Κάθε φορά που πατάμε «Αποδοχή» σε μια ψηφιακή υπηρεσία, η πράξη μοιάζει με επιλογή. Θεωρητικά μπορούμε να αρνηθούμε, να κλείσουμε την εφαρμογή ή να μη δημιουργήσουμε λογαριασμό. Τι συμβαίνει όμως όταν η ίδια υπηρεσία έχει γίνει αναγκαία για την εργασία, την εκπαίδευση, την επικοινωνία ή την πρόσβαση σε βασικές διοικητικές λειτουργίες; Και πόσο ελεύθερη είναι η συγκατάθεση όταν η άρνηση συνεπάγεται πραγματικό αποκλεισμό; 

Σε πρόσφατη εργασία μας, η οποία δημοσιεύθηκε στο Journal of Cybersecurity and Privacy και την οποία συνυπογράφουμε οι Ιωάννης Στύλιος, Σπύρος Κοκολάκης, Δημήτρης Δαμόπουλος, Αλέξανδρος Τζάλλας και Στέφανος Γκρίτζαλης, αναπτύσσουμε την έννοια της ψηφιακής αναποφευκτότητας (Digital Inevitability) ως εννοιολογικό πλαίσιο DIGINEV. Η βασική θέση είναι ότι η διαρκής γνωστοποίηση προσωπικών δεδομένων δεν πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται μόνο ως αποτέλεσμα ατομικής προτίμησης, αδιαφορίας ή λανθασμένης εκτίμησης. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να αποτελεί προβλέψιμη συνέπεια του τρόπου με τον οποίο έχουν οργανωθεί τα σύγχρονα ψηφιακά οικοσυστήματα. 

Το παράδοξο της ιδιωτικότητας 

Για δεκαετίες, η έρευνα έχει καταγράψει ένα φαινομενικά αντιφατικό μοτίβο: άνθρωποι που δηλώνουν ότι ανησυχούν για την ιδιωτικότητά τους εξακολουθούν να χρησιμοποιούν υπηρεσίες που συλλέγουν δεδομένα και συχνά αποκαλύπτουν περισσότερες πληροφορίες από όσες θα επιθυμούσαν. Η απόσταση ανάμεσα στις δηλωμένες στάσεις και στην πραγματική συμπεριφορά ονομάστηκε «παράδοξο της ιδιωτικότητας» (privacy paradox). Δεν ερμηνεύεται, ωστόσο, αναγκαστικά ως αδιαφορία ή ασυνέπεια: οι γενικές ανησυχίες και μια συγκεκριμένη απόφαση γνωστοποίησης δεν αφορούν πάντοτε τις ίδιες συνθήκες και δυνατότητες επιλογής (Kokolakis, 2017· Solove, 2021). 

Μια κλασική εξήγηση είναι ο υπολογισμός ιδιωτικότητας (privacy calculus), δηλαδή η στάθμιση των αναμενόμενων οφελών μιας υπηρεσίας απέναντι στους αντιλαμβανόμενους κινδύνους για τα προσωπικά δεδομένα. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να κοινοποιήσει την τοποθεσία του για να λάβει οδηγίες πλοήγησης, επειδή θεωρεί ότι η άμεση χρησιμότητα αξίζει τον πιθανό κίνδυνο. Η προσέγγιση δεν προϋποθέτει ότι ο χρήστης γνωρίζει πλήρως όλες τις συνέπειες ή ότι κάνει έναν ακριβή αριθμητικό υπολογισμό (Dinev & Hart, 2006). Άλλες προσεγγίσεις εξετάζουν την αβεβαιότητα, τη δυσκολία εκτίμησης μελλοντικών συνεπειών και την επίδραση του τρόπου παρουσίασης των επιλογών στις αποφάσεις μας 

(Acquisti et al., 2015). Η βιβλιογραφία για την ψηφιακή παραίτηση και τον κυνισμό εξετάζει επίσης την αίσθηση αδυναμίας απέναντι στις πρακτικές των πλατφορμών και τις θεσμικές συνθήκες που τη διαμορφώνουν (Draper & Turow, 2019· Draper et al., 2024). 

Το DIGINEV εντάσσεται σε αυτή τη συζήτηση, προσδιορίζοντας τρεις συνθήκες υπό τις οποίες η γνωστοποίηση δεδομένων μπορεί να συνδέεται με δομικούς περιορισμούς στη συμμετοχή. Το ερώτημα είναι ποιες πραγματικές επιλογές προσφέρει στον χρήστη το ίδιο το περιβάλλον. Αν η άρνηση σημαίνει απώλεια πρόσβασης σε μια ουσιώδη υπηρεσία και δεν υπάρχει λειτουργικά ισοδύναμη εναλλακτική με λιγότερα δεδομένα, τότε η συμπεριφορά δεν εξηγείται επαρκώς ως ατομική ασυνέπεια. Ο χρήστης εξακολουθεί να αποφασίζει, αλλά αποφασίζει μέσα σε ένα άνισα διαμορφωμένο πεδίο επιλογών (Stylios et al., 2026). 

Τι είναι η ψηφιακή αναποφευκτότητα 

Με τον όρο ψηφιακή αναποφευκτότητα περιγράφουμε μια υπό όρους δομική κατάσταση, στην οποία η συνεχής γνωστοποίηση προσωπικών δεδομένων μετατρέπεται de facto σε προϋπόθεση ουσιαστικής συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική ή επαγγελματική ζωή. Η μη γνωστοποίηση δεν λειτουργεί πλέον ως γνήσια και χαμηλού κόστους εναλλακτική, αλλά μπορεί να συνοδεύεται από κόστος αποκλεισμού. 

Η κατάσταση αυτή δεν προκύπτει κάθε φορά που μια εφαρμογή συλλέγει δεδομένα. Το πλαίσιο είναι σκόπιμα περιοριστικό και απαιτεί να συνυπάρχουν τρεις αναγκαίες συνθήκες. Η πρώτη είναι η δομική εδραίωση: η συλλογή δεδομένων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας της υπηρεσίας, καθώς είναι ενσωματωμένη στον ίδιο τον σχεδιασμό της υποδομής της και δεν συνιστά απλώς μια περιφερειακή ή περιστασιακή πρακτική. 

Η δεύτερη συνθήκη είναι η απουσία μιας πραγματικά βιώσιμης εναλλακτικής που να προσφέρει συγκρίσιμη λειτουργικότητα με μικρότερη συλλογή δεδομένων. Μια εναλλακτική δεν είναι ουσιαστική μόνο και μόνο επειδή υπάρχει τυπικά. Πρέπει να μπορεί να καλύψει την ίδια ανάγκη, να είναι προσβάσιμη και να μη μεταφέρει στον χρήστη δυσανάλογο κόστος, τεχνική δυσκολία ή κοινωνική απομόνωση. 

Η τρίτη συνθήκη είναι το μη αμελητέο κόστος της μη συμμετοχής. Η αποχή πρέπει να στερεί ευκαιρίες ή λειτουργίες που έχουν ουσιαστική σημασία για την κοινωνική, εκπαιδευτική, επαγγελματική ή οικονομική ζωή. Εφόσον λείπει μία από αυτές τις τρεις συνθήκες, δεν αρκεί να χαρακτηρίσουμε μια κατάσταση ως DIGINEV. Η έννοια δεν περιγράφει κάθε ψηφιακή δυσκολία ούτε υποστηρίζει ότι όλοι οι χρήστες είναι εξίσου παγιδευμένοι. 

Πώς η Παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη εντείνει το πρόβλημα 

Η Παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη δεν δημιούργησε την ψηφιακή αναποφευκτότητα. Η δεδομενοποίηση της καθημερινής ζωής, δηλαδή η μετατροπή δραστηριοτήτων και αλληλεπιδράσεων σε καταγράψιμα δεδομένα, η εξάρτηση από πλατφόρμες και τα επιχειρηματικά μοντέλα που αξιοποιούν συμπεριφορικές πληροφορίες προϋπήρχαν. Τα σύγχρονα μοντέλα Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούν, όμως, να εντείνουν το πρόβλημα, καθώς έχουν τη δυνατότητα να εξάγουν συμπεράσματα για προσωπικά 

χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, ακόμη και όταν εκείνος δεν τα έχει αποκαλύψει ρητά. Για παράδειγμα, από τον τρόπο που γράφει κάποιος ή από πληροφορίες που αναφέρει σε ένα κείμενο, ένα μοντέλο μπορεί να εκτιμήσει στοιχεία για την προσωπική του ζωή. Αυτή τη δυνατότητα ονομάζουμε inferential reach (εμβέλεια των συμπερασμών) (Stylios et al., 2026). 

Η μελέτη των Staab et al. (2024) έδειξε ότι μεγάλα γλωσσικά μοντέλα μπορούσαν να εκτιμήσουν προσωπικά χαρακτηριστικά, όπως η γεωγραφική τοποθεσία και το εισόδημα, από κείμενα χρηστών. Το ευρύτερο ζήτημα της προστασίας από επιζήμια ή αδικαιολόγητα συμπεράσματα έχει εξεταστεί από τους Wachter και Mittelstadt (2019). Τα συμπεράσματα των μοντέλων μπορεί να είναι λανθασμένα και η ακρίβειά τους εξαρτάται από το μοντέλο, τα δεδομένα και το πλαίσιο χρήσης. Στο DIGINEV αυτή η δυνατότητα δεν αποτελεί τέταρτη αναγκαία συνθήκη. Είναι ενισχυτικός παράγοντας, ο οποίος μπορεί να διευρύνει τη δυνητική έκθεση της ιδιωτικότητας χωρίς να καθιστά από μόνος του τη συμμετοχή αναπόφευκτη. 

Δεν πρόκειται για τεχνολογικό ντετερμινισμό 

Η λέξη «αναποφευκτότητα» μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η εξέλιξη αυτή είναι φυσική, καθολική και αδύνατο να αναστραφεί. Το DIGINEV υποστηρίζει το αντίθετο. Οι δομικές συνθήκες που περιγράφει είναι κοινωνικά, θεσμικά και εμπορικά κατασκευασμένες. Επομένως μπορούν να μεταβληθούν μέσω διαφορετικού σχεδιασμού, ρύθμισης, συλλογικής δράσης και πραγματικά βιώσιμων εναλλακτικών. 

Η διάκριση αυτή διαφοροποιεί την ψηφιακή αναποφευκτότητα από τον τεχνολογικό ντετερμινισμό, δηλαδή την αντίληψη ότι η τεχνολογία καθορίζει αναγκαστικά την κοινωνική εξέλιξη. Χρειάζεται επίσης να διακρίνουμε το DIGINEV από συγγενείς έννοιες της έρευνας για την ιδιωτικότητα. Η ψηφιακή παραίτηση (digital resignation) περιγράφει την κατάσταση στην οποία κάποιος θέλει να ελέγξει τις πληροφορίες που έχουν οι ψηφιακές υπηρεσίες γι’ αυτόν, αλλά αισθάνεται ότι δεν μπορεί να το πετύχει (Draper & Turow, 2019). Ο κυνισμός ως προς την ιδιωτικότητα (privacy cynicism) συνδέεται με δυσπιστία και αίσθηση αδυναμίας, που κάνουν την προσπάθεια προστασίας να φαίνεται μάταιη (Hoffmann et al., 2016). Η κόπωση ως προς την ιδιωτικότητα (privacy fatigue) αφορά την εξάντληση από τη διαχείριση ζητημάτων ιδιωτικότητας και μπορεί να συνοδεύεται από απομάκρυνση από τις πρακτικές προστασίας (Choi et al., 2018). Οι έννοιες αυτές είναι συγγενείς, αλλά δεν ταυτίζονται, ούτε σημαίνουν κατ’ ανάγκην ότι η ιδιωτικότητα έπαψε να ενδιαφέρει τον χρήστη. 

Οι προσεγγίσεις της παραίτησης και του κυνισμού εξετάζουν ήδη τον ρόλο των εταιρειών, των υποδομών και των άνισων δυνατοτήτων ελέγχου. Το DIGINEV εστιάζει ειδικότερα στον συνδυασμό τριών δομικών συνθηκών που περιορίζουν τη δυνατότητα συμμετοχής με λιγότερα δεδομένα. Οι ψυχολογικές αντιδράσεις δεν είναι αναγκαίες συνθήκες του πλαισίου: ένας χρήστης μπορεί να εξακολουθεί να αντιστέκεται και να διεκδικεί αλλαγές, ενώ οι επιλογές του παραμένουν περιορισμένες (Draper et al., 2024· Stylios et al., 2026). 

Πέρα από τη συγκατάθεση: Η πραγματική δυνατότητα επιλογής 

Η ρύθμιση της ιδιωτικότητας έχει συχνά επικεντρωθεί στην ενημέρωση και στη συγκατάθεση του χρήστη. Αυτές οι εγγυήσεις είναι απαραίτητες, αλλά δεν αρκούν όταν οι όροι συμμετοχής 

έχουν ήδη καταστήσει την άρνηση υπερβολικά δαπανηρή. Ένα κουμπί «Δεν αποδέχομαι» δεν δημιουργεί πραγματική ελευθερία, εάν το αποτέλεσμά του είναι ο αποκλεισμός από μια αναγκαία λειτουργία. 

Από τις τρεις συνθήκες της ψηφιακής αναποφευκτότητας προκύπτουν και αντίστοιχες κατευθύνσεις παρέμβασης. Καταρχάς, θα μπορούσε να εξετάζεται ποια δεδομένα χρειάζεται πραγματικά μια υπηρεσία για τη βασική λειτουργία της και ποια συλλέγονται για άλλους σκοπούς, όπως η ανάλυση της συμπεριφοράς, η εξατομίκευση ή η βελτίωση μοντέλων. Επίσης, όταν η μη χρήση μιας υπηρεσίας μπορεί να αποκλείσει κάποιον από την εργασία, την εκπαίδευση ή τις δημόσιες υπηρεσίες, θα μπορούσαν να προβλέπονται τρόποι ισοδύναμης πρόσβασης, ώστε η άρνηση να μην επιφέρει δυσμενείς συνέπειες. 

Παράλληλα, η δυνατότητα διαφορετικών υπηρεσιών να συνεργάζονται (διαλειτουργικότητα) και η δυνατότητα μεταφοράς δεδομένων από έναν πάροχο σε άλλον (φορητότητα δεδομένων) μπορούν να διευκολύνουν την αλλαγή υπηρεσίας. Από μόνες τους, όμως, δεν διασφαλίζουν λιγότερη συλλογή δεδομένων ή καλύτερη προστασία της ιδιωτικότητας (OECD, 2021). Όταν ένας οργανισμός επιλέγει μια ψηφιακή υπηρεσία, μπορεί επίσης να ζητά από τον πάροχο να περιορίζει τη συλλογή δεδομένων, να επιτρέπει την εξαγωγή τους και να εξασφαλίζει τη συμβατότητα με άλλα συστήματα. Επειδή τα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης μπορούν να συνάγουν προσωπικές πληροφορίες ακόμη και από συνηθισμένες αλληλεπιδράσεις, η εργασία μας προτείνει τεκμηρίωση των μοντέλων και ανεξάρτητους ελέγχους για το ποιες πληροφορίες μπορούν να εξαχθούν. Τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να περιορίσουν τους κινδύνους για την ιδιωτικότητα, αλλά καμία δεν αντιμετωπίζει από μόνη της και τις τρεις συνθήκες της ψηφιακής αναποφευκτότητας (Stylios et al., 2026). 

Το πραγματικό ερώτημα 

Αν εξακολουθούμε να ρωτάμε μόνο γιατί οι άνθρωποι δεν προστατεύουν καλύτερα την ιδιωτικότητά τους, η ευθύνη παραμένει σχεδόν αποκλειστικά στο άτομο. Το DIGINEV μετατοπίζει την προσοχή στην αρχιτεκτονική της επιλογής: ποιο τίμημα πρέπει να πληρώσει κάποιος για να μη γνωστοποιήσει δεδομένα και ποια λειτουργικά ισοδύναμη εναλλακτική τού προσφέρεται πραγματικά; 

Η μετατόπιση αυτή δεν καταργεί την ατομική ευθύνη ούτε υποστηρίζει ότι κάθε ψηφιακή συμμετοχή είναι αναγκαστική. Αναγνωρίζει, όμως, ότι η ιδιωτικότητα δεν μπορεί να προστατεύεται μόνο ως δικαίωμα επιλογής, αν η άσκηση αυτής της επιλογής είναι προσιτή μόνο σε όσους μπορούν να αντέξουν το κόστος του αποκλεισμού. Η ουσιαστική διακυβέρνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης και των ψηφιακών πλατφορμών οφείλει, επομένως, να προστατεύει όχι μόνο τη δυνατότητα του χρήστη να συναινεί, αλλά και την πραγματική δυνατότητά του να αρνείται χωρίς να αποκλείεται. 

Η επιστημονική εργασία 

Stylios, I.; Kokolakis, S.; Damopoulos, D.; Tzallas, A.; Gritzalis, S. (2026). Artificial Intelligence: Risks, Governance, and the Path from Privacy Paradox to Digital Inevitability. Journal of Cybersecurity and Privacy, 6(5), 174. https://doi.org/10.3390/jcp6050174 

Πηγές 

Acquisti, A., Brandimarte, L., & Loewenstein, G. (2015). Privacy and human behavior in the age of information. Science, 347(6221), 509–514. https://doi.org/10.1126/science.aaa1465 

Choi, H., Park, J., & Jung, Y. (2018). The role of privacy fatigue in online privacy behavior. Computers in Human Behavior, 81, 42–51. https://doi.org/10.1016/j.chb.2017.12.001 

Dinev, T., & Hart, P. (2006). An extended privacy calculus model for e-commerce transactions. Information Systems Research, 17(1), 61–80. https://doi.org/10.1287/isre.1060.0080 

Draper, N. A., & Turow, J. (2019). The corporate cultivation of digital resignation. New Media & Society, 21(8), 1824–1839. https://doi.org/10.1177/1461444819833331 

Draper, N. A., Hoffmann, C. P., Lutz, C., Ranzini, G., & Turow, J. (2024). Privacy resignation, apathy, and cynicism: Introduction to a special theme. Big Data & Society, 11. https://doi.org/10.1177/20539517241270663 

Hillman, V. (2026). Denaturalising “the digital child”: Genealogy and the governance of mediated futures. Media, Culture & Society, 48(7), 1440–1458. https://doi.org/10.1177/01634437261455784 

Hoffmann, C. P., Lutz, C., & Ranzini, G. (2016). Privacy cynicism: A new approach to the privacy paradox. Cyberpsychology: Journal of Psychosocial Research on Cyberspace, 10(4), Article 7. https://doi.org/10.5817/CP2016-4-7 

Kokolakis, S. (2017). Privacy attitudes and privacy behaviour: A review of current research on the privacy paradox phenomenon. Computers & Security, 64, 122–134. https://doi.org/10.1016/j.cose.2015.07.002 

OECD. (2021). Data portability, interoperability and digital platform competition. OECD Competition Committee Discussion Paper. https://oe.cd/dpic 

Solove, D. J. (2021). The myth of the privacy paradox. George Washington Law Review, 89(1), 1–51. https://www.gwlr.org/the-myth-of-the-privacy-paradox/ 

Staab, R., Vero, M., Balunović, M., & Vechev, M. (2024). Beyond memorization: Violating privacy via inference with large language models. International Conference on Learning Representations (ICLR). https://www.sri.inf.ethz.ch/publications/staab2023beyond

Wachter, S., & Mittelstadt, B. (2019). A right to reasonable inferences: Re-thinking data protection law in the age of Big Data and AI. Columbia Business Law Review, 2019(2), 494–620. https://doi.org/10.7916/cblr.v2019i2.3424