ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

ΕΝΑ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΘΕΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΝΕΥΡΟΑΝΑΤΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ: ΕΝΑ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΘΕΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΝΕΥΡΟΑΝΑΤΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

1. ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ ΑΥΤΗΣ


1.1 Η έννοια της συνείδησης και βασικά κλινικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής    

Η συνείδηση, με την έννοια της εγρήγορσης και του βαθμού επικοινωνίας του ανθρώπου, αποτελεί κατά βάση ένα πάρα πολύ σημαντικό διαγνωστικό εργαλείο στην Επείγουσα Νευροχειρουργική, Νευρολογία και γενικότερα στην Επείγουσα Ιατρική.

Θεμελιώδεις λειτουργίες και ενέργειες της συνείδησης σχετίζονται με την πρόσληψη πληροφοριών, με την επεξεργασία αυτών και τέλος, στη βάση αυτής της επεξεργασίας, με την αντίδραση ως απάντηση σε αυτές τις πληροφορίες.

Βασική έκφραση της συνείδησης αποτελεί η συμπεριφορά, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλινικής παρατήρησης. Κατ` αυτόν τον τρόπο, τα σημαντικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ως προς την αξιολόγηση της συνείδησης είναι δύο: α) το επίπεδο της συνείδησης, το οποίο σχετίζεται ή εκφράζεται (ή περιγράφεται) με την εγρήγορση και την επικοινωνία (ή το βαθμό εγρήγορσης και επικοινωνίας - Vigilance, Activity, Communication) και β) το περιεχόμενο της συνείδησης. Οι μεταβολές του επιπέδου της συνείδησης αποτελούν τις ποσοτικού τύπου διαταραχές της συνείδησης και, όπως θα αναφέρουμε αναλυτικότερα πιο κάτω, περιλαμβάνουν την υπνηλία, το λήθαργο και το κώμα. Αντίστοιχα, οι μεταβολές στο περιεχόμενο της συνείδησης αποτελούν τις ποιοτικού τύπου διαταραχές της συνείδησης, οι οποίες π.χ. μπορεί να είναι διαταραχές στην αντίληψη, παραλήρημα, ψυχοκινητική διέγερση και ψευδαισθήσεις.  

Στο σημείο αυτό, πρέπει να κάνουμε μία σημαντική επισήμανση. Πιο συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της συνείδησης και οι διαταραχές του αποτελούν γνωστικό αντικείμενο της Ψυχιατρικής. Οι διαταραχές στο περιεχόμενο της συνείδησης εκδηλώνονται κατά κανόνα ως ψυχοσύνδρομο. Ειδική κλινική περίπτωση είναι το οργανικό ψυχοσύνδρομο. Εδώ, μία παθολογοανατομική βλάβη σε μία δεδομένη ανατομική περιοχή του εγκεφάλου, όπως είναι π.χ. μία χωροκατακτητική εξεργασία στον μετωπιαίο λοβό, προκαλεί την κλινική εικόνα του ψυχοσυνδρόμου. Ο όρος «οργανικό» χρησιμοποιείται, ακριβώς, για να εκφράσει ότι το ψυχοσύδρομο ή οι διαταραχές του περιεχομένου της συνείδησης οφείλεται (ή οφείλονται) σε συγκεκριμένο οργανικό αίτιο.


1.2 Επίπεδο συνείδησης και Νευροανατομία

Στη συνέχεια, θα ασχοληθούμε με το επίπεδο της συνείδησης καθώς και με τον βαθμό εγρήγορσης και επικοινωνίας, που αποτελεί το σταθερό δείκτη κλινικής εκδήλωσης και αξιολόγησης του επιπέδου της συνείδησης.

Η ακεραιότητα της λειτουργίας του επιπέδου της συνείδησης σχετίζεται και είναι, νευροανατομικά, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον φλοιό του εγκεφάλου (Cortex cerebri) και των δύο ημισφαιρίων. Ο «υποκινητής» της φλοιϊκής λειτουργίας αναφορικά με το επίπεδο της συνείδησης είναι ο ανιόν δικτυωτός σχηματισμός (ascending Reticular Formation-aRF) του εγκεφαλικού στελέχους. Ο ανιόν δικτυωτός σχηματισμός προβάλλει, διαμέσου των ενδοπεταλιακών πυρήνων (Ncl. intralaminares) του θαλάμου, στο φλοιό των ημισφαιρίων του εγκεφάλου και αποτελεί το ανιόν δικτυωτό σύστημα εγρήγορσης (Ascending Reticular Activating System-ARAS).

Έτσι μπορούμε, με βάση την περιγραφή της νευροανατομικής δομής για το επίπεδο της συνείδησης, άμεσα να συμπεράνουμε ότι διαταραχές του επιπέδου της συνείδησης μπορεί να προκύψουν σε μία βλάβη ή λειτουργική έκπτωση του φλοιού του εγκεφάλου ή/και του ανιόντος δικτυωτού συστήματος εγρήγορσης.

 

2. ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΝΕΥΡΟΑΝΑΤΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ


2.1 Δικτυωτός σχηματισμός (Formatio Reticularis)

2.1.1 Γενική περιγραφή

Στο σημείο αυτό, και πριν προχωρήσουμε στη μελέτη και στην κλινική περιγραφή των διαταραχών του επιπέδου της συνείδησης, θα αναφερθούμε αναλυτικότερα στον ανιόντα δικτυωτό σχηματισμό και στο ανιόν δικτυωτό σύστημα εγρήγορσης.

Κατ` αρχάς, ο δικτυωτός σχηματισμός (ή δικτυωτή ουσία, Formatio reticularis, Reticular Formation-RF) είναι ένα, φυλογενετικά, παλαιό λειτουργικό (υπο)σύστημα του εγκεφάλου, που επεκτείνεται κατά μήκος και σε όλο το εγκεφαλικό στέλεχος και συγκεκριμένα στην καλύπτρα (Tegmentum) του εγκεφαλικού στελέχους. Προς τα άνω (κεφαλικά-cranial), οριοθετείται μέχρι το διάμεσο εγκέφαλο, ενώ προς τα κάτω (ουραία-caudal) μέχρι το νωτιαίο μυελό. Ο δικτυωτός σχηματισμός αποτελείται από πυρήνες διαφορετικού μεγέθους και μορφής και τα νευρικά κύτταρα, που βρίσκονται στους πυρήνες του, διαφέρουν επίσης μεταξύ τους ως προς το μέγεθος και ως προς τη συγκέντρωση ή πυκνότητά τους (εντός του κάθε πυρήνα). Τέλος, ως προς την κυτταρική αρχιτεκτονική του όλου συστήματος, πρέπει να αναφέρουμε ότι, πολύ συχνά, δεν είναι πάντοτε δυνατή ή ευδιάκριτη μία οριοθέτηση του κάθε πυρήνα εντός του δικτυωτού σχηματισμού. Πολύ περισσότερο, όπως αναφέρεται και στη σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία, πρόκειται τελικά για ένα εκτεταμένο νευρωνικό δίκτυο ή δίκτυο νευρώνων, στο οποίο, τελικά, αποδίδεται και ο όρος «δικτυωτός» σχηματισμός.


2.1.2 Οι πυρήνες του δικτυωτού σχηματισμού

Οι πυρήνες του δικτυωτού σχηματισμού μπορούν, στο σύνολό τους, να κατηγοριοποιηθούν (και να διακριθούν) με βάση τρία κριτήρια. Κατ` αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν να διαχωρίσουμε τους πυρήνες σε ομάδες με κριτήριο:

Α). Τη λειτουργία τους. Με βάση αυτό το κριτήριο, οριοθετούνται και περιγράφονται, εντός του δικτυωτού σχηματισμού, αθροίσματα νευρώνων ως λειτουργικά κέντρα, όπως είναι π.χ. το κέντρο της αναπνοής, το κέντρο για την καρδιαγγειακή λειτουργία (αρτηριακής πίεσης, καρδιακής λειτουργίας και αγγείων), το κέντρο της κατάποσης, το κέντρο του εμετού, το κέντρο για τις συζυγείς κινήσεις των οφθαλμών ή το κινητικό κέντρο, όπου έχουν και την αρχή τους φυγόκεντρες νευρικές οδοί του εξωπυραμιδικού συστήματος προς το νωτιαίο μυελό (δικτυονωτιαίοι οδοί-Tr. reticulospinales) και αποτελούν, στο σύνολό τους, τον κατιόντα δικτυωτό σχηματισμό (descending Reticular Formation-dRF).

Β). Το νευροδιαβιβαστή που χρησιμοποιούν. Με βάση αυτό το κριτήριο, μπορούμε, εντός του δικτυωτού σχηματισμού, να διακρίνουμε ομάδες νευρικών κυττάρων που χρησιμοποιούν ένα συγκεκριμένο νευροδιαβιβαστή και απαρτίζουν, κατ` επέκταση, ένα συγκεκριμένο λειτουργικό (υπο)σύστημα. Έτσι, κυρίως μπορούμε να ξεχωρίσουμε το σύστημα της σεροτονίνης (serotoninergic), το σύστημα της νοραδρεναλίνης (noradrenergic), το σύστημα της αδρεναλίνης (adrenergic) και το σύστημα της ακετυλοχολίνης (cholinergic).

Γ). Την τοπογραφία τους εντός του συνόλου του δικτυωτού σχηματισμού. Με βάση αυτό το κριτήριο, διακρίνουμε, εντός του δικτυωτού σχηματισμού και κατά τον επιμήκη άξονα (craniocaudal) του εγκεφαλικού στελέχους, τρεις επιμήκεις ζώνες. Πιο συγκεκριμένα:

  • Τη μέση ή μεσαία ζώνη (median zone), που αποτελείται από τους πυρήνες της ραφής, που βρίσκονται εκατέρωθεν της μέσης γραμμής
  • Την εσωτερική ζώνη (medial zone,) που απαρτίζεται από ευμεγέθεις νευρώνες και είναι η περιοχή ή η ζώνη απ` όπου ξεκινούν μακρές ανιούσες και κατιούσες νευρικές οδοί.
  • Και τέλος, την εξωτερική ζώνη (lateral zone) με μικρότερα νευρικά κύτταρα.

 

2.2 Ανιόν δικτυωτός σχηματισμός και Ανιόν δικτυωτό σύστημα εγρήγορσης

2.2.1 Ανιόν δικτυωτός σχηματισμός (Ascending Reticular Formation-aRF)

Η διέγερση συγκεκριμένων πυρήνων (και περιοχών) του δικτυωτού σχηματισμού που, στο σύνολό τους, απαρτίζουν τον ανιόντα δικτυωτό σχηματισμό, προκαλεί μία γενικευμένη ενεργοποίηση του φλοιού του εγκεφάλου, η οποία αποτελεί και την απαραίτητη προϋπόθεση για την προσοχή, την εγρήγορση, καθώς και την ενεργή και αποτελεσματική αντιληπτική ικανότητα. Όπως έχουμε αναφέρει, ο ανιόν δικτυωτός σχηματισμός προβάλλει, διαμέσου των ενδοπεταλιακών πυρήνων του θαλάμου (ή κατευθείαν), στο φλοιό του εγκεφάλου. Αυτός ο ανιόν δικτυωτός σχηματισμός απαρτίζει μαζί με τις προβολικές νευρικές οδούς προς το φλοιό του εγκεφάλου το ανιόν δικτυωτό σύστημα εγρήγορσης (Ascending Reticular Activating System-ARAS). Οι πυρήνες του δικτυωτού σχηματισμού που ανήκουν στο ανιόν δικτυωτό σύστημα εγρήγορσης (ARAS) έχουν ερευνηθεί ως προς το νευροδιαβιβαστή που χρησιμοποιούν οι νευρώνες τους και κατ` αυτόν τον τρόπο, π.χ. οι νευρώνες στον υπομέλα τόπο (ή πυρήνα, Locus ή Nucleus caeruleus) χρησιμοποιούν νοραδρεναλίνη, οι νευρώνες στους πυρήνες της ραφής χρησιμοποιούν σεροτονίνη, ενώ τα νευρικά κύτταρα στον καλυπτρικό πυρήνα του μεσεγκεφάλου, καθώς και οι μεγάλοι νευρώνες των πυρήνων της εσωτερικής ζώνης, χρησιμοποιούν ακετυλοχολίνη.


2.2.2 Ανιόν δικτυωτό σύστημα εγρήγορσης (Ascending Reticular Activating System-ARAS)

Οι προσαγωγές και οι απαγωγές νευρικές οδοί, προς και από τους πυρήνες της ραφής, είναι ιδιαιτέρως πολυάριθμοι. Οι νευρικές οδοί από τους πυρήνες της ραφής προβάλλουν, πρακτικά, σε όλο ή στο μεγαλύτερο μέρος του νεοφλοιού (Neocortex) του εγκεφάλου. Επίσης, ένα σημαντικό μέρος των νευρικών οδών προς τους πυρήνες της ραφής προέρχεται και από το μεταιχμιακό σύστημα (Limbic System), με το οποίο υπάρχει, τελικά, αμφίδρομη νευρωνική επικοινωνία. Έτσι, οι πυρήνες της ραφής συμμετέχουν στην έκφραση συγκινήσεων, συναισθημάτων, στη μνήμη και στη συμπεριφορά γενικότερα.

Οι πυρήνες της εσωτερικής ζώνης του δικτυωτού σχηματισμού δέχονται ερεθίσματα και νευρικές οδούς, προερχόμενες, από το νωτιαίο μυελό, από πυρήνες των εγκεφαλικών νεύρων (κυρίως ακουστικά και αιθουσαία ερεθίσματα), από την οροφή (Tectum) του μεσεγκεφάλου (οπτικά ερεθίσματα), από την παρεγκεφαλίδα, καθώς και από άλλες ζώνες του δικτυωτού σχηματισμού. Οι ίδιοι προβάλλουν, διαμέσου του θαλάμου (ενδοπεταλιακοί πυρήνες), στο φλοιό του εγκεφάλου, ασκώντας δράση διέγερσης, εγρήγορσης και προσοχής.

Καταλήγοντας, όλο αυτό το σύστημα των πυρήνων της εσωτερικής ζώνης, όπως επίσης και οι πυρήνες της ραφής μαζί και με τις νευρικές οδούς που προβάλλουν, κατευθείαν ή διαμέσου του θαλάμου, στο φλοιό του εγκεφάλου αποτελεί και απαρτίζει το ανιόν δικτυωτό σύστημα εγρήγορσης (ARAS). Στο ARAS συμπεριλαμβάνουμε και τους ενδοπεταλιακούς πυρήνες του θαλάμου, μία βλάβη των οποίων προκαλεί μείωση της προσοχής και έκπτωση του επιπέδου της συνείδησης.


2.2.3 Υπομέλας τόπος (Locus caeruleus) και βασικά συμπεράσματα

Στο σημείο αυτό, να κάνουμε και μία ιδιαίτερη αναφορά στον υπομέλα τόπο (ή πυρήνα, Locus ή Nucleus caeruleus), που εντοπίζεται στην εξωτερική ζώνη του δικτυωτού σχηματισμού, στο ύψος της γέφυρας, στο έδαφος της IV κοιλίας και οι νευρώνες του αποτελούν το μεγαλύτερο αριθμό νευρώνων εντός του δικτυωτού σχηματισμού, που χρησιμοποιούν νοραδρεναλίνη ως νευροδιαβιβαστή. Εκτός των άλλων προσαγωγών και απαγωγών νευρικών οδών, ο υπομέλας τόπος ή πυρήνας επιδρά στο μεταιχμιακό σύστημα, αλλά και στο νεοφλοιό διαμέσου προβολών στο ARAS. Ο υπομέλας τόπος ενεργοποιείται ιδιαιτέρως σε αγχογόνες (ή στρεσογόνες) καταστάσεις και φροντίζει για την εγρήγορση και την ετοιμότητα του σώματος σε καινούρια, μη αναμενόμενα και ξαφνικά ερεθίσματα.

Από τα παραπάνω, διακρίνουμε, εν τέλει, ότι ο ανιόν δικτυωτός σχηματισμός περιλαμβάνει περισσότερες επιμέρους περιοχές εντός του δικτυωτού σχηματισμού και δεν ταυτίζεται εξ` ολοκλήρου (και σε όλη του την έκταση) με το ανιόν δικτυωτό σύστημα εγρήγορσης. 

Ως κύριο συμπέρασμα, από τα παραπάνω, μπορούμε να αναφέρουμε ότι μία βασική ενέργεια ολοκλήρου του φλοιού του εγκεφάλου είναι η πλήρης επεξεργασία όλων των πληροφοριών που καταλήγουν σε αυτόν μέσω των προαναφερθέντων νευρωνικών κυκλωμάτων.

Μεμονωμένες διαταραχές σε περιοχές του φλοιού του εγκεφάλου είναι δυνατόν να αντιρροπιστούν από άλλες ανατομικές περιοχές του ίδιου ή του άλλου εγκεφαλικού ημισφαιρίου, όμως μία εκτεταμένη παθολογία του φλοιού ή πολλές αθροιστικές βλάβες και σε διαφορετικές λειτουργικά περιοχές, συμπεριλαμβανομένου και του ARAS, πολύ δύσκολα αντιρροπούνται και κατ` αυτόν τον τρόπο εκδηλώνεται κλινικά μία διαταραχή του επιπέδου της συνείδησης.  

Επομένως, ο βαθμός εγρήγορσης, επικοινωνίας, προσοχής και αντιληπτικής ικανότητας του ανθρώπου δυνητικά επηρεάζεται και λειτουργικά μεταβάλλεται όταν:

α) Το ARAS, οι προβολές του προς το φλοιό του εγκεφάλου, καθώς και οι νευρωνικές του διασυνδέσεις, κυρίως με άλλους πυρήνες του εγκεφαλικού στελέχους και

β) Ο φλοιός του εγκεφάλου (και ιδιαιτέρως ο νεοφλοιός)

δεχτούν λειτουργικές ή περισσότερο μόνιμες και δυνητικά μη (πλήρως) αναστρέψιμες, παθολογοανατομικές βλάβες.  

 

3. ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΣΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΩΝ


3.1 Η υπνηλία

Όπως προαναφέρθηκε, οι ποσοτικές διαταραχές (ή διαταραχές ποσοτικού τύπου) του επιπέδου της συνείδησης κλινικά εκδηλώνονται ως υπνηλία, λήθαργος και κώμα.

Έτσι, ένας ασθενής βρίσκεται σε υπνηλία (ή είναι νησταλέος) όταν, κείμενος στο φορείο ή στο κρεβάτι του, έχει κλειστά τα μάτια του. Χαρακτηριστικά, όμως, τα ανοίγει αμέσως όταν προσφωνηθεί ή του απευθυνθεί ο λόγος. Ακολούθως, απαντά προσανατολισμένα και χωρίς βραδύτητα, ενώ εκτελεί σωστά τις εντολές, που του παραγγέλλονται. Δηλαδή, στην κατάσταση της υπνηλίας αποκαθίσταται και υπάρχει πλήρης και προσανατολισμένη επικοινωνία με τον ασθενή. Τέλος, όταν εκλείψει το ερέθισμα του λόγου, ο ασθενής, λίγο αργότερα ή σε (πολύ) σύντομο χρόνο, αυθόρμητα ξανακλείνει τα μάτια του, παραμένει ήσυχος στο κρεβάτι του και χρειάζεται νέο λεκτικό ερέθισμα, ώστε να τα ανοίξει και να επικοινωνήσει.  


3.2. Ο λήθαργος

Στον λήθαργο ή στη ληθαργώδη κατάσταση, ο ασθενής έχει κλειστούς τους οφθαλμούς του και για να αφυπνιστεί και να τους ανοίξει απαιτείται πολύ έντονο ερέθισμα λόγου ή/και σε συνδυασμό και με σωματική ενόχληση, όπως π.χ. ερέθισμα αφής ή πόνου. Στον λήθαργο, η όποια επικοινωνία με τον ασθενή είναι ιδιαιτέρως σύντομη, διότι ο ίδιος αμέσως ξανακλείνει τα μάτια του, αποτραβιέται και αποποιείται την επικοινωνία, ιδιαιτέρως όταν απομακρυνθεί το απτικό ερέθισμα. Χαρακτηριστικά, χρειάζεται κάθε φορά καινούριο και εντονότερο ερέθισμα ώστε ο ασθενής να αφυπνιστεί και να έρθει σε επικοινωνία. Σε αυτή την κλινική κατάσταση, ο ασθενής απαντά, κατά κανόνα, με βραδύτητα, συνήθως συγχυτικά και συγκεχυμένα (όχι πάντα σωστά και προσανατολισμένα), ενώ δεν εκτελεί πάντα σωστά τις εντολές που του παραγγέλλονται. Συμπληρωματικά, σε αυτή την κλινική εικόνα μπορεί και να μην εκτελεί καμία εντολή και να αντιδρά σε ερεθίσματα πόνου με κινήσεις εντοπισμού ή απόσυρσης. Τέλος, όταν σταματήσει το οποιοδήποτε ερέθισμα, λόγου ή/και αφής-πόνου, ο ασθενής αμέσως ξανακλείνει τα μάτια του και επανέρχεται στην προτεραία του κατάσταση.


3.3 Το κώμα

Όταν ένας ασθενής έχει τα μάτια του κλειστά και δεν αντιδρά, δηλαδή δεν τα ανοίγει σε ερεθίσματα πόνου (εννοείται ούτε αυτόματα ούτε και σε ερεθίσματα λόγου και αφής), τότε αυτός βρίσκεται, εξ` ορισμού, σε κώμα ή σε κωματώδη κατάσταση. Στην κλινική εικόνα του κώματος, ο ασθενής είναι δυνατόν να εκφωνεί συγκεχυμένες ή ακατανόητες φράσεις, όπως επίσης και να εκτελεί, επί ερεθισμάτων πόνου, κινήσεις εντοπισμού ή απόσυρσης ή παθολογικές κινήσεις, όπως π.χ. παθολογική κάμψη ή έκταση των άκρων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δε βρίσκεται σε κώμα. Εξ` ορισμού, όταν ο ασθενής σε ερέθισμα άλγους δεν ανταποκρίνεται με άνοιγμα των οφθαλμών (και δεν υπάρχει άλλη αιτία τοπικού τραύματος), τότε βρίσκεται σε κώμα. Η κλινική εικόνα και η κατάσταση του κώματος σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εννοηθεί ως βαθύς (ή βαθύτατος) ύπνος, αλλά ως συγκεκριμένη κλινική συμπτωματολογία, που είναι απότοκος μιας λειτουργικής διαταραχής ή μορφολογικής παθολογοανατομικής βλάβης σε δεδομένες ανατομικές δομές του ΚΝΣ.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του κώματος είναι ότι ο ασθενής έχει τους οφθαλμούς του πάντα κλειστούς και δεν αποκτά καμία επικοινωνία ή δεν ανακτάται κανένας βαθμός επικοινωνίας και εγρήγορσης. Η κλινική εικόνα του κώματος έχει ή περιλαμβάνει τέσσερα στάδια (I-IV) βαρύτητας. Τα στάδια I και II χαρακτηρίζονται ως ελαφρύ κώμα και τα στάδια III και IV ως βαριά κωματώδης κατάσταση (ή βαρύ κώμα). Επίσης, η αξιολόγηση αυτή εξαρτάται και περιγράφεται από τέσσερις κλινικές παραμέτρους του ασθενούς και πιο συγκεκριμένα: α) από την καλύτερη κινητική ανταπόκριση σε εντολή ή σε ερέθισμα πόνου, β) από το μυϊκό τόνο, γ) από την ακεραιότητα ή τη λειτουργία των αντανακλαστικών του εγκεφαλικού στελέχους, συμπεριλαμβανομένης της οφθαλμοκινητικότητας, του μεγέθους και του σχήματος των κορών των οφθαλμών και του φωτοκινητικού αντανακλαστικού και δ) από τη λειτουργία και τον τύπο της αυτόματης αναπνοής.


3.4 Νοσολογία των διαταραχών του επιπέδου της συνείδησης

Ως προς τη νοσολογία των διαταραχών του επιπέδου της συνείδησης, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι μία διαταραχή του επιπέδου της συνείδησης μπορεί να οφείλεται σε δύο βασικές αιτίες. Κατ` αυτόν τον τρόπο, είναι δυνατόν να είναι απότοκος: 1) από δομικές και παθολογοανατομικές βλάβες στον εγκέφαλο (ARAS, φλοιός) και 2) δευτερογενώς, από συστημικού τύπου αιτίες που επιδρούν στον εγκέφαλο και τέτοιες είναι, κυρίως, μεταβολικές διαταραχές, τοξικοί παράγοντες και καταστάσεις υποξαιμίας (που συνεπάγονται καταστάσεις εγκεφαλικής ιστικής υποξίας).  

Στην περίπτωση των παθολογοανατομικών βλαβών, η κλινική εικόνα, συνήθως, συνοδεύεται και από εστιακή νευρολογική σημειολογία, η οποία, τοπογραφικά, μας κατευθύνει προς την περιοχή του εγκεφάλου, που εντοπίζεται η παθολογοανατομική βλάβη. Επίσης, σε αυτή την περίπτωση, συχνά, η διαταραχή του επιπέδου της συνείδησης δεν οφείλεται άμεσα στην παθολογοανατομική βλάβη, αλλά σε μία επιπλοκή ή στη δευτερογενή επίδραση της αρχικής δομικής βλάβης. Στο σημείο αυτό, ως παράδειγμα, να αναφέρουμε τη χωροκατακτητική δράση και επίδραση του εγκεφαλικού (περιεστιακού) οιδήματος.

Οι διαταραχές του επιπέδου της συνείδησης που οφείλονται σε μεταβολικούς και τοξικούς παράγοντες, καθώς και στην υποξαιμία δεν συνοδεύονται, κατά κανόνα, από εστιακή νευρολογική σημειολογία.

Επίσης, οι αμφοτερόπλευρες φλοιϊκές διαταραχές μπορεί να προέρχονται και από φλεγμονώδεις αιτίες, όπως π.χ. από μία μηνιγγίτιδα ή εγκεφαλίτιδα. Στην περίπτωση της μηνιγγίτιδας διαπιστώνεται και μηνιγγισμός, ως επιπλέον νευρολογική σημειολογία.

Ολοκληρώνοντας, μπορούμε να διακρίνουμε ότι οι διαταραχές του επιπέδου της συνείδησης, και κυρίως το κώμα, κλινικά, μπορεί να εκδηλώνονται:

  • Χωρίς συνοδό εστιακή νευρολογική σημειολογία και χωρίς μηνιγγισμό,

  • χωρίς συνοδό εστιακή νευρολογική σημειολογία, αλλά με σημεία μηνιγγισμού,

  • με εστιακή νευρολογική σημειολογία και τέλος

να αναφέρουμε και την ειδική περίπτωση παροδικών (και επαναλαμβανόμενων) διαταραχών του επιπέδου συνείδησης, σε συνδυασμό και με κινητικού τύπου εκδηλώσεις ή διαταραχές,  όπως π.χ. συμβαίνει σε μία γενικευμένη επιληπτική κρίση. Δηλαδή, μία επιληπτική κρίση μπορεί να είναι απότοκος ενός λιποθυμικού επεισοδίου σε έδαφος βαριάς υπότασης, η οποία συνεπάγεται μία (πολύ) χαμηλή πίεση άρδευσης του εγκεφαλικού παρεγχύματος με συνοδό μη σωστή και ικανή εγκεφαλική αιματική ροή. Τέλος, αντιστρόφως και επιπροσθέτως, ένας ασθενής εμφανίζεται σε κώμα στο στάδιο της μετακριτικής κατάστασης μετά από μία γενικευμένη επιληπτική κρίση. 

www.YouGoCulture.com

Online διαδραστική πλατφόρμα προβολής του πολιτισμού των Ελλήνων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μπες στο www.act4Greece.gr Επίλεξε τη ∆ράση YOU GO CULTURE

Κάνε τη δωρεά σου με ένα κλικ στο

ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΩ

ή με απ’ ευθείας κατάθεση ή μέσω internet, phone και mobile banking.

Πρόγραμμα Crowdfunding