Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ

Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΕ ΣΧΟΛΙΚΟ ΗΓΕΤΗ

Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ

Η σύγχρονη εποχή, γνωστή και ως εποχή της ύστερης νεωτερικότητας, παρουσιάζει μία σειρά από ιδιαιτερότητες, σημαδεύεται από μία διαρκή ανατροπή, καλλιεργεί ένα διαρκές αίσθημα αβεβαιότητας, αλλά και κομίζει ελπίδες για κοινωνική πρόοδο, βελτίωση του βιοτικού επίπεδου και επίλυση βασανιστικών προβλημάτων, που ταλανίζουν μέχρι σήμερα άτομα και κοινωνίες. Για την αστάθεια, την αβεβαιότητα, τα οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα αλλά και τα υψηλά διακυβεύματα ατόμων, κοινωνιών και κρατών θεωρείται ως πανάκεια, ως ένα νέο κέρας της Αμάλθειας, η Εκπαίδευση. Η Εκπαίδευση είναι εκείνη που θα καταστήσει τα εθνικά κράτη κοινωνίες και οικονομίες της γνώσης, που θα εξοπλίσει τα άτομα με τις απαραίτητες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες για να αντεπεξέρχονται στα προβλήματα και τις διαρκείς μεταβολές του εργασιακού τους βίου και που θα προετοιμάσει μία νέα γενιά επαγγελματιών, ικανών να δώσουν λύσεις σε μία σειρά δισεπίλυτων κοινωνικών και ανθρώπινων προβλημάτων.

Ως εκ τούτου, τόσο η εκπαίδευση όσο και ο επαγγελματίας επαναπροσδιορίζονται, αλλάζουν νόημα, σκοπό, προσανατολισμό και περιεχόμενο, κυρίαρχα γιατί, ως έχουν, φαίνονται να αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τις νέες καταστάσεις και τα νέα προβλήματα, που προβάλλει η μετανεωτερικότητα. Εν προκειμένω, ο επαγγελματίας και η υπερκείμενη έννοια του, ο επαγγελματισμός αποκτούν νέα χαρακτηριστικά ή καλύτερα αναπροσαρμόζουν τα ήδη υπάρχοντα χαρακτηριστικά τους, προκειμένου να μπορέσουν να επιτελέσουν τη βασική τους αποστολή, δηλαδή την εξυπηρέτηση του πελάτη-χρήστη των υπηρεσιών τους. Ειδικότερα, επαναπροσδιορίζονται η γνώση του επαγγελματία, η επαγγελματική του αυτονομία, η επαγγελματική του δεοντολογία, η επαγγελματική του πρακτική, η επαγγελματική του ανάπτυξη και οι επαγγελματικές του αξίες. Ένας Νέος Επαγγελματισμός έρχεται στο προσκήνιο, που δεν αφήνει ανεπηρέαστους τους λειτουργούς της εκπαίδευσης, εκπαιδευτικούς και διευθυντές σχολικών μονάδων, ως προς την επαγγελματική τους πρακτική.

Ωστόσο, οι λειτουργοί της εκπαίδευσης θεωρούνταν μέχρι πρότινος ότι δεν ήταν θεράποντες γνησίων επαγγελμάτων αλλά εργαζόμενοι σε κρατικές γραφειοκρατίες, όπως τα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης. Οι πραγματικοί εντολείς τους δεν ήταν οι χρήστες της εκπαίδευσης, αλλά τα κράτη που απαιτούσαν από αυτούς να γίνουν οι βασικοί μοχλοί της δημιουργίας και της διατήρησης του έθνους-κράτους. Τώρα που η σημασία του έθνους-κράτους υποχωρεί μπροστά στην επίθεση της παγκοσμιοποίησης, αλλάζει και ο εντολέας των λειτουργών της εκπαίδευσης· οι εντολείς τους είναι πλέον οι χρήστες του εκπαιδευτικού αγαθού, οι γονείς, οι μαθητές, οι τοπικές κοινότητες και κάθε ομάδα ή θεσμός που έχει συμφέρον από την εκπαίδευση. Στο πλαίσιο της εκχώρησης μεγαλύτερης αυτονομίας στα σχολεία να καθορίζουν τα του οίκου τους, οι σχέσεις αυτές καθίστανται πια αδιαμεσολάβητες και ως εκ τούτου αποκτούν νέο περιεχόμενο, θέτουν νέες απαιτήσεις από εκπαιδευτικούς και διευθυντές. Από αυτό το σημείο, ξεκινούν οι συζητήσεις για την επαγγελματικοποίηση των εκπαιδευτικών και των διευθυντών, καθώς και για το περιεχόμενο του δικού τους «Νέου Επαγγελματισμού». Σε πολλές χώρες έχει ξεκινήσει, μάλιστα, η διαδικασία της επαγγελματικοποίησης των διευθυντών σχολικών μονάδων μέσα από τη συγκρότηση όλων εκείνων των θεσμών, που αποτελούν τους πυλώνες του επαγγελματισμού. Η επαγγελματικοποίησή τους ενεργοποιείται με τις «ταξιδεύουσες» πολιτικές της Νέας Δημόσιας Διοίκησης, προωθείται από τους Διεθνείς Οργανισμούς και παγιώνεται με την εμφάνιση των θεσμών των επαγγελμάτων. Ο βασικός λόγος για την επαγγελματικοποίηση των διευθυντών σχολικών μονάδων είναι ότι αυτοί θεωρούνται οι άνθρωποι-κλειδιά για την επιβολή των μεταρρυθμίσεων, που αλλάζουν το σχήμα και τους προσανατολισμούς της εκπαίδευσης. Οι διευθυντές είναι ο σύνδεσμος μεταξύ των κεντρικών σχεδιασμών και της εφαρμογής τους στο σχολικό πλαίσιο. Οι διευθυντές, υποστηρίζουν οι έρευνες της σχολικής αποτελεσματικότητας, είναι από τους κυριότερους υπευθύνους για την αειφορία των σχολικών αποτελεσμάτων αλλά και για την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης.

Η επαγγελματικοποίηση των διευθυντών επιβάλλει βέβαια το ξεκίνημα να γίνει από την αλλαγή της ταυτότητάς τους, να μεταβληθεί τόσο το σημαίνον όσο και το σημαινόμενο. Από διευθυντές να γίνουν ηγέτες οργανισμών, ανθρώπων και κοινωνιών. Αυτή η μεταβολή τους από κατόχους θέσεων της γραφειοκρατικής ιεραρχίας σε ηγέτες αυτονόμων σχολικών μονάδων απαιτεί και θέτει ως προτεραιότητα την κατασκευή τους στη βάση όχι πια της αφηρημένης επιστημονικής γνώσης αλλά στη βάση της ικανότητας. Ο σχολικός ηγέτης πρέπει να είναι ικανός να φέρνει αποτελέσματα, να βελτιώνει τις διαδικασίες της διδασκαλίας και της μάθησης, να επικοινωνεί αποτελεσματικά με τους εταίρους του, να συνεργάζεται εποικοδομητικά μαζί τους και να επιτυγχάνει γενικά σε κάθε απαίτηση που έχουν από αυτόν, κράτη, κοινωνίες, άτομα και Διεθνείς Οργανισμοί. Γενικά, ο διευθυντής σχολικής μονάδας πρέπει να γίνει συνώνυμο της επιτυχίας, γεγονός που καθιστά αναγκαία την αναπολιτισμοποίηση του επαγγέλματος. Έτσι, πλάι στο σώμα της επιστημονικής γνώσης για την εκπαιδευτική διοίκηση, αρχίζει να συγκεντρώνεται ένα σώμα επιστημονικής γνώσης για τη σχολική ηγεσία, που στηρίζεται σε μία σειρά ερευνών, περιγράφει μοντέλα και αναλύει συμπεριφορές και επαγγελματικές πρακτικές. Από εκεί και ύστερα, σε πολλές χώρες του κόσμου καθιερώνονται διαδικασίες πιστοποίησης και χορήγησης άδειας επαγγέλματος, όπως γίνεται εξάλλου στα καθιερωμένα επαγγέλματα του γιατρού και του δικηγόρου, ιδρύονται επαγγελματικές ενώσεις, καθιερώνονται κώδικες επαγγελματικής δεοντολογίας, προωθούνται συγκεκριμένες επαγγελματικές αξίες και δημιουργούνται σχήματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής ανάπτυξης.

Σε αυτή τη διεθνή ζύμωση, όπου συγκεκριμένες τάσεις ολοένα και προωθούνται, εξελίξεις δρομολογούνται και καταστάσεις αρχίζουν να παγιώνονται, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται να μη θέλει ακόμη να αναγνωρίσει έμπρακτα την κεντρική θέση του διευθυντή σχολικής μονάδας στην ελληνική εκπαίδευση. Το θετικό είναι ότι στο ακαδημαϊκό επίπεδο έχουν γίνει πολλές έρευνες για την αποτίμηση των επιμορφωτικών αναγκών των διευθυντών, ενώ πολλοί πανεπιστημιακοί και ερευνητές τονίζουν συνεχώς την ανάγκη να δοθεί προσοχή στην αξιοκρατική επιλογή και την ουσιαστική κατάρτιση και επιμόρφωση των διευθυντών σχολικών μονάδων. Ωστόσο, σε επίπεδο πολιτικής δεν φαίνεται να υπάρχει ακόμη η πρόθεση να παραχθούν πολιτικές ειδικά για την ελληνική σχολική ηγεσία, αν και μεσούσης της κρίσεως κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ήταν πολιτική προτεραιότητα για την ελληνική εκπαίδευση.

Βιβλία & Συμμετοχή σε Συλλογικές Εκδόσεις

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: