ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ: ΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ

ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ: ΕΞΕΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ

Η έλλειψη δεξιοτήτων είναι από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αγορά εργασίας. Δεν αφορά μονάχα όσους αναζητούν εργασία, αλλά και τους εργοδότες. Μάλιστα, όπως έδειξε η πρόσφατη έρευνα της Manpower στην Ελλάδα, οι εργοδότες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν πρόβλημα στο να βρουν το κατάλληλο προσωπικό.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των υπηρεσιών ΙΤ. Σήμερα, είναι ιδιαίτερα εμφανής η τάση για ενασχόληση με τους Η/Υ. Μάλιστα η Catherine Fisher, ειδική σε θέματα καριέρας του LinkedIn, επισημαίνει ότι οι δεξιότητες που αφορούν την τεχνολογία θα έχουν ζήτηση για αρκετά χρόνια ακόμα, σε αντίθεση με άλλες δεξιότητες, για τις οποίες η ζήτηση μεταβάλλεται κάθε δύο περίπου χρόνια. Επιπλέον, στη σχετική έρευνα του LinkedIn για τις δέκα δεξιότητες με τη μεγαλύτερη ζήτηση για το 2017 βρίσκουμε στις περισσότερες θέσεις δεξιότητες που αφορούν τους Η/Υ.

Από την άλλη, η πρόσφατη έρευνα της Manpower θέτει τον τομέα αυτόν στη δεύτερη θέση της λίστας αναφορικά με τις θέσεις εργασίας που έχουν δυσκολία κάλυψης στην Ελλάδα (βλ. πίνακα). Αλλά, όπως επισημαίνεται στην ίδια έρευνα, και σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει πρόβλημα σχετικά με τις δεξιότητες αυτές, οι οποίες και εκεί κατέχουν τη δεύτερη θέση (στην πρώτη είναι οι επαγγελματίες πωλητές).

Το παράδειγμα αυτό αρκεί για να καταστεί φανερή η σημασία των δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Το ζήτημα αυτό έχει δύο πτυχές. Η πρώτη είναι η έλλειψη δεξιοτήτων. Σε αυτή την περίπτωση, που φαίνεται να είναι και η συχνότερη, ο υποψήφιος δεν έχει τις δεξιότητες που χρειάζεται ο εργοδότης. Κατά συνέπεια, δεν γίνονται προσλήψεις και η θέση παραμένει κενή. Έλλειψη δεξιοτήτων εμφανίζεται ακόμα και στους τομείς που δεν το περιμένουμε, όπως δείχνει η σχετική έρευνα του Cedefop1 στην ΕΕ: ICT (Information & Communication Technology), γιατροί, επαγγελματίες STEM (Science, Technology, Engineering, Mathematics), νοσοκόμες και μαίες και, τέλος, δάσκαλοι.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχετικές ελλείψεις δεν παρουσιάζονται εξίσου σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Για παράδειγμα, στον ιατρικό χώρο, δεν υπάρχει πρόβλημα σε Ελλάδα, Ολλανδία, Σουηδία και Αγγλία. Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι με εξαίρεση τον τομέα του ICT, η Ελλάδα είναι η χώρα όπου δεν υπάρχει πρόβλημα έλλειψης δεξιοτήτων. Με άλλα λόγια, υπάρχει σύγκλιση μεταξύ των αποτελεσμάτων της έρευνας του Cedefop και της έρευνας της Manpower, που αναφέρθηκε πιο πάνω, μιας και οι δύο εμφανίζουν τον χώρο των Η/Υ ως αυτόν, όπου παρατηρούνται ελλείψεις δεξιοτήτων.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που συμβαίνει αυτό. Οι βασικοί, όπως τους αναφέρει το Cedefop, είναι η έλλειψη προσφοράς επαγγελματιών και η αυξανόμενη ζήτηση. Επιπλέον, ορισμένα επαγγέλματα (π.χ. αυτά του STEM) δεν είναι τόσο ελκυστικά είτε από άποψη αμοιβής, είτε από άποψη συνθηκών εργασίας.

Η δεύτερη πτυχή του ζητήματος είναι η κατοχή περισσότερων δεξιοτήτων από αυτές που ζητούνται. Αυτό συμβαίνει επειδή έχει μειωθεί η ζήτηση για μια συγκεκριμένη δεξιότητα. Αιτία για τη μείωση αυτή μπορεί να είναι είτε το ότι οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε απώλεια θέσεων, είτε επειδή άτομα που κατέχουν πληθώρα δεξιοτήτων αναγκάζονται, λόγω ανεργίας, να εργαστούν σε θέσεις που απαιτούν λιγότερα από τα προσόντα τους.

Ως προς τους τρόπους για την αντιμετώπιση του προβλήματος σχετικά με τις δεξιότητες, τα κράτη-μέλη της ΕΕ χρησιμοποιούν διάφορα μέσα για να τονώσουν την προσφορά, τα οποία περιλαμβάνουν την εκπαίδευση, τη χρήση των πόρων σχετικά με την εργασία και τις δεξιότητες, αλλά και τη βελτίωση των δεξιοτήτων των υπαλλήλων. Έτσι, ορισμένα κράτη έχουν διαμορφώσει εθνικές στρατηγικές ή έχει αναπτυχθεί σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ενώ επιδιώκεται και η καλύτερη χρήση των υπαρχουσών πηγών (π.χ. εσωτερική εκπαίδευση υπαλλήλων σε μια εταιρία ή οργανισμό ή συνεργασία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και αγοράς εργασίας για την καλύτερη προσαρμογή των διδασκόμενων δεξιοτήτων).

Ωστόσο, όπως επισημάνει το Cedefop, δεν αρκεί μόνο η εκπαίδευση για να λυθεί το ζήτημα αυτό, καθώς οι άνθρωποι ενδέχεται να μην ελκύονται από τις προσφερόμενες εργασίες. Με άλλα λόγια, χρειάζεται μια σφαιρικότερη αντιμετώπιση του ζητήματος.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την περίπτωση της Ελλάδας. Ο λόγος είναι ότι, παρά το ότι σε ορισμένους εξειδικευμένους τομείς φαίνεται να μην υπάρχει πρόβλημα στην κάλυψη των απαιτούμενων δεξιοτήτων, γενικά η χώρα μας παρουσιάζει μια απογοητευτική εικόνα αναφορικά με την ανάπτυξη δεξιοτήτων, σύμφωνα με τον δείκτη Making Skills Work Index του Cedefop, ο οποίος δείχνει την κατάσταση στην οποία κάθε χώρα της ΕΕ βρίσκεται αναφορικά με την ανάπτυξη δεξιοτήτων κατάλληλων για την αγορά εργασίας. Τα κριτήρια που χρησιμοποιεί ο Δείκτης αυτός είναι: «Ανάπτυξη» (αφορά την εκπαιδευτική δραστηριότητα), «Ενεργοποίηση» (αναφέρεται στη μετάβαση στην αγορά εργασίας) και «Αντιστοίχιση» (υπολογίζει το βαθμό επιτυχίας στην αντιστοίχιση των δεξιοτήτων και της αγοράς εργασίας).

Δυστυχώς, τα αποτελέσματα της έρευνας του Cedefop είναι αποκαρδιωτικά για τη χώρα μας. Κι αυτό γιατί και στους τρεις δείκτες, η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό Μ.Ο. - όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, βρίσκεται στην τελευταία, 28η θέση.

Πιο συγκεκριμένα, ως προς το κριτήριο «Ανάπτυξη δεξιοτήτων», η χώρα μας βρίσκεται χαμηλότερα από τον Μ.Ο. σχεδόν σε κάθε δείκτη. Οι χειρότερες επιδόσεις της είναι στο πεδίο της νηπιακής εκπαίδευσης (26η), στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις επιστήμες, αλλά και στη διά βίου μάθηση (25η), στην πρόσφατη εκπαίδευση και στο έλλειμμα εκπαίδευσης (25η). Αναφορικά με το κριτήριο της «Ενεργοποίησης», βρίσκεται στην 27η θέση, όπου οι επιδόσεις της βρίσκονται αρκετά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό Μ.Ο., ενώ ως προς το τελευταίο κριτήριο («Αντιστοίχιση») βρίσκεται επίσης στην 27η θέση, κατέχοντας το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας από όλα τα κράτη-μέλη.

Τα παραπάνω στοιχεία φανερώνουν τόσο τη σημασία, όσο και την πολυπλοκότητα, αλλά και τη δυσκολία που υπάρχει στην αντιμετώπιση της πρόκλησης των δεξιοτήτων. Αυτό που χρειάζεται να έχουμε υπόψη, ειδικά όσοι χαράζουν την εκπαιδευτική στρατηγική, είναι πως το ζήτημα αυτό δεν αφορά τόσο το παρόν, όσο κυρίως το μέλλον μιας χώρας. Η ανάπτυξη δεξιοτήτων δεν θα πρέπει να ιδωθεί ως κάτι συμπληρωματικό της παιδείας. Δεν είναι κάτι που κάλλιστα θα μπορούσαμε να παραμερίσουμε. Κάθε εκπαίδευση, οποιαδήποτε ηλικία κι αν αφορά, διδάσκει δεξιότητες, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Αυτό, λοιπόν, που χρειάζεται είναι η προσαρμογή της παιδείας στις ανάγκες της εποχής, μιας και οι δεξιότητες δεν αφορούν μόνο την επαγγελματική πορεία του προσώπου, αλλά όλη γενικά τη ζωή του, σημαντικό μέρος της οποίας παίζει και η επαγγελματική του ενασχόληση.

 


1 Cedefop, Skill shortage and surplus occupations in Europe (Briefing note).

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: