Η ελληνική εκπαίδευση διαχρονικά επενδύει –και ορθώς πράττει– στο γνωστικό υπόβαθρο των εκπαιδευτικών, ωστόσο παραμένει θεσμικά αδύναμη σε ένα κρίσιμο πεδίο: τη συστηματική, επιστημονικά τεκμηριωμένη επιλογή και πιστοποίηση των διευθυντών σχολικών μονάδων. Σε μια εποχή κατά την οποία η σχολική ηγεσία θεωρείται διεθνώς καθοριστικός παράγοντας ποιότητας και αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης, το ελληνικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον ρόλο του διευθυντή περισσότερο ως διοικητική τοποθέτηση παρά ως εξειδικευμένη επαγγελματική λειτουργία. 

Στα περισσότερα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα η σχολική ηγεσία αποτελεί διακριτό επαγγελματικό πεδίο και η ανάληψη θέσης διευθυντή προϋποθέτει: 

1) μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση της Εκπαίδευσης, 

2) πιστοποιημένη διοικητική επάρκεια και διοικητική ετοιμότητα,

3) δομημένη επιμόρφωση ηγεσίας και 

4) συνεχή αξιολόγηση διοικητικών δεξιοτήτων. 

Η λογική είναι αυτονόητη: δεν αρκεί να είναι κάποιος καλός εκπαιδευτικός για να είναι και αποτελεσματικός ηγέτης σχολικής μονάδας, καθώς η διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, η διαχείριση κρίσεων, η εκπαιδευτική καινοτομία, η στρατηγική ανάπτυξη και η αξιολόγηση αποτελούν εξειδικευμένα γνωστικά πεδία.

Στην Ελλάδα, η επιλογή διευθυντών εξακολουθεί να μην βασίζεται επαρκώς σε επιστημονικά τεκμηριωμένη διοικητική επάρκεια. Παρά την ύπαρξη μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων στην Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης, δεν υπάρχει ουσιαστική θεσμική προτεραιότητα για τους κατόχους αυτών των τίτλων ούτε στη δημόσια ούτε στην ιδιωτική εκπαίδευση. Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο: η πολιτεία χρηματοδοτεί πανεπιστημιακά προγράμματα διοίκησης της εκπαίδευσης, αλλά δεν αξιοποιεί συστηματικά τους αποφοίτους τους στη διοίκηση των σχολείων. Την ίδια στιγμή, τίτλοι σπουδών σε επιστημονικά πεδία άσχετα με τη σχολική διοίκηση και ηγεσία συνεχίζουν να μοριοδοτούνται, γεγονός που αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο την έννοια της εξειδίκευσης. Η ύπαρξη υψηλής επιστημονικής κατάρτισης δεν συνεπάγεται αυτομάτως συνάφεια με το αντικείμενο. Η μοναδική ουσιαστική προσπάθεια θεσμικής αναβάθμισης υπήρξε η Υπουργική Απόφαση 67927/Γ3 (ΦΕΚ 1915, 15.06.2012, Τ. Α΄.) της τότε Υπουργού Παιδείας Άννας Διαμαντοπούλου (2009-2012), με την οποία προβλεπόταν η καθιέρωση Πιστοποιητικού Διοικητικής Επάρκειας για στελέχη εκπαίδευσης. Η πρωτοβουλία αυτή, αν και σημαντική, δεν εφαρμόστηκε ποτέ ουσιαστικά και παρέμεινε μια χαμένη μεταρρυθμιστική ευκαιρία.

Η ελληνική πραγματικότητα, λοιπόν, για λόγους πολιτικής αδράνειας και θεσμικής αγνωσίας (;), δεν έχει ακόμη ενσωματώσει αυτό που άλλα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα έχουν προβλέψει και εφαρμόσει εδώ και τρεις έως τέσσερις δεκαετίες: την έμφαση στην επιστημονική εξειδίκευση και τη διοικητική ετοιμότητα των επίδοξων διευθυντών. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, η ανάληψη θέσης διευθυντή συνδέεται με υποχρεωτική εξειδικευμένη επιμόρφωση και πιστοποίηση σχολικής ηγεσίας, ενώ στην Αυστρία η επιλογή στελεχών βασίζεται σε συστηματική αξιολόγηση διοικητικών δεξιοτήτων και οργανωτικής επάρκειας. Στην Ιταλία, οι διευθυντές επιλέγονται μέσω απαιτητικών διαγωνιστικών διαδικασιών και παρακολουθούν εκτενή προγράμματα επιμόρφωσης, ενώ στη Σουηδία η επιμόρφωση σχολικών ηγετών αποτελεί θεσμοθετημένη και υποχρεωτική διαδικασία πριν και μετά την ανάληψη καθηκόντων. Τα παραδείγματα αυτά αποτυπώνουν μια κοινή ευρωπαϊκή παραδοχή: η σχολική ηγεσία δεν είναι διοικητικό συμπλήρωμα της διδασκαλίας αλλά εξειδικευμένο επάγγελμα υψηλής ευθύνης. Η ελληνική δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση, λοιπόν, φαίνεται να απολαμβάνει έναν παρατεταμένο «ύπνο μάλλον ηθελημένης αγνωσίας» ως προς την ανάγκη παραγωγής και ενσωμάτωσης στελεχών που κατέχουν διοικητικές γνώσεις, δεξιότητες, ικανότητες, αξίες και χαρακτηριστικά σχολικού ηγέτη.

Η απουσία ουσιαστικής μοριοδότησης και επιλογής βάσει μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών στην Εκπαιδευτική Διοίκηση επιφέρει σοβαρές συνέπειες για το εκπαιδευτικό σύστημα. Συγκεκριμένα: 

1) οδηγεί στην αποεπαγγελματοποίηση της σχολικής ηγεσίας, αφού εκπέμπεται το μήνυμα ότι η διοίκηση δεν αποτελεί εξειδίκευση αλλά δευτερεύουσα δεξιότητα, γεγονός που αποθαρρύνει την επιστημονική κατάρτιση και την επαγγελματική εξέλιξη, 

2) αναπαράγει διοικητικές πρακτικές χαμηλής αποτελεσματικότητας, καθώς χωρίς συστηματική θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση στη διοίκηση η διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού γίνεται διαισθητικά-εμπειρικά, η σχολική καινοτομία περιορίζεται, η στρατηγική ανάπτυξη απουσιάζει και η σχολική μονάδα λειτουργεί συχνά αντιδραστικά αντί προληπτικά, 

3) υποβαθμίζει την εκπαιδευτική ποιότητα, αφού διεθνείς έρευνες αποδεικνύουν ότι η ποιότητα της σχολικής ηγεσίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες σχολικής αποτελεσματικότητας και η μη αξιοποίηση εξειδικευμένων στελεχών στερεί από τα σχολεία οργανωτική σταθερότητα, κουλτούρα μετασχηματισμού και συστηματική παιδαγωγική καθοδήγηση και 

4) δημιουργεί ισχυρό αντικίνητρο για επιστημονική εξέλιξη, καθώς όταν οι συναφείς μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί τίτλοι δεν έχουν ουσιαστική βαρύτητα μειώνεται το κίνητρο για επιμόρφωση, υπονομεύεται η έννοια της δια βίου μάθησης και ακυρώνεται η σύνδεση πανεπιστημίου και εκπαιδευτικής πολιτικής.

Η ελληνική εκπαίδευση χρειάζεται επειγόντως μια νέα πολιτική για τη σχολική ηγεσία, η οποία οφείλει να περιλαμβάνει: 

1) υποχρεωτική πιστοποίηση διοικητικής επάρκειας, 

2) ισχυρή μοριοδότηση τίτλων διοίκησης εκπαίδευσης, 

3) συστηματική επιμόρφωση στελεχών και 

4) θεσμοθέτηση επαγγελματικού προφίλ σχολικού ηγέτη. 

Η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την ποιότητα της ηγεσίας των σχολείων της και η επένδυση στη διοικητική επάρκεια και τη διοικητική ετοιμότητα των διευθυντών δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά προϋπόθεση ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος. Η Ελλάδα οφείλει να περάσει από τη λογική της διοικητικής εμπειρίας στη λογική της επιστημονικά θωρακισμένης σχολικής ηγεσίας, γιατί το ελληνικό σχολείο του 21ου αιώνα χρειάζεται διευθυντές που δεν είναι μόνο καλοί εκπαιδευτικοί αλλά και καταρτισμένοι σχολικοί/εκπαιδευτικοί ηγέτες.