Η συζήτηση για τη θέση των Αρχαίων Ελληνικών στο σύγχρονο σχολείο διεξάγεται συνήθως με όρους ιδεολογικούς, πολιτισμικούς, παιδαγωγικούς αλλά και συντεχνιακούς. Σπανίως, όμως, τίθεται το ερώτημα που θέτουν τα Οικονομικά της Εκπαίδευσης: αποτελεί η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών μια επένδυση με υψηλή ανταποδοτικότητα; Δικαιολογεί η κοινωνία το κόστος, σε χρόνο, υλικοτεχνική υποδομή, ανθρώπινους πόρους και εν γένει τη δημόσια δαπάνη, που αφιερώνει σε ένα γνωστικό αντικείμενο, όταν οι εκπαιδευτικοί πόροι είναι πεπερασμένοι και κάθε διδακτική ώρα που διατίθεται σε ένα μάθημα αφαιρείται αναγκαστικά από κάποιο άλλο;

Η απάντηση συνήθως στηρίζεται σε συναισθηματικές αναφορές και σε μια άκριτη επίκληση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Στα Οικονομικά της Εκπαίδευσης η αξία κάθε εκπαιδευτικής επένδυσης αποτιμάται με δύο κριτήρια: την ιδιωτική και την κοινωνική ανταποδοτικότητά της. Η πρώτη αφορά τα οφέλη που αποκομίζει το ίδιο το άτομο, κυρίως ως προς τις επαγγελματικές του προοπτικές, την παραγωγικότητα και το εισόδημά του. Η δεύτερη αφορά τα οφέλη που διαχέονται στο σύνολο της κοινωνίας και τα οποία δεν αποτυπώνονται απαραίτητα στις ατομικές απολαβές. Αναφέρομαι εδώ στο ιδιωτικό και κοινωνικό όφελος που προέρχονται από τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών.

Αν εξετάσουμε το ζήτημα με αυστηρά οικονομικούς όρους, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών παράγει υψηλή ιδιωτική ανταποδοτικότητα, τουλάχιστον με τη στενή έννοια του όρου. Δεν υπάρχουν ισχυρά εμπειρικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι οι μαθητές που διδάσκονται περισσότερες ώρες Αρχαία Ελληνικά αποκτούν, εξ αυτού και μόνο, υψηλότερα εισοδήματα ή καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Αντιθέτως, η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι η απόδοση στην αγορά εργασίας συνδέεται πολύ περισσότερο με δεξιότητες όπως ο ψηφιακός γραμματισμός, οι ξένες γλώσσες, οι μαθηματικές ικανότητες και οι επιστήμες.

Θα ήταν, όμως, εξίσου εσφαλμένο να συναγάγουμε από αυτό ότι τα Αρχαία Ελληνικά δεν έχουν αξία. Η πραγματική τους συμβολή βρίσκεται σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Η μελέτη τους μπορεί να καλλιεργήσει την αναλυτική σκέψη, τη γλωσσική ακρίβεια, τη λογική συγκρότηση του λόγου, την ερμηνευτική ικανότητα και την επιχειρηματολογία. Αν αυτές οι δεξιότητες μεταφέρονται αποτελεσματικά σε άλλα γνωστικά και επαγγελματικά πεδία, τότε η ιδιωτική ανταποδοτικότητα των Αρχαίων δεν είναι άμεση αλλά έμμεση. Το κρίσιμο, επομένως, ερώτημα δεν είναι αν διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά, αλλά αν διδάσκονται με τρόπο που πραγματικά παράγει αυτές τις μεταβιβάσιμες γνωστικές δεξιότητες. Η απάντηση από την εποχή τουλάχιστον της μεταρρύθμισης Παπανούτσου είναι πως όχι...

Ακόμη ισχυρότερο είναι το επιχείρημα όταν εξετάζεται η κοινωνική ανταποδοτικότητα. Η εκπαίδευση δεν παράγει μόνο ανθρώπινο κεφάλαιο αλλά και κοινωνικό κεφάλαιο. Μια δημοκρατική κοινωνία έχει ανάγκη από πολίτες που κατανοούν τις ρίζες των θεσμών της, μπορούν να ερμηνεύουν σύνθετα νοήματα, να επιχειρηματολογούν με λογική συνοχή και να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο με κριτική σκέψη. Η πρόσβαση στα κείμενα που θεμελίωσαν τη φιλοσοφία, τη δημοκρατία, τη ρητορική και τον πολιτικό στοχασμό δεν αποτελεί απλώς πολιτιστική πολυτέλεια, αλλά συνιστά επένδυση στη δημοκρατική ποιότητα μιας κοινωνίας. Πρόκειται για θετικές εξωτερικότητες, δηλαδή για οφέλη που υπερβαίνουν το άτομο και διαχέονται στο κοινωνικό σύνολο, γεγονός που από μόνο του δικαιολογεί τη δημόσια χρηματοδότηση της διδασκαλίας τους.

Το καθοριστικό, ωστόσο, οικονομικό επιχείρημα είναι το κόστος ευκαιρίας. Καμία εκπαιδευτική επιλογή δεν αξιολογείται αποκομμένη από τις εναλλακτικές της. Κάθε ώρα που αφιερώνεται στα Αρχαία Ελληνικά είναι μία ώρα που δεν αφιερώνεται στην τεχνητή νοημοσύνη, στον οικονομικό εγγραμματισμό, στις φυσικές επιστήμες ή στην ενίσχυση του ψηφιακού γραμματισμού. Επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν τα Αρχαία Ελληνικά έχουν αξία, αλλά αν η αξία που παράγουν υπερβαίνει εκείνη που θα παρήγαγαν άλλες εκπαιδευτικές επενδύσεις. Δηλαδή αν το όφελος από τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών υπερβαίνει το κόστος από την απώλεια άλλων αυτονοήτως αναγκαίων εκπαιδευτικών αγαθών-υπηρεσιών.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος. Η διεθνής έρευνα δεν δικαιώνει τη μηχανιστική διδασκαλία της γραμματικής και του συντακτικού ως αυτοσκοπό. Αντίθετα, δικαιώνει μορφές διδασκαλίας που καλλιεργούν δεξιότητες υψηλής γνωστικής τάξης, όπως η ερμηνεία, η σύνθεση, η αξιολόγηση (βλέπε γνωστική ταξινομία Bloom και συνεργατών του) και η επιχειρηματολογία. Συνεπώς, η οικονομική αποδοτικότητα των Αρχαίων Ελληνικών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αντικείμενο, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αυτό διδάσκεται.

Η πραγματική συζήτηση μεταξύ των διαμορφωτών πολιτικής, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν ή να καταργηθούν τα Αρχαία Ελληνικά. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η διδασκαλία τους παράγει το ανθρώπινο και κοινωνικό κεφάλαιο που δικαιολογεί την επένδυση της πολιτείας. Εάν περιορίζεται στην αποστήθιση γραμματικών τύπων και συντακτικών σχημάτων, η οικονομική της απόδοση είναι αναμφίβολα χαμηλή. Εάν, όμως, μετατρέπεται σε εργαστήριο γλωσσικής καλλιέργειας, κριτικού στοχασμού, φιλοσοφικού προβληματισμού και δημοκρατικής παιδείας, τότε η κοινωνική της ανταποδοτικότητα καθίσταται εξαιρετικά υψηλή και δικαιολογεί πλήρως τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, δεν είναι ότι τα Αρχαία Ελληνικά έχουν ή δεν έχουν αξία. Είναι ότι η αξία τους δεν είναι εγγενής στο γνωστικό αντικείμενο, αλλά παράγεται από την ποιότητα της διδασκαλίας τους. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση που μπορεί να προσφέρει η οικονομική θεωρία στη χάραξη εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής.