Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης και των επιταχυνόμενων τεχνολογιών, τα εκπαιδευτικά συστήματα καλούνται να επαναπροσδιορίσουν ριζικά τις μεθόδους, τα περιεχόμενα, τους στόχους και τις προτεραιότητές τους. Η παιδεία, άλλωστε, είναι εν δυνάμει τόπος παραγωγής νέων συμπεριφορών, νέων νοημάτων και νέων συμβολοποιήσεων. Το Αριστοτελικό «παιδεύεσθαι και εθίζεσθαι προς τας (δημοκρατικάς) πολιτείας» πρέπει πλέον να προσαρμοστεί στις επείγουσες ανάγκες της αναδυόμενης ψηφιακής κοινωνίας.

Μέσα από την ανάπτυξη θεμελιωδών εννοιών, αξιών, προδιαθέσεων, δεξιοτήτων, γνώσεων και κατανοήσεων, μπορούμε να προωθήσουμε την ταυτόχρονη καλλιέργεια τριών βασικών παραγόντων για την παιδεία του ψηφιακού πολίτη: (1) την ψηφιακή κοινωνική υπευθυνότητα, (2) την ενεργό συμμετοχή στην ψηφιακή κοινωνία και (3) τον ψηφιακό πολιτικό αλφαβητισμό. Για να παραφράσουμε τον Walter Parker, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ψηφιακή δημοκρατία χωρίς δημοκρατικούς ψηφιακούς πολίτες.

Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν σκόπιμη η υποχρεωτική εισαγωγή της εκπαίδευσης του ψηφιακού πολίτη στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με κύριο στόχο την προαγωγή της κριτικής ικανότητας των νέων πολιτών να συνεργάζονται αποτελεσματικά και δημιουργικά με τους άλλους στην ψηφιακή δημόσια σφαίρα και να επιδεικνύουν ενδιαφέρον, ενσυναίσθηση, υπευθυνότητα και αλληλεγγύη στην επίλυση κοινών προβλημάτων. Αναμφίβολα, η «ψηφιακή απαιδευσία» ενισχύει την περιρρέουσα νοσηρή πολιτική κουλτούρα της χώρας, αλλά και τις ποικίλες διαδικτυακές συμπεριφορές υψηλού ρίσκου (π.χ. κατάχρηση, εξάρτηση, εθισμός, κυβερνοεκφοβισμός, ψηφιακός τραμπουκισμός, αποπλάνηση, παραβατικότητα, προσηλυτισμός, ριζοσπαστικοποίηση, εξτρεμισμός κ.ο.κ.).

Το ελληνικό κράτος οφείλει λοιπόν να εκπαιδεύσει συστηματικά τους νέους για την ιδιότητα του ενεργού ψηφιακού πολίτη (digital citizenship), μέσα από έναν περιεκτικό και πολυδιάστατο επιστημονικό προγραμματισμό, και να μην επιτρέψει σε αναρμόδιους φορείς, ή και αντιδημοκρατικά μορφώματα, να παίξουν τον ρόλο αυτόν. Μια ολοκληρωμένη ψηφιακή πολιτική πρέπει επίσης να εκτείνεται και στην προάσπιση και προαγωγή των ψηφιακών δικαιωμάτων και της ψυχοκοινωνικής υγείας και προσαρμοστικότητας σε επίπεδο ατόμων-χρηστών, αλλά και της ανθεκτικότητας σε επίπεδο κοινωνίας, η οποία περιλαμβάνει την αύξηση της καινοτομίας, της συλλογικής νοημοσύνης και του κοινωνικού και πολιτικού κεφαλαίου (κυρίως μέσα από τη λειτουργική ένταξη των νέων στις δημοκρατικές δομές της κοινωνίας και την online πολιτική τους συμμετοχή).

Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, το διαδίκτυο μπορεί πράγματι να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα (ή καταλύτη) ποιοτικής κοινωνικής και πολιτισμικής αλλαγής. Τούτο συνδέεται εν πολλοίς με την εγγενή δυνατότητά του να υποστηρίζει τις απαραίτητες προϋποθέσεις μιας τέτοιας αλλαγής:

1) την κοινωνία πολιτών, που παραδοσιακά ήταν και παραμένει ατροφική, καχεκτική, ή υπανάπτυκτη, στη χώρα μας. Σε γενικές γραμμές, το διαδίκτυο διευκολύνει την κοινωνική αλληλεπίδραση και τη συγκέντρωση ανθρώπινου, κοινωνικού και πολιτικού κεφαλαίου (πολιτική συμμετοχή).

2) την αύξηση της διαφάνειας (ανοιχτότητας, απλοποίησης των διοικητικών διαδικασιών, προσβασιμότητας) και επομένως τη σταδιακή καταπολέμηση και ελαχιστοποίηση χρόνιων δομικών παθογενειών και κακών πρακτικών στη δημόσια διοίκηση και στον δημόσιο βίο εν γένει, όπως λ.χ. η διαφθορά, ο χρηματισμός, η προσοδοθηρία, η πελατοκρατία κλπ.

Φυσικά, οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες από μονές τους δεν εγγυώνται την ουσιαστική προώθηση της πολιτικής συμμετοχής και της «μεταρρυθμιστικής κουλτούρας» (Ν. Διαμαντούρος). Αλλά, αν μη τι άλλο, ενέχουν μια αστείρευτη καινοτομική δυναμική που πρέπει να καλλιεργηθεί και να ενισχυθεί τόσο από το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα όσο και από μια συγκροτημένη, συνεκτική, πολυδεκτική και διαχρονική «εθνική ψηφιακή πολιτική».


Υστερόγραφο:

Η εφεύρεση του διαδικτύου (Berners Lee, 1990) και κυρίως η έλευση του Κοινωνικού Ιστού (Web 2.0), των δυνητικών κοινοτήτων και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (που πλέον κατακλύζουν την καθημερινότητα των πολιτών, ιδίως των νέων), καλλιέργησαν μεγάλες προσδοκίες ή/και βεβαιότητες αναφορικά με τη σχέση κοινωνίας και νέων τεχνολογιών. Αυτές οι προσδοκίες/βεβαιότητες μπορούν να συμπυκνωθούν ιδεοτυπικά σε τέσσερα συλλογικά φαντασιακά:

1) Το φαντασιακό της άμεσης δημοκρατίας
2) Το φαντασιακό της ελεύθερης επιλογής
3) Το φαντασιακό των ιδιωτικών απολαύσεων
4) Το φαντασιακό της εξοικονόμησης χρόνου

Ωστόσο, οι συλλογικές αυτές αφηγήσεις και αναπαραστάσεις προσκρούουν σε μια πολύπλοκη πραγματικότητα χρήσης του διαδικτύου (από τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας), σύμφωνα με την οποία αναδύονται διαρκώς ρίσκα/κίνδυνοι αναφορικά με την ποιότητα της δημοκρατίας (π.χ. μαζική επιτήρηση, μεγάλα δεδομένα και αποικισμός του κυβερνοχώρου από πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα), με το εύρος και την ελευθερία των επιλογών (π.χ. στερεότυπες ταυτότητες, αναπαραγωγή κυρίαρχων πολιτισμικών προτύπων, κατευθυνόμενη κατανάλωση κ.ο.κ.), καθώς και με τη συσχέτιση διαδικτυακής ψυχαγωγίας/απολαύσεων και εξάρτησης/εθισμού (ή εμβύθισης σε «τέλεια» δυνητικά περιβάλλοντα). Παράλληλα, ο ελεύθερος χρόνος των χρηστών σχεδόν εκμηδενίζεται μέσα στον ασύλληπτο καταιγισμό της (τοξικής) πληροφορίας και των αυξημένων (συχνά ψευδών) επικοινωνιακών αναγκών.

Βιβλία & Συμμετοχή σε Συλλογικές Εκδόσεις

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: