Η οπτική του αναλυτή οικονομολόγου από αυτή του πολιτικού, που τελικά αποφασίζει, είναι διαφορετική. Ο πολιτικός υπηρετεί τη δημοκρατία που είναι πολίτευμα του μέλλοντος αλλά παίρνει αποφάσεις στο παρόν και υπάρχει πάντα το κριτήριο της επανεκλογής του. Τον κοινωνικό αναλυτή αντιθέτως τον ενδιαφέρει να έχει πρωτίστως κοινωνική αποτελεσματικότητα και να αντιμετωπίζει θέματα του μέλλοντος.
Προφανώς το επίδικο είναι ο διαμοιρασμός των δημοσιονομικών πλεονασμάτων που μπορούν και πρέπει να επιστρέψουν στην κοινωνία αφού αποκτήθηκαν από νέες δημοσιονομικές πηγές (νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, διαχείριση αμυντικών περιθωρίων). Τα ποσά αυτά υπολογίζονται γύρω στα 2 με 2,4 δισ.
Προφανώς τα ποσά δεν φαίνεται να επαρκούν για την κάλυψη των εισοδηματικών κενών που έχει δημιουργήσει κυρίως η μνημονιακή περίοδος. Μπορεί να έχουμε μια συστηματική βελτίωση της εισοδηματικής μας κατάστασης αλλά κινούμεθα σε μια χαμηλότερη παράλληλη πορεία. Συνεπώς η εξαιρετικά αποσπασματική ενίσχυση των εισοδημάτων μπορεί από μια άποψη να δίνει την αίσθηση της φροντίδας όλων (που είναι σημαντικό πολιτικά) αλλά ταυτοχρόνως μεγεθύνει την αίσθηση του ανικανοποίητου και είναι πολύ εύκολο δημαγωγικά κάποιος να υπερακοντίσει σε απαιτήσεις. Κατά τη γνώμη μας είναι προτιμότερο να ενισχυθούν με μαζικό τρόπο διαρθρωτικές δράσεις που έχουν εθνική συναινετική διάσταση όπως π.χ. η μείωση της φορολογίας στα πλέον δημιουργικά στρώματα του πληθυσμού, η ενίσχυση της οικογένειας για την απελευθέρωση αργούντος εργατικού δυναμικού και της υπογεννητικότητας, στρατηγικές επενδύσεις (λειψυδρία), bonus παραγωγικότητας στον δημόσιο τομέα.
Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 31 Αυγούστου 2025