Οι φαροφύλακες είδος μουσειακό
και οι ανθρωποφύλακες
γράφουν την ιστορία του φόβου
Μαρία Σκουρολιάκου, ΜικροΓραφές
Συνήθως οι εγκληματολόγοι υπεραπασχολούνται με τα τρέχοντα θέματα [π.χ. «γυναικοκτονίες», παραβατικότητα ανηλίκων] ή με ιδεολογικές παραμέτρους [π.χ. κρατική/αστυνομική καταστολή, ο ρόλος της φυλακής κ.λπ.], αποφεύγοντας να αγγίξουν ζητήματα μη-δημοφιλή.
Στο άρθρο αυτό θα θίξω κάποια από αυτά τα θέματα, εν είδει ερωτημάτων:
1. Όταν ένας πνευματικός δημιουργός [των γραμμάτων, των τεχνών και της επιστήμης] τελεί κάποιο σοβαρό έγκλημα [φόνο, βιασμό, σεξουαλική κακοποίηση παιδιών κ.λπ.], η ερμηνευτική προσέγγιση πρέπει να είναι διαφορετική από εκείνη που χρησιμοποιούμε ως εγκληματολόγοι, όταν αναλύουμε εγκλήματα μη-διάσημων δραστών;
Με άλλα λόγια, ισχύουν οι ίδιες θεωρίες [περί πάθους, κέρδους κ.λπ.] ή λόγω της ειδικής συγκρότησης και κουλτούρας των εν λόγω αρμόζει άλλη διαδικασία κατανόησης;
Η ηθική της πνευματικότητας αποτελεί ένα νέφος που ίπταται πάνω από τους διακονούντες ή υπεισέρχεται, ως ειδική ευαισθησία κι ευγένεια, στον ψυχισμό των δραστών, καθοδηγώντας τις πράξεις και παραλείψεις τους;
Κι αν συμβαίνει το δεύτερο, πώς εξηγείται η ανηθικότητα του εγκλήματος;
Νομίζω ότι το υψηλό πνευματικό/διανοητικό επίπεδο ενός ανθρώπου δεν συνιστά από μόνο του ανασταλτικό [ούτε βέβαια προωθητικό] παράγοντα εγκληματογένεσης.
Ο λογοτέχνης, ο καλλιτέχνης, ο επιστήμων λειτουργεί/αντιδρά ως προσωπικότητα στις κρίσιμες καταστάσεις και όχι ως ειδικός δημιουργός νέων γνώσεων. Αντιδρά, δηλαδή, ως άτομο με όλα τα χαρακτηριστικά που τον διακρίνουν [π.χ. αψύς, παρορμητικός κ.λπ.], αλλά πολλές φορές και με μία αίσθηση ανωτερότητας [ίσως λόγω status] ή με αίσθηση ατιμωρησίας [ίσως λόγω διασυνδέσεων].
Τα κίνητρα είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους, οι περιπτώσεις είναι ειδικές, οι καταστάσεις επικίνδυνες, όμως οι προσωπικότητες παίζουν τον κρίσιμο [ενεργοποιητικό ή μη] ρόλο. Ανώτεροι και κατώτεροι, άγιοι και δαίμονες, υπεράνω [και υπό κάτω;] υποψίας στο έγκλημα δεν νοούνται.
2. Ενδιαφερόμαστε συνεχώς για το τι [απο]γίνονται την «επόμενη μέρα» οι βιασθείσες γυναίκες ή τα κακοποιημένα παιδιά, επειδή πράγματι ο δευτερογενής και τριτογενής στιγματισμός [κοινωνικός, μιντιακός, δικαστικός κ.λπ.] ανοίγει και σωρεύει νέες πληγές.
Από την άλλη, αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία ζωής των ανήλικων παιδιών των εγκληματιών [δολοφόνων, βιαστών, ληστών], αφενός επειδή τα ίδια δεν επιθυμούν να γνωρίζει η «τιμωρητική ή απαθής κοινωνία» πώς και πού ζούνε [πολλοί αλλάζουν όνομα και πόλη] και, αφετέρου, επειδή μία τέτοια αναζήτηση θα οδηγούσε σε νέο στιγματισμό.
Σε κάθε περίπτωση, ούτε ο δολοφόνος, ούτε ο βιαστής «γεννάνε» δολοφόνους και βιαστές, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχει «γενεαλογικό δέντρο εγκληματιών», κάτι σαν πεπρωμένο.
Εξίσου ενδιαφέρον θα είχε να μαθαίναμε και άλλες συνέπειες του εγκλεισμού [π.χ. διαζύγια ή μη-επικοινωνία των παιδιών με την οικογένεια κ.λπ.].
3. Είναι άγνωστο, τουλάχιστον στους εγκληματολόγους, αν ορισμένοι σκληροί εγκληματίες [κυρίως δολοφόνοι, βιαστές σεξουαλικοί κακοποιητές] μετανοούν ειλικρινά κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους ή μετά την αποφυλάκιση για την πράξη τους.
Αν ναι, πώς το δείχνουν και σε ποιον;
Αν όχι, πώς το αιτιολογούν;
Εξαιρώ, βέβαια, τους εκτελεστές του οργανωμένου εγκλήματος και με ενδιαφέρει ιδίως η μεταμέλεια των εγκληματιών πάθους, εκδίκησης κ.λπ., καθώς και η μορφή της έμπρακτης μετάνοιας [και όχι η τυπική αναγνώριση λάθους].
4. Είναι γνωστό ότι ο όρος «επικινδυνότητα» θεωρείται πολύ επικίνδυνος για τα ατομικά δικαιώματα [ιδίως η «προ-εγκληματική επικινδυνότητα»].
Το ερώτημα είναι αν αποκλείουμε με επιστημονικά επιχειρήματα κι όχι με ιδεοληπτικοπολιτικές απόψεις την ύπαρξη «επικίνδυνων ανθρώπων», ανεξαρτήτως του λόγου που τους δημιούργησαν [βιολογικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί, πολιτισμικοί].
Αν, δηλαδή, πιστεύουμε ότι τα πάντα συνιστούν «κρατικές κατασκευές», τότε πώς ερμηνεύουμε την ακραία βίαιη συμπεριφορά ανθρώπων που ζούνε σε φυλές χωρίς κρατικές δομές εξουσίας;
Μήπως μας παρασύρουν [αντι]στερεότυπα, τα οποία θεωρητικοποιούν ένα πραγματικό ζήτημα;
5. Το γεγονός ότι το 75% των κακοποιημένων γυναικών έχει γίνει αντικείμενο εκατοντάδων ερευνών, [πατριαρχικών] ερμηνειών και λήψης μέτρων διαχείρισης, ενώ το 25% των κακοποιημένων αντρών δεν συγκινεί τους ερευνητές, αποτελεί από μόνο του ένα κοινωνικό [και αξιακό;] πρόβλημα. Ανεξάρτητα από τα ποσοτικά μεγέθη, το φαινόμενο της κακοποίησης των αντρών πρέπει να ερευνηθεί και να ερμηνευθεί κι αυτό με επιστημονικά κριτήρια και εργαλεία, γιατί μονομέρεια στην επιστήμη δεν επιτρέπεται.
6. Γιατί η Εγκληματολογία έγινε και πάλι «θεραπαινίδα» του δογματικού γερμανόπληκτου ποινικού δικαίου [μετά από μία άνθιση, αφού οι τομείς των ποινικών/εγκληματολογικών επιστημών από το 1983 θεώρησαν επιστημονικά ισότιμες όλες τις εκδοχές του ποινικού/εγκληματικού φαινομένου];
Ουδείς από τους ενεργούς καθηγητές Εγκληματολογίας των Νομικών σχολών της χώρας δεν θα ζητήσει τον λόγο αυτής της απαξίωσης [κατ’ επιλογήν μάθημα κ.λπ.];
7. Γιατί τα τμήματα Νομικής, Κοινωνιολογίας και παρεμφερή, αλλά και οι αρμόδιοι επιστημονικοί φορείς, δεν εκδίδουν μία ανακοίνωση, για να ενημερώσουν γονείς και σπουδαστές ότι τα περισσότερα «προγράμματα Εγκληματολογίας» [sic] που παρέχονται από άγνωστους κι αναξιόπιστους διοργανωτές δεν έχουν κανένα επιστημονικό ή επαγγελματικό αντίκρυσμα;
Οι οριοθετήσεις συνιστούν κρίσιμο ζήτημα δεοντολογίας.
Με τα παραπάνω δεν δημιουργώ κάποια τομή στην επιστήμη της Εγκληματολογίας. Απλώς ενθαρρύνω τους νέους εγκληματολόγους στο να προσεγγίζουν θέματα που μοιάζουν άχαρα, που όμως, κατά τη γνώμη μου, συνιστούν το βάθος της εγκληματολογικής ενσυναίσθησης και ευθύνης.