Στις 10 Σεπτεμβρίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε κατά 25 μονάδες βάσης το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, στο 2,50%. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, που κατά τις προβολές της ΕΚΤ θα είναι 3,0% φέτος, 2,5% το 2027 και 2,1% το 2028. Το ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι αν θα αντέξει μια αύξηση. Είναι τι σημαίνει για τη χώρα ένα κόστος χρήματος που μένει υψηλό για χρόνια.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, στις 30 Ιουνίου 2026 το χρέος της γενικής κυβέρνησης ήταν 357,6 δισ. ευρώ. Ήταν εξ ολοκλήρου σταθερού επιτοκίου, με μέση σταθμική διάρκεια 18,28 έτη και μέσο χρόνο έως τον επανακαθορισμό του επιτοκίου 17,68 έτη. Το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης σε ταμειακή βάση ήταν 1,43% (1,94% με τους αναβαλλόμενους τόκους του EFSF).

Η θωράκιση αυτή δεν εξαλείφει τον κίνδυνο, αλλά τον μεταθέτει στον χρόνο. Μια άνοδος του κόστους δανεισμού κατά μία ποσοστιαία μονάδα αγγίζει μόνο όσα ποσά αναχρηματοδοτούνται: περίπου 100 εκατ. ευρώ τον χρόνο για κάθε 10 δισ. ευρώ. Στο βασικό του σενάριο, που διαμορφώθηκε τον Μάρτιο, πριν από τις φετινές αυξήσεις επιτοκίων, το ΔΝΤ αναμένει ότι το χρέος θα υποχωρήσει περίπου στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031.

Κατά την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), τον Ιούλιο του 2026 τα νέα επιχειρηματικά δάνεια ορισμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο κόστιζαν κατά μέσο όρο 4,21%, προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις 4,45%, ενώ τα δάνεια έως 250.000 ευρώ 5,07%. Όπου το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο, κάθε αύξηση περνά στον δανειολήπτη γρήγορα. Μελέτη της ΤτΕ εκτιμά ότι μακροχρόνια περίπου το 40% μιας μεταβολής των επιτοκίων της χρηματαγοράς μεταφέρεται στα επιχειρηματικά δάνεια. Η μετάδοση είναι μερική, αλλά πραγματική.

Υπάρχει και ένα προσωρινό ανάχωμα που φεύγει. Η ΤτΕ εκτιμά ότι το ένα τρίτο των νέων επιχειρηματικών δανείων και το ένα τέταρτο των δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις στηρίζονται από εργαλεία αναπτυξιακών τραπεζών ή από το Ταμείο Ανάκαμψης. Εδώ υπάρχει ένα στοίχημα το οποίο πρέπει να κερδηθεί για να συνεχιστεί η χρηματοδότηση των ΜΜΕ.

Μια ενδεικτική άσκηση σεναρίων συγκρίνει τρία επίπεδα του επιτοκίου της ΕΚΤ έως το 2034: 2%, δηλαδή μείωση από το σημερινό επίπεδο, 3%, και 4%, το ιστορικό μέγιστο του 2023-2024, αυτή τη φορά για οκτώ χρόνια. Αν υποτεθεί ότι κάθε επίπεδο επιβραδύνει την αύξηση των επενδύσεων κατά μισή μονάδα (σενάριο 3%) και κατά μία περίπου μονάδα (σενάριο 4%) τον χρόνο, τότε το 2034 οι επενδύσεις στο σενάριο 4% βρίσκονται περίπου 8% χαμηλότερα από το σενάριο 2%. Το πραγματικό ΑΕΠ βρίσκεται περίπου 2,7% χαμηλότερα. Στο σενάριο 3% οι αντίστοιχες απώλειες είναι περίπου 4% και 1,2%.

Οι αριθμοί αυτοί εξαρτώνται από τις παραδοχές και δεν είναι προβλέψεις. Η κατεύθυνσή τους, όμως, συμφωνεί με τη διεθνή έρευνα: μια σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής αφήνει ίχνη στο απόθεμα κεφαλαίου και στην παραγωγικότητα που διαρκούν πάνω από μια δεκαετία. Για το δημόσιο χρέος η εικόνα είναι ηπιότερη. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ συνεχίζει να μειώνεται σε όλα τα σενάρια. Με τον ίδιο πληθωρισμό παντού, το σενάριο 4% τον αφήνει το 2034 περίπου 7 μονάδες υψηλότερα από το σενάριο 2%. Αν, όμως, τα υψηλά επιτόκια συνοδεύονται από υψηλότερο πληθωρισμό, όπως στο σημερινό ενεργειακό σοκ, η διαφορά μικραίνει σημαντικά ή εξαφανίζεται. Και οι πρόσθετοι τόκοι είναι αισθητοί να παραμένουν: στο σενάριο 4% φτάνουν περίπου τα 14 δισ. ευρώ σωρευτικά την περίοδο 2027-2034, λιγότερο από 2 δισ. τον χρόνο κατά μέσο όρο.

Το κύριο ελληνικό κόστος ενός παρατεταμένα υψηλού επιτοκίου δεν είναι μια νέα κρίση χρέους. Είναι ασθενέστερες επενδύσεις, χαμηλότερη παραγωγικότητα και βραδύτερη άνοδος των πραγματικών εισοδημάτων. Επειδή τα βάρη πέφτουν δυσανάλογα στις μικρότερες επιχειρήσεις, η απόσταση από τις μεγάλες μπορεί να μεγαλώσει.

Η πολιτική απάντηση πρέπει να κινηθεί σε τέσσερις άξονες:

  • Μόνιμο πλαίσιο εγγυήσεων και συγχρηματοδότησης μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, με έμφαση στις παραγωγικές και εξαγωγικές επενδύσεις.
  • Μεγαλύτερη μόχλευση πόρων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα για μικρομεσαίες επιχειρήσεις χωρίς πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές.
  • Ταχύτερες αδειοδοτήσεις και σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, ώστε να μειώνεται η απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές.
  • Προτεραιότητα σε επενδύσεις που μειώνουν την ενεργειακή εξάρτηση, γιατί περιορίζουν ταυτόχρονα τον ενεργειακό και τον επιτοκιακό κίνδυνο.

Η θωράκιση του δημόσιου χρέους αγοράζει χρόνο. Το ερώτημα είναι αν θα τον χρησιμοποιήσουμε για να προστατεύσουμε την παραγωγική επένδυση ή αν θα τον αφήσουμε να περάσει.

Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Real News, 4 Οκτωβρίου 2026