Τα τελευταία χρόνια, στη ζώνη του ευρώ παρατηρείται μια σημαντική μεταβολή στις καταναλωτικές συνήθειες ως προς τις πληρωμές. Η χρήση των μετρητών έχει μειωθεί αισθητά, ενώ οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και οι διαδικτυακές αγορές αυξάνονται με ταχύ ρυθμό. Συγκεκριμένα, το ποσοστό των αγορών που πραγματοποιούνται με μετρητά μειώθηκε από 54% το 2016 σε 39% το 2024, ενώ η αξία των αγορών που πραγματοποιούνται μέσω διαδικτύου διπλασιάστηκε, από 18% το 2019 σε 36% το 2024[1].
Οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν τον συνεχή ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας και καταδεικνύουν ότι ολοένα μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας μεταφέρεται σε ψηφιακά περιβάλλοντα, όπου τα μετρητά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσο πληρωμής. Στο ψηφιακό περιβάλλον, οι συναλλαγές πραγματοποιούνται μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών, οι οποίες κατά κανόνα διαχειρίζονται από ιδιωτικούς φορείς. Η μεταβολή αυτή επηρεάζει ουσιαστικά τη φύση του χρήματος και των πληρωμών.
Τα μετρητά αποτελούν δημόσιο χρήμα, καθώς εκδίδονται από την κεντρική τράπεζα και συνιστούν άμεση υποχρέωσή της. Είναι καθολικά προσβάσιμα, μπορούν να χρησιμοποιούνται από όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως της σχέσης τους με κάποιο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και επιτρέπουν την άμεση και οριστική ολοκλήρωση των συναλλαγών. Επιπλέον, η χρήση τους δεν εξαρτάται από ιδιωτικές πλατφόρμες πληρωμών ή από την ύπαρξη συμβατικής σχέσης με κάποιον ιδιωτικό πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, γεγονός που τα καθιστά μια δημόσια και ουδέτερη επιλογή για όλους.
Αντίθετα, το ιδιωτικό χρήμα δημιουργείται και κυκλοφορεί μέσω των εμπορικών τραπεζών και άλλων ιδιωτικών παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Σε αυτό περιλαμβάνονται οι τραπεζικές καταθέσεις, οι χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες, τα ηλεκτρονικά πορτοφόλια και οι διάφορες μορφές ψηφιακών πληρωμών. Παρότι οι υπηρεσίες αυτές προσφέρουν ταχύτητα, ευκολία και καινοτόμες δυνατότητες, η λειτουργία τους βασίζεται σε ιδιωτικές υποδομές και εμπορικούς φορείς, οι οποίοι διαμεσολαβούν σε κάθε συναλλαγή.
Στη σύγχρονη οικονομία, το δημόσιο και το ιδιωτικό χρήμα συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται, εξυπηρετώντας διαφορετικές ανάγκες των πολιτών και των επιχειρήσεων. Το δημόσιο χρήμα λειτουργεί ως ασφαλές και αξιόπιστο θεμέλιο του νομισματικού συστήματος, ενώ το ιδιωτικό χρήμα διευκολύνει την ανάπτυξη και την καινοτομία στις υπηρεσίες πληρωμών. Η ισορροπία μεταξύ των δύο μορφών χρήματος συμβάλλει στη διατήρηση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην ενίσχυση του ανταγωνισμού και στη διασφάλιση της ελευθερίας επιλογής των πολιτών.
Ωστόσο, καθώς οι Ευρωπαίοι πραγματοποιούν ολοένα και περισσότερες συναλλαγές σε ψηφιακά περιβάλλοντα, το δημόσιο χρήμα παραμένει διαθέσιμο αποκλειστικά στη φυσική του μορφή, δηλαδή ως μετρητά. Στις ηλεκτρονικές αγορές, στις πληρωμές μέσω κινητών συσκευών και στις περισσότερες εξ αποστάσεως συναλλαγές οι καταναλωτές βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε ιδιωτικά μέσα πληρωμής, τα οποία, επιπλέον, εδρεύουν εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι δημιουργείται ένα λειτουργικό κενό, καθώς η πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα περιορίζεται όσο η οικονομική δραστηριότητα μεταφέρεται στον ψηφιακό χώρο.
Στο πλαίσιο αυτό, το ψηφιακό ευρώ προτείνεται ως μια ψηφιακή μορφή δημόσιου χρήματος, η οποία θα εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και θα χρησιμοποιείται παράλληλα με τα μετρητά. Στόχος του δεν είναι να αντικαταστήσει τα μετρητά ή τις ιδιωτικές λύσεις πληρωμών, αλλά να τις συμπληρώσει, διασφαλίζοντας ότι οι πολίτες θα εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση σε δημόσιο χρήμα και στον ψηφιακό χώρο. Με τον τρόπο αυτό διατηρείται η ελευθερία επιλογής στις πληρωμές, ενισχύεται η ανθεκτικότητα και η στρατηγική αυτονομία του ευρωπαϊκού συστήματος πληρωμών, προάγεται ο ανταγωνισμός και διασφαλίζεται ο δημόσιος ρόλος του χρήματος σε μια οικονομία που γίνεται ολοένα και πιο ψηφιακή.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, η προσέγγιση είναι διαφορετική. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί έντονος πολιτικός και νομοθετικός προβληματισμός σχετικά με την έκδοση ενός ψηφιακού δολαρίου από την Federal Reserve. Στο πλαίσιο αυτό, προωθήθηκε το Anti-CBDC Surveillance State Act, το οποίο επιδιώκει να απαγορεύσει στη Fed να εκδώσει ή να λειτουργήσει ένα λιανικό ψηφιακό νόμισμα κεντρικής τράπεζας (retail CBDC), δηλαδή ψηφιακό δολάριο, είτε απευθείας προς τους πολίτες είτε μέσω ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Επιπλέον, η πρόταση περιορίζει τη δυνατότητα χρήσης ενός CBDC ως εργαλείου άσκησης ή εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής. Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι ένα ψηφιακό δολάριο θα μπορούσε να ενισχύσει την κρατική επιτήρηση των οικονομικών συναλλαγών και να περιορίσει την οικονομική ιδιωτικότητα των πολιτών.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν μια διαφορετική στρατηγική όσον αφορά τα ψηφιακά μέσα πληρωμής. Με το GENIUS Act θεσπίζεται ένα ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο για την έκδοση και λειτουργία των σταθερών κρυπτονομισμάτων (stablecoins) που είναι συνδεδεμένα με το δολάριο, ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη ιδιωτικών ψηφιακών μέσων πληρωμής. Αντί, δηλαδή, να δημιουργηθεί ένα δημόσιο ψηφιακό νόμισμα από την κεντρική τράπεζα, επιλέγεται η ρύθμιση και η ενίσχυση της αγοράς ιδιωτικών εκδοτών σταθερών κρυπτονομισμάτων, οι οποίοι καλούνται να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στις ψηφιακές πληρωμές.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να διατηρήσει την παρουσία του δημόσιου χρήματος και στην ψηφιακή εποχή, μέσω της έκδοσης του ψηφιακού ευρώ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να προκρίνουν ένα μοντέλο στο οποίο η καινοτομία στις ψηφιακές πληρωμές αναπτύσσεται κυρίως από τον ιδιωτικό τομέα, με το κράτος να αναλαμβάνει κυρίως ρυθμιστικό και εποπτικό ρόλο. Πρόκειται, επομένως, για δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στη διακυβέρνηση του ψηφιακού χρήματος, η ευρωπαϊκή που δίνει έμφαση στη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα του χρήματος, ενώ η αμερικανική που στηρίζεται περισσότερο στις δυνάμεις της αγοράς και στην ανάπτυξη ιδιωτικών ψηφιακών μέσων πληρωμής.
Παρά τις διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο για τα ψηφιακά χρηματοοικονομικά μέσα. Ο Κανονισμός MiCA (Markets in Crypto-Assets Regulation) αποτελεί το πρώτο ενιαίο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για τις αγορές κρυπτοστοιχείων (cryptoassets) και αποσκοπεί στη δημιουργία κοινών κανόνων σχετικά με την έκδοση, την προσφορά στο κοινό και την παροχή υπηρεσιών που συνδέονται με τα κρυπτοστοιχεία σε όλα τα κράτη μέλη. Βασικοί στόχοι του είναι η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου, η προστασία των χρηστών και των επενδυτών, καθώς και η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα σταθερά κρυπτονομίσματα, για τα οποία ο MiCA εισάγει αυστηρές απαιτήσεις αδειοδότησης, διατήρησης επαρκών αποθεματικών, διαφάνειας και εποπτείας. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η δημιουργία ενός ασφαλούς και καινοτόμου περιβάλλοντος για την ανάπτυξη νέων μορφών πληρωμών χωρίς να διακυβεύεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Μία άμεση συνέπεια της δημιουργίας αυτού του ρυθμιστικού πλαισίου είναι η ενίσχυση των ιδιωτικών πρωτοβουλιών στον χώρο των ψηφιακών πληρωμών. Παράλληλα με την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την ανάπτυξη του ψηφιακού ευρώ, ομάδα μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών προχώρησε στη δημιουργία της Qivalis, μιας κοινοπραξίας με στόχο την έκδοση ενός πλήρως ρυθμιζόμενου σταθερού κρυπτονομίσματος σε ευρώ, συμβατού με τις απαιτήσεις του MiCA[2]. Η πρωτοβουλία αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής υποδομής ψηφιακών πληρωμών και διακανονισμού, προσφέροντας μια ευρωπαϊκή εναλλακτική απέναντι στην κυριαρχία των δολαριακών σταθερών κρυπτονομισμάτων στις διεθνείς ψηφιακές συναλλαγές.
Η Qivalis αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται στην Ευρώπη. Το προτεινόμενο σταθερό κρυπτονόμισμα αναμένεται να λειτουργεί υπό αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, με πλήρη κάλυψη από αποθεματικά σε ευρώ και με στόχο τη χρήση του σε ψηφιακές πληρωμές και χρηματοοικονομικές εφαρμογές. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη σταδιακή διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού μοντέλου συνύπαρξης δημόσιου και ιδιωτικού ψηφιακού χρήματος: από τη μία πλευρά, το ψηφιακό ευρώ ως μορφή χρήματος κεντρικής τράπεζας και, από την άλλη, ιδιωτικά σταθερά κρυπτονομίσματα, που εκδίδονται από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς υπό την εποπτεία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου.
Συνολικά, οι εξελίξεις στον χώρο των ψηφιακών πληρωμών είναι ταχύτατες και μετασχηματίζουν ριζικά το παραδοσιακό μοντέλο των συναλλαγών. Η μετάβαση προς μια ψηφιακή οικονομία δημιουργεί νέες ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί προσαρμογή από τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις, τις δημόσιες αρχές και τους πολίτες. Το μέλλον των πληρωμών θα χαρακτηρίζεται πιθανότατα από τη συνύπαρξη διαφορετικών μορφών χρήματος, δημόσιου και ιδιωτικού, φυσικού και ψηφιακού, σε ένα νέο χρηματοοικονομικό οικοσύστημα που βρίσκεται ήδη σε διαδικασία αναδιαμόρφωσης.
[1] ECB (2024). “Survey on Payment Attitudes of Consumers in the Euro Area 2024”
[2] Σημαντική εξέλιξη αποτελεί και η συμμετοχή ελληνικών τραπεζών στην πρωτοβουλία Qivalis. Η Τράπεζα Πειραιώς και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εντάχθηκαν στην ευρωπαϊκή τραπεζική κοινοπραξία.
Πηγή: nb.org, 25/07/2026