Σχολική Ηγεσία σε στασιμότητα: αξιολόγηση, επιλογή διευθυντών και η αδυναμία μετάβασης σε επαγγελματικό μοντέλο

Σχολική Ηγεσία σε στασιμότητα: αξιολόγηση, επιλογή διευθυντών και η αδυναμία μετάβασης σε επαγγελματικό μοντέλο

Στο ευρύτερο κύμα αποκέντρωσης εξουσιών και αρμοδιοτήτων που έχει επιβάλει η Νέα Δημόσια Διοίκηση (ΝΔΔ) σε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα διεθνώς, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιστέκεται, παραμένοντας προσηλωμένη στον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί υπό το βάρος μιας ισχυρής διοικητικής παράδοσης, που συγκροτήθηκε ήδη από τη βαυαροκρατία και διασφαλίζει ότι οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται και εγκρίνονται αποκλειστικά στο κορυφαίο επίπεδο της διοικητικής ιεραρχίας. Οι κατά καιρούς απόπειρες αποκέντρωσης δεν συνιστούν πραγματική ανακατανομή εξουσιών, αλλά περισσότερο αποσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων, με στόχο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των κεντρικά ειλημμένων αποφάσεων. Ο Ν. 1566/1985 υπήρξε το σημαντικότερο βήμα προς ένα δημοκρατικότερο πλαίσιο, θεσπίζοντας συμμετοχικές διαδικασίες με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και γονέων. Ωστόσο, ούτε αυτός ο νόμος προχώρησε στην παροχή ουσιαστικής διοικητικής αυτονομίας στους διευθυντές των σχολικών μονάδων.

Ως αποτέλεσμα, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο εξακολουθεί να ορίζει για τον διευθυντή έναν ρόλο κυρίως γραφειοκρατικό, εκτελεστικό και διεκπεραιωτικό, έναν ρόλο που αντανακλά περισσότερο τις ανάγκες του κράτους παρά τις απαιτήσεις της σύγχρονης σχολικής ηγεσίας. Σε αυτές τις συνθήκες, ο επαγγελματισμός του διευθυντή περιορίζεται σημαντικά: οι γνώσεις του εστιάζουν κυρίως στο νομικό πλαίσιο και οι δεξιότητές του ταυτίζονται με την πιστή εφαρμογή κανονισμών και εγκυκλίων. Η παραμικρή απόκλιση από τη γραφειοκρατική συμμόρφωση μπορεί να ενεργοποιήσει μηχανισμούς πειθαρχικού ελέγχου, καθιστώντας εύλογη την αποφυγή ανάληψης πρωτοβουλιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο γραφειοκρατικός ρόλος λειτουργεί και ως «ασφαλές καταφύγιο» για διευθυντές που δεν διαθέτουν τις ικανότητες να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της σχολικής πράξης. Ο συγκεντρωτισμός και η περιορισμένη ικανότητα διαχείρισης που επιδεικνύουν κάτοχοι θέσεων ευθύνης δικαιολογούν συχνά τη σχολαστική τήρηση τύπων εις βάρος της αποτελεσματικότητας.

Η προσήλωση στην αρχαιότητα ως βασικό κριτήριο επιλογής διευθυντών εξακολουθεί να υπονομεύει την επαγγελματική εξέλιξη και τον υγιή ανταγωνισμό. Η μοριοδότηση ετών υπηρεσίας λειτουργεί αποτρεπτικά για την ανάδειξη της πραγματικής ικανότητας, ενώ η μοριοδότηση της διευθυντικής εμπειρίας από μόνη της διαμορφώνει ένα κλειστό σύστημα αναπαραγωγής. Η γραφειοκρατία ευνοεί αυτήν την πρακτική, καθώς θεωρεί ότι η πολυετής υπηρεσία συνεπάγεται επαρκή κοινωνικοποίηση στις υφιστάμενες νόρμες, εξασφαλίζοντας την ομοιομορφία εφαρμογής των κανόνων. Αντί όμως να ενισχύεται η αποδοτικότητα και η ποιότητα του σχολείου, ενισχύεται η διατήρηση του ελάχιστου δυνατού επιπέδου λειτουργίας.

Η διεθνής τάση για ενίσχυση της σχολικής ηγεσίας και της επαγγελματοποίησης της θέσης του διευθυντή φαίνεται δύσκολο να ριζώσει στο ελληνικό πλαίσιο. Ο Έλληνας διευθυντής στερείται αυτονομίας στη χάραξη οράματος, στον στρατηγικό σχεδιασμό, στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων ή στη λήψη αποφάσεων. Επιπλέον, δεν θεωρείται υπεύθυνος για την τυχόν αποτυχία βελτίωσης της σχολικής μονάδας, με το επιχείρημα ότι δεν έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει ο ίδιος τις συνθήκες παραγωγής εκπαιδευτικού έργου.

Ωστόσο, παρά την ισχύ της γραφειοκρατικής παράδοσης, εμφανίζονται ισχυρές πιέσεις από την παγκοσμιοποίηση, τη διεθνή εκπαιδευτική πολιτική και τους διεθνείς οργανισμούς για μετάβαση σε ένα αποκεντρωμένο, επαγγελματικό και ηγετικό μοντέλο σχολικής διοίκησης. Αυτή η μεταρρυθμιστική ρητορική αποτυπώνεται στη νομοθεσία και στον δημόσιο λόγο, αλλά προσκρούει στην αδράνεια της παράδοσης. Προκειμένου να τεθούν τα θεμέλια μιας πραγματικής αλλαγής, απαιτούνται δομικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγή κουλτούρας: εισαγωγή πρακτικών αυτοδιαχείρισης και αυτοδιακυβέρνησης στα σχολεία, συστηματική επιμόρφωση διευθυντών και εκπαιδευτικών σε ζητήματα ηγεσίας, αντικειμενικά συστήματα επιλογής που βασίζονται σε ικανότητες και όχι σε τυπικά προσόντα ή αρχαιότητα.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθούν δύο σημαντικές εξελίξεις που δείχνουν μια δυναμική προς την επαγγελματική συγκρότηση της σχολικής ηγεσίας στην Ελλάδα: η ίδρυση το 2011 της Πανελλήνιας Επιστημονικής Ένωσης Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, καθώς και η πρόσφατη (2024) ίδρυση της Πανελλήνιας Ένωσης Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Η πρώτη έχει ήδη κατοχυρώσει ενεργή παρουσία στον επιστημονικό διάλογο για τη σχολική ηγεσία, ενώ η δεύτερη, αν και νεοσύστατη, αναζητά ακόμη τα πατήματά της, επιδιώκοντας να εκπροσωπήσει ουσιαστικά τον κλάδο και να συμβάλει σε μια συστηματικότερη επαγγελματική συγκρότηση των διευθυντών της δευτεροβάθμιας. Η ύπαρξη αυτών των ενώσεων αποτελεί ένδειξη ότι το εκπαιδευτικό σώμα αναγνωρίζει πλέον την ανάγκη για επαγγελματική ταυτότητα, συλλογική εκπροσώπηση και ανάπτυξη ηγετικών δεξιοτήτων.

Παρά ταύτα, τα απαρχαιωμένα συστήματα επιλογής διευθυντών εξακολουθούν να αποτελούν βασικό εμπόδιο. Ο Ν. 1566/1985 εισήγαγε για πρώτη φορά κριτήρια όπως διοικητική ικανότητα, επιμόρφωση, στοιχεία προσωπικότητας και ερευνητικό έργο, καθώς και οικονομικό κίνητρο με το επίδομα θέσης. Ωστόσο, ποτέ δεν εξειδικεύθηκαν τα κριτήρια αυτά, ούτε διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά η μισθολογική επιβράβευση. Οι μεταγενέστεροι νόμοι διατήρησαν την εμμονή στην αρχαιότητα και απέφυγαν να υιοθετήσουν αντικειμενικά συστήματα αξιολόγησης επαγγελματικών ικανοτήτων. Η καινοτομία του Ν. 3848/2010 για πιστοποίηση διοικητικής επάρκειας των υποψηφίων δεν υλοποιήθηκε, αφήνοντας το σύστημα επιλογής σε μια χρόνια θεσμική αβεβαιότητα.

Η έλλειψη επαγγελματικών προδιαγραφών για τη θέση του διευθυντή, η απουσία θεσμοθετημένου κώδικα δεοντολογίας, η μη συστηματική κατάρτιση και η ανυπαρξία ενός αποτελεσματικού συστήματος κινήτρων και αμοιβών υπονομεύουν την επαγγελματική εικόνα των διευθυντών σχολικών μονάδων. Το κράτος, διατηρώντας τον απόλυτο έλεγχο στις διαδικασίες επιλογής και πιστοποίησης, εμποδίζει την ανάπτυξη επαγγελματικής αυτονομίας και τη συγκρότηση ισχυρών επαγγελματικών ταυτοτήτων, οι οποίες θα επέτρεπαν στους διευθυντές να λειτουργούν ως πραγματικοί ηγέτες της σχολικής μονάδας.

Τελικά, ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός, οι αδύναμες και αντιεπιστημονικές διαδικασίες αξιολόγησης, τα ασαφή συστήματα επιλογής και η απουσία επαγγελματικής υποστήριξης δημιουργούν ένα περιβάλλον που δεν προάγει αλλά αναστέλλει την επαγγελματοποίηση του διευθυντή σχολικής μονάδας. Εάν δεν υπάρξει δομική αλλαγή, συστηματική επιμόρφωση, επιστημονικά θεμελιωμένη αξιολόγηση και αναβάθμιση του ρόλου, η ελληνική σχολική ηγεσία θα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο που ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες της διοίκησης και λιγότερο στις ανάγκες της εκπαίδευσης.

* Κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στο InDeep Analysis εκφράζει και βαραίνει αποκλειστικά τον συντάκτη του. Οι αναλύσεις που δημοσιεύονται δεν συνιστούν συμβουλές για οποιουδήποτε είδους δραστηριότητα. Το InDeep Analysis δεν δεσμεύεται από τις πληροφορίες, τις απόψεις και τις αναλύσεις που δημοσιεύονται στην ψηφιακή πλατφόρμα του, και δεν φέρει απολύτως καμία ευθύνη για αυτές.


Λάβε στο email σου τις πιο έγκυρες αναλύσεις!

Κάνε εγγραφή στο newsletter

Συμφωνώ με την Πολιτική Απορρήτου και τους Όρους Χρήσης.