Μια μακρά διαδικασία μετασχηματισμού

money

Η παγκόσμια οικονομική τάξη πραγμάτων, η οποία θεμελιώθηκε πάνω στις αρχές του νεοφιλελευθερισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, διέρχεται μια περίοδο δομικής μεταβολής. Ο νεοφιλελευθερισμός, ως ένα σύνολο οικονομικών πολιτικών και ιδεολογικών προταγμάτων που προκρίνουν την απορρύθμιση των αγορών, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημοσιονομική πειθαρχία και την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, δεν αποτελεί πλέον το αδιαμφισβήτητο παράδειγμα διακυβέρνησης. Η ανάδυση μιας «πολυκρίσης» (κλιματική αλλαγή, γεωπολιτική αστάθεια, τεχνολογική ανατροπή και κρίση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης) καθιστά το παλαιό μοντέλο ανεπαρκές.

Τα οικονομικά συστήματα εξελίσσονται ως απάντηση σε τεχνολογικές και κοινωνικές μεταβολές. Μετά τη «χρυσή εποχή» του κεϊνσιανισμού (1950-1970), την εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού και την κόπωση του κράτους πρόνοιας, η χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008 εξέθεσε τις θεμελιώδεις αδυναμίες του συστήματος οδηγώντας σε συστημική αστάθεια. Οι πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν στα μεσαία και χαμηλά κοινωνικά στρώματα ενίσχυσαν την αντίληψη ότι το σύστημα δυσλειτουργεί. Το πληθωριστικό επεισόδιο του 2022 και η χρήση βίας (Ουκρανία;) το επιβεβαίωσαν. Η κρίση μετασχηματίστηκε σε πολιτική, τροφοδοτώντας τον λαϊκισμό και την αμφισβήτηση των υπερεθνικών θεσμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία σηματοδότησε την πλήρη εγκατάλειψη του νεοφιλελεύθερου διεθνισμού υπέρ ενός επιθετικού οικονομικού εθνικισμού και ανάπτυξη μιας «ανελεύθερης φιλοαυταρχικής διεθνούς». Η πολιτική των δασμών και κανονισμών χρησιμοποιείται ως εργαλείο για την επαναφορά της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ και ως μοχλός πίεσης σε γεωπολιτικούς αντιπάλους και συμμάχους. Ενώ όμως οι δασμοί μπορεί να προκαλέσουν στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, η τεχνολογική έκρηξη (AI) ίσως λειτουργήσει ως αντίρροπη δύναμη, διατηρώντας τη μεγέθυνση. Ωστόσο, οι δασμοί αυξάνουν το κόστος ζωής για τα χαμηλά εισοδήματα, επιδεινώνοντας την ανισότητα. Έτσι η βάση της σταθερότητας στις δυτικές δημοκρατίες, η μεσαία τάξη, βρίσκεται υπό καθεστώς έντονης πίεσης. 

Η στασιμότητα των πραγματικών μισθών, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους στέγασης και εκπαίδευσης, οδήγησε στη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Ταυτοχρόνως οι παραδοσιακές αξίες απειλούνται από τον κοσμοπολιτισμό και τη μετανάστευση. Ο λαϊκισμός προσφέρει μια απλουστευτική ταυτότητα, η οποία καλύπτει το κενό που άφησε η κατάρρευση των παραδοσιακών ιδεολογιών. Οι λαϊκιστικές κυβερνήσεις συχνά υπονομεύουν την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και του δικαστικού συστήματος, θεωρώντας τους θεσμούς αυτούς ως εμπόδια στη «λαϊκή βούληση». Αυτή η θεσμική διάβρωση μειώνει τις επενδύσεις και την καινοτομία, δημιουργώντας (αποδεδειγμένα) έναν φαύλο κύκλο οικονομικής παρακμής.

Η μετάβαση από μια παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες σε ένα σύστημα ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων αποτελεί τη σημαντικότερη γεωπολιτική πρόκληση. Η αποδυνάμωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΥ) και η άνοδος των περιφερειακών εμπορικών συνασπισμών σηματοδοτούν το τέλος της παγκόσμιας οικονομικής ενοποίησης. Η μετάβαση στο έκτο κύμα (επόμενο μεγάλο κύμα ανάπτυξης) λαμβάνει χώρα σε περιβάλλον γεωπολιτικού κατακερματισμού. Ο μονοπολικός κόσμος έδωσε τη θέση του σε μια αμφισβητούμενη πολυπολικότητα, με κεντρικό άξονα τον ανταγωνισμό ΗΠΑ - Κίνας. Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική αλληλεξάρτηση μετατρέπεται σε «εργαλειοποιημένη αλληλεξάρτηση». Τα ισχυρά κράτη εκμεταλλεύονται τον έλεγχο κρίσιμων κόμβων – όπως τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα, την ενέργεια, τις σπάνιες γαίες – για να ασκήσουν πιέσεις. Η «μετα-φιλελεύθερη διαταραχή» χαρακτηρίζεται από τη φυσική ενίσχυση των συνόρων παγκοσμίως. Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας του δολαρίου και η μείωση της ζήτησης για αμερικανικά κρατικά ομόλογα δημιουργούν κινδύνους για τη διεθνή χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι αλυσίδες εφοδιασμού αναδιατάσσονται με γνώμονα την ασφάλεια αντί για το χαμηλότερο κόστος (economic security).

Θα μπορούσε να αναδυθεί ένα νέο οικονομικό πλαίσιο (productivism) που εστιάζει στην ενδυνάμωση των εργαζομένων και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας. Δεν θα αποτελούσε επιστροφή στον κλασικό κεϊνσιανισμό, καθώς αναγνωρίζει ότι η διαχείριση της συνολικής ζήτησης δεν αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι δομικές αλλαγές που επιφέρουν η τεχνολογία και η κλιματική κρίση. Αντιθέτως, θα πρότεινε μια σύγχρονη βιομηχανική πολιτική όπου θα δημιουργηθούν οι περισσότερες μελλοντικές θέσεις εργασίας – και στην πράσινη μετάβαση.

Το τέλος της οικονομίας του νεοφιλελευθερισμού αποτελεί μια μακρόσυρτη διαδικασία μετασχηματισμού. Οι δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης υποχωρούν μπροστά στον οικονομικό εθνικισμό και στην επιβολή ισχύος, ενώ η τεχνολογική επανάσταση δημιουργεί νέες προϋποθέσεις. Η επόμενη δεκαετία θα καθοριστεί από την ικανότητα των κοινωνιών να ισορροπήσουν μεταξύ της οικονομικής αποδοτικότητας και της κοινωνικής σταθερότητας. Η μετάβαση προ ένα μετα-νεοφιλελεύθερο παράδειγμα είναι αναπόφευκτη, αλλά η μορφή που θα λάβει – εάν θα είναι ένας προοδευτικός, συμπεριληπτικός καπιταλισμός ή μια αυταρχική, εθνικιστική οικονομία – εξαρτάται από τις πολιτικές επιλογές που γίνονται σε όλον τον κόσμο.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 11 Ιανουαρίου 2026

* Κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στο InDeep Analysis εκφράζει και βαραίνει αποκλειστικά τον συντάκτη του. Οι αναλύσεις που δημοσιεύονται δεν συνιστούν συμβουλές για οποιουδήποτε είδους δραστηριότητα. Το InDeep Analysis δεν δεσμεύεται από τις πληροφορίες, τις απόψεις και τις αναλύσεις που δημοσιεύονται στην ψηφιακή πλατφόρμα του, και δεν φέρει απολύτως καμία ευθύνη για αυτές.


Λάβε στο email σου τις πιο έγκυρες αναλύσεις!

Κάνε εγγραφή στο newsletter

Συμφωνώ με την Πολιτική Απορρήτου και τους Όρους Χρήσης.