Η ελληνική οικονομία, διανύοντας το μέσο της δεκαετίας του 2020, βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο όπου η σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα μετατρέπεται σε μια επιτακτική πραγματικότητα. Σε αυτό πολύτιμος αρωγός είναι ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Παρά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, η Ελλάδα διατηρεί μια αναπτυξιακή ταχύτητα που της επιτρέπει να συνεχίζει την τροχιά πραγματικής σύγκλισης των εισοδημάτων.
Η Ελλάδα υστερεί ακόμα στον Ευρωπαϊκό Πίνακα Αποτελεσμάτων Καινοτομίας. Αν και η χώρα υπερτερεί στην εισαγωγή καινοτομιών από τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜμΕ), υστερεί σημαντικά στις ψηφιακές δεξιότητες του γενικού πληθυσμού και στην πρόσβαση σε διαδίκτυο υψηλών ταχυτήτων. Η πράσινη μετάβαση αποτελεί τον μεγαλύτερο πυλώνα του «Ελλάδα 2.0».
Συγχρόνως η Ελλάδα επιδιώκει να καταστεί ενεργειακός κόμβος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, επενδύοντας στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), στην αποθήκευση ενέργειας και στην ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών.
Οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης δεν είναι πλέον θεωρητικές. Οι επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην επαγγελματική κατάρτιση (Ελλάδα 2.0) στοχεύουν στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των προσφερόμενων δεξιοτήτων και των αναγκών της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας και των πράσινων επαγγελμάτων, αποτελεί έναν από τους κύριους κινδύνους για την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Μία σειρά από στοχευμένες ενέργειες που εκτείνονται πέρα από το RRP εξασφαλίζουν τη συνέχιση των διαρθρωτικών αναπτυξιακών παρεμβάσεων. Η προσοχή πρέπει να στραφεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, με το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και με το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Επενδυτικής Δραστηριότητας. Εξάλλου, ωριμάζει ο καιρός για μια σημαντική μόχλευση ιδιωτικών επενδύσεων με τον βραχίονα των τραπεζών να ενεργοποιείται.
Το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ανέρχεται σε 16,7 δισ. ευρώ για το 2026, ποσό τριπλάσιο από το 2019 και διαθέσιμο θα είναι και το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, με συνολικό προϋπολογισμό 22,4 δισ. ευρώ (οι υποδομές, οι μεταφορές, η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων με σημαντική μόχλευσή τους, η ψηφιακή και πράσινη μετάβαση και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε κρίσεις).
Επίσης, είναι διαθέσιμοι νέοι ευρωπαϊκοί πόροι 8 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2032, μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, του Ταμείου Εκσυγχρονισμού και του Ταμείου Απανθρακοποίησης Νήσων (Πιερρακάκης). Τέλος εκκρεμούν 7,5 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 7 δισ. ευρώ σε δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης που θα ενεργοποιηθούν στη συνέχεια. Βεβαίως, το ΕΣΠΑ είναι διαθέσιμο μέχρι το 2027 και συνήθως δίνεται και κάποια παράταση.
Το «στοίχημα» για την περίοδο μετά το 2026 είναι η ένταση προς τις παραγωγικές επενδύσεις που θα ενισχύσουν την εξωστρέφεια και θα μειώσουν το δομικό έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου. Η αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος.
Ιδιαίτερα σημαντικό θα είναι από εδώ και πέρα και το πώς αντιλαμβάνονται οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ελλάδα την εξέλιξη των διαρθρωτικών ταμείων. Φαίνεται ότι θα δοθεί μεγαλύτερη ελευθερία στις χώρες οι οποίες είναι ωφελημένες από αυτού του είδους τις παροχές, με την έννοια ότι θα δημιουργηθεί μια πολύ μεγάλη δεξαμενή κεφαλαίων για κάθε χώρα, από όπου η συγκεκριμένη χώρα θα μπορεί να αξιοποιεί μέρος αυτού του κεφαλαίου. Την «επόμενη μέρα» στην Ευρώπη δεν θα υπάρχει πλέον το ζήτημα την ανάκαμψης, αλλά θα υπάρχει το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας.
Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες. Το χάσμα της παραγωγικότητας, η δημογραφική συρρίκνωση και η εξάρτηση από τις εισαγωγές απαιτούν συνεχή εγρήγορση και μεταρρυθμιστική συνέπεια. Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων άνω του 2% του ΑΕΠ είναι απαραίτητη για τη βιωσιμότητα του χρέους, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η φορολογική πολιτική θα παραμείνει φιλική προς την ανάπτυξη και την εργασία.
Το 2026 δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ο επίλογος μιας περιόδου, αλλά ως η αφετηρία μιας νέας εποχής ευθύνης. Η Ελλάδα έχει πλέον τα εργαλεία και την εμπειρία να αποφύγει τα λάθη του παρελθόντος και να χτίσει ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο για το 2030, βασισμένο στην αξία της εργασίας, στην καινοτομία και στην κοινωνική συνοχή. Η μετάβαση στη μετά-RRF εποχή θα είναι το σημαντικό τεστ αντοχής για την ελληνική οικονομία, και η επιτυχία της θα καθορίσει τη θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο στερέωμα για τις επόμενες δεκαετίες.
Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Οικονομικά Χρονικά, τ. 190, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2025, σσ. 24-25.

