Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων στις προηγμένες οικονομίες έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαπέντε ετών. Η αναταραχή απορρέει από αλληλένδετους νομισματικούς, γεωπολιτικούς και δομικούς παράγοντες. Πρωταρχικός παράγοντας υπήρξε η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, η οποία εκτίναξε τις τιμές του πετρελαίου Brent, του φυσικού αερίου και των διυλισμένων καυσίμων. Η διάχυση του ενεργειακού κόστους στα τρόφιμα, στις μεταφορές και στην παραγωγή ανάγκασε τις κεντρικές τράπεζες να εγκαταλείψουν την παραδοσιακή τακτική αγνόησης των ενεργειακών σοκ και να προχωρήσουν σε νέους κύκλους αυξήσεων επιτοκίων. Ταυτόχρονα, η ποσοτική σύσφιγξη αποσύρει σταδιακά τον μεγαλύτερο και πλέον σταθερό αγοραστή ομολόγων: στην Ευρωζώνη, το ποσοστό κρατικού χρέους που διακρατεί η ΕΚΤ μειώθηκε από 33% το 2022 σε ελάχιστα πάνω από 20%. Το κενό καλύπτουν πλέον επενδυτές με κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου και αμοιβαία κεφάλαια με μόχλευση, οι οποίοι ενισχύουν τη μεταβλητότητα.

Τα τραπεζικά επιτόκια χορηγήσεων αυξάνονται, τα κριτήρια πίστωσης καθίστανται αυστηρότερα, ενώ οι ελκυστικές αποδόσεις των κρατικών τίτλων εκτοπίζουν ρευστότητα από τον ιδιωτικό δανεισμό. Για τις οικονομίες με υψηλό δημόσιο χρέος, η αδυσώπητη αριθμητική της σχέσης πραγματικού επιτοκίου και ονομαστικής ανάπτυξης καθίσταται κρίσιμη: όταν το πρώτο υπερβαίνει τη δεύτερη, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αυξάνεται ακόμη και παρουσία πρωτογενών πλεονασμάτων. Στην Ευρωζώνη, οι δαπάνες για τόκους αναμένεται να υπερδιπλασιαστούν έως το 2035, φθάνοντας κατά μέσον όρο στο 5% του ΑΕΠ.

H Ελλάδα παρουσιάζει μια σημαντική ανθεκτικότητα και μία δικαίωση της μέχρι τώρα (αφού από εδώ και πέρα θα πρέπει να επαναξιολογηθεί) πολιτικής πρόωρης αποπληρωμής των δημόσιων χρεών. Το δημόσιο χρέος είναι κατοχυρωμένο σε σταθερά επιτόκια μετά τις πράξεις αντιστάθμισης, με μέση σταθμική διάρκεια 18,28 ετών. Η δομή αυτή μεταθέτει τον επιτοκιακό κίνδυνο στο μέλλον. Η σύγκριση με τη Γαλλία είναι διαφωτιστική: παρά τον χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ, τα γαλλικά περιθώρια επιτοκίου (spreads) διευρύνθηκαν αισθητά, λόγω ελλειμμάτων κοντά στο 6% του ΑΕΠ και πολιτικού κατακερματισμού. Οι αγορές, συνεπώς, αξιολογούν πλέον τη δυναμική του χρέους, τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες και τη δημοσιονομική αξιοπιστία πολύ περισσότερο από το απόλυτο ύψος του δείκτη. Τα επιτόκια όμως των νέων επιχειρηματικών δανείων κυμαίνονται μεταξύ 4,45% και 5,07%, ενώ τα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν στο 0,37%-0,39%, αποτυπώνοντας μια ασυμμετρία που επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ποσοτικές ασκήσεις ευαισθησίας για την περίοδο 2027-2034 δείχνουν ότι η διατήρηση του επιτοκίου της ΕΚΤ στο 4% –αντί για ομαλοποίηση στο 2%– θα οδηγούσε σε πραγματικές ιδιωτικές επενδύσεις χαμηλότερες κατά 8,2%, πραγματικό ΑΕΠ μειωμένο κατά 2,7%, διαθέσιμο ιδιωτικό εισόδημα μικρότερο κατά 3,5% και πρόσθετους σωρευτικούς τόκους 14 δισ. ευρώ, με τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ να διαμορφώνεται κοντά στο 109% αντί να υποχωρεί στο 102%. Η θωράκιση του δημόσιου χρέους, κατά συνέπεια, προσφέρει ένα χρονικό περιθώριο προσαρμογής, όχι μόνιμη ασφάλεια. Η ολοκλήρωση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης θα εκθέσει περαιτέρω τις επενδύσεις στο εμπορικό κόστος χρηματοδότησης. Η αξιοποίηση του χρονικού αυτού περιθωρίου, μέσω στοχευμένων εργαλείων χρηματοδότησης και μείωσης της ενεργειακής εξάρτησης, θα κρίνει αν η σχετική ανθεκτικότητα θα μετατραπεί σε διατηρήσιμο πλεονέκτημα. Το πραγματικό πρόβλημα θα εμφανιστεί εάν η αναταραχή των ομολόγων συνδυαστεί με μία εμφανή διάψευση των προσδοκώμενων κερδών από τις τεράστιες επενδύσεις ΑΙ και με μία πρόσθετη γεωστρατηγική μοιραία διαταραχή.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Η Καθημερινή, 2 Οκτωβρίου 2026