»[;] τρομοκράτες και φανατικοί του αίματος.

Οι παραπάνω απόψεις δεν παραβλέπουν τις εσωτερικές συγκρούσεις και τα ηθικά διλήμματα κάθε «εξεγερμένου» ανθρώπου, αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι το αίσθημα φιλαλληλίας δεν μπορεί να απουσιάζει από κανέναν [εγκληματία και μη].

Εκτός κι αν ορισμένοι εξακολουθούν να φαντασιώνονται πως κρατώντας ένα τσεκούρι γίνονται θεοί και δήμιοι για τους συνανθρώπους τους [και οπωσδήποτε και για τον εαυτό τους].

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Γιάννης Πανούσης, Ο εγκληματίας στο έργο του Ντοστογιέφσκι-υπεράνθρωπος ή υποχθόνιος;, Νομική Βιβλιοθήκη 2012 [και την εκεί πλούσια βιβλιογραφία].

2.Tζώρτζ Στάινερ, Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι, αντίποδες 2015, σ. 32επ.

3. Όπ.π., σ. 39, 134.

4. Γρ. Ιωαννίδης, «Ντοστογιέφσκι σαν λαϊκό μελόδραμα», ΕφΣυν 26/10/15-Κ. Γεωργουσόπουλος, «Ο σταυρός σπαθί», Νέα 13/10/14.

5. Στέφαν Άντρες, Ο Γκρέκο ζωγραφίζει τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή [βλ. παρουσίαση από Χ.Ε. Μαραβέλια, The Athens Review of books, Νοέμ. 2013, σ. 16].

6. Οσσίπ Λουριέ, Ντοστογιέφσκι – Η ζωή και το έργο του, Ωρίων 1943.

7. Αν. Βιστωνίτης, «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι, το δίλημμα», Βήμα Κυριακής 7/2/16

8. Ch. Andler, Nietzsche et Dostoievski, Mélanges Baldensperger, Paris 1930.

9. Tζ. Στάινερ, όπ.π., σ. 241.

10. I. Madaule, Le christianisme du Dostoievski, Paris 1939 - Βελ. Καράκωστας, «Ορθοδοξία στη Λογοτεχνία - Διαφορές του Ντοστογιέφσκι από τον Παπαδιαμάντη», Συνήγορος 115/2016, σ. 82-83 - Γ. Φτέρης, «Με τον Ρασκόλνικωφ», Βήμα 12/12/65. 

11. Χ.Ε. Μαραβέλιας, όπ.π.

12. Laura Piacentini, «Cultural talk and other intimate acquaintances with Russian prisons», Crime-Media-Culture, v. 1/2, Αύγουστος 2005, Sage, 193-197 - Γ. Πανούσης, «Η ποιητική του φυλακισμένου χώρου», Α. Σάκκουλας 2002.

13. Δημ. Κούρτοβικ, Τυφλός τυφλόν οδήγαγε..., Νέα 2-3/4/16.

14. Μ. Αλεξανδρόπουλος, «Η γοητεία της ντροπής και η απογοήτευση του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι», Αντί 13/2/81.