«ΙΛΙΓΓΟΣ»: ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

«ΙΛΙΓΓΟΣ»: ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

1. Εισαγωγή

Ο ίλιγγος, μαζί με την κεφαλαλγία, αποτελεί μία από τις συνηθέστερες αιτίες, που οι ασθενείς αναζητούν το γιατρό. Η συχνότητα εμφάνισης του ιλίγγου αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι η εμφάνιση ή η εκδήλωση του ιλίγγου σε έδαφος κάποιας παθολογίας είναι σπάνια στις νεότερες ηλικίες.

Στο σημείο αυτό πρέπει με ιδιαίτερη έμφαση να τονίσουμε ότι ο «ίλιγγος» δεν είναι ασθένεια. Ο «ίλιγγος» είναι σύμπτωμα μιας παθολογίας ή νοσολογικής οντότητας ή, εάν θέλουμε να το εκφράσουμε διαφορετικά, ο «ίλιγγος» εμφανίζεται ως κλινική εκδήλωση σε πολλά και πολλαπλά σύνδρομα διαφορετικής αιτιολογίας και παθογένειας, τα οποία -τουλάχιστον διαγνωστικά- μπορεί να απασχολήσουν και να προβληματίσουν περισσότερες από μία ιατρικές ειδικότητες.    

Ο ίλιγγος (Vertigo) είναι μία υποκειμενική αίσθηση αστάθειας (αβεβαιότητας και ανασφάλειας) στην αντίληψη της θέσης του σώματος και του περιβάλλοντος χώρου. Επιπλέον, αυτή η υποκειμενική αίσθηση αστάθειας συνοδεύεται και από μία ψευδαισθητική αίσθηση κίνησης που έχει ο πάσχων ότι μετατοπίζεται ή περιστρέφεται ο ίδιος ή τα σταθερά αντικείμενα του χώρου που τον περιβάλλουν. Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα στην περιγραφή και στην κατανόηση του ιλίγγου είναι ότι πρόκειται για μία ψευδαισθητική και απατηλή αντίληψη αίσθησης, η οποία δεν ανταποκρίνεται και δεν αντιστοιχεί σε ομόλογα ερεθίσματα.

Έτσι, ο ίλιγγος εκδηλώνεται σε έδαφος λειτουργικών διαταραχών ή μορφολογικών βλαβών, οι οποίες προκαλούν μία αναντιστοιχία στη μεταφορά, στην πρόσληψη ή/και στην επεξεργασία των αισθητικών και αισθητηριακών ερεθισμάτων, που σχετίζονται με την ισορροπία και τη διατήρηση της όρθιας στάσης του σώματος. Αυτά τα ερεθίσματα προέρχονται, ξεχωριστά και στο σύνολό τους, από το οπτικό, από το αιθουσαίο, καθώς και από το ιδιοδεκτικό σύστημα ισορροπίας.

Τέλος, σε αυτή την πρώτη προσέγγιση για τον ίλιγγο να σημειώσουμε ότι ο ίλιγγος ορίζεται και περιγράφεται και από επιπλέον κλινικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως είναι π.χ. η έναρξη, η εξέλιξη και η διάρκειά του, τυχόν εκλυτικοί παράγοντες που τον προκαλούν, καθώς και επιπλέον συμπτώματα που τον συνοδεύουν.