Σχετικά με τον όρο «Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο» ή «Εξαιρετικά Παρθένο Ελαιόλαδο» υπάρχει μια σύγχυση. Όταν πρέπει να διαπιστώσει κανείς ποια είναι η σωστή ορολογία καλό είναι να ανατρέχει ιστορικά στον χρόνο και τον τρόπο που ορίστηκε αυτή η ορολογία.
Έτσι και σε αυτή την περίπτωση ανέτρεξα στην εποχή εκείνη που ορίστηκε η ορολογία αυτή για το Παρθένο Ελαιόλαδο, έχοντας την χαρά και την τύχη να συνομιλήσω και να αντλήσω τις σχετικές πληροφορίες από τον δάσκαλό μου, Υφηγητή -τότε- του Εργαστήριο Χημείας Τροφίμων Βασίλειο Μ.Καπούλα. Ο Βασίλειο Μ.Καπούλας, άνω των 90 ετών και με πνευματική διαύγεια, που ίσως είναι ο μόνος επιζών της εποχής εκείνης, είχε εμπλακεί στο θέμα αυτό και αποτελεί την ζωντανή ιστορία του «Κώδικα Τροφίμων και Ποτών» και γενικά της «Χημείας Τροφίμων στην Ελλάδα».
Το Εργαστήριο Χημείας Τροφίμων (Ε.Χ.Τ.) του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) υπήρξε το πρώτο Εργαστήριο Χημείας Τροφίμων που ιδρύθηκε σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο από τον Καθηγητή Χημείας Τροφίμων και Διευθυντή του Ε.Χ.Τ. αείμνηστο Σπυρίδωνας Δ. Γαλανός, ο οποίος συνέγραψε και ένα μνημειώδες πεντάτομο σύγγραμμα για την Χημεία Τροφίμων. Αυτόν διαδέχθηκε στην θέση του Καθηγητή Χημείας Τροφίμων και Διευθυντή του Ε.Χ.Τ. ο Δημήτριος Σ. Γαλανός, ο οποίος επεξέτεινε και διεύρυνε (όπως είναι σήμερα) τα τότε όρια της Χημείας Τροφίμων που ήταν μόνο η ανάλυση των τροφίμων και η εύρεση της νοθείας, προσθέτοντας και την μελέτη των διεργασιών που υφίστανται τα τρόφιμα μέσα στον οργανισμό μας και τις ευμενείς/δυσμενείς επιδράσεις στον οργανισμό μας. Σε αυτό πρωτοστάτησαν οι Υφηγητές του Ε.Χ.Τ. (και μετέπειτα Καθηγητές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων) Βασίλειος Μ. Καπούλας και Εμμανουήλ Βουδούρης. Έτσι μπήκαν και οι βάσεις από το Ε.Χ.Τ. στην ανάπτυξη της Διατροφής και της Βιοχημείας στο Τμήμα Χημείας του ΕΚΠΑ. Οι μελέτες για τις θρεπτικές ύλες στο Ε.Χ.Τ. από την ίδρυσή του, εστίασαν στην τάξη των λιπαρών υλών και συγκεκριμένα του ελαιολάδου. Στο Ε.Χ.Τ. μελετήθηκαν, εφαρμόστηκαν και διδάχθηκαν οι νέες τότε χημικές τεχνικές της χρωματογραφίας και φασματογραφίας. Ο Βασίλειος Μ. Καπούλας, μεταξύ άλλων, ανάπτυξε νέες -για την εποχή τότε- μεθοδολογίες στην χρωματογραφία για τον διαχωρισμό των λιπαρών οξέων με εφαρμογές στην μελέτη του ελαιολάδου και την εύρεση της νοθείας. Ο Εμμανουήλ Βουδούρης, μεταξύ άλλων, ανέδειξε τους δείκτες υπεριώδους (UV) απορρόφησης Κ στο ελαιόλαδο, οι οποίοι χρησιμοποιούνται και σήμερα για την αξιολόγηση της ποιότητας και της οξειδωτικής κατάστασης του ελαιολάδου, καθώς και για την ανίχνευση πιθανών ενδείξεων εξευγενισμού ή νοθείας. Επίσης, το Ε.Χ.Τ. συνεργάστηκε με την ομάδα του διάσημου Αμερικάνου καθηγητή Ancel Keys στην περίφημη «Μελέτη των 7 Χωρών», η οποία απέδειξε για πρώτη φορά παγκοσμίως την ευεργετική επίδραση του ελαιολάδου (και της Μεσογειακής δίαιτας) στα καρδιαγγειακά νοσήματα. Τον Δημήτριο Σ. Γαλανό είχα την τύχη να διαδεχθώ εγώ, ως Καθηγητής Βιοχημείας & Χημείας Τροφίμων και Διευθυντής του Ε.Χ.Τ. Συνέχισα τις μελέτες των λιπαρών υλών και του ελαιολάδου, αναπτύσσοντας και διδάσκοντας τις πιο σύγχρονες για την εποχή εκείνη τεχνικές της χρωματογραφίας, της αέριας χρωματογραφίας (GC), της χρωματογραφίας υψηλής πίεσης (HPLC) και της φασματομετρίας μάζας (MS). Και εφαρμόζοντας αυτές τις τεχνικές, ανακάλυψα νέα σημαντικά λιποειδικά μόρια στον οργανισμό μας, στο ελαιόλαδο, αλλά και σε άλλα Μεσογειακά τρόφιμα, τα οποία μελέτησα στην συνέχεια για τον ρόλο τους στα καρδιαγγειακά νοσήματα και σε άλλες ασθένειες.
Όταν γράφτηκε ο «Κώδικα Τροφίμων και Ποτών», το ΕΧΤ είχε καθοριστικό ρόλο υπό τον συντονισμό του Καθηγητή Δημήτριου Σ. Γαλανού και την ουσιαστική συμμετοχή των Βασίλειου Μ. Καπούλα και Εμμανουήλ Βουδούρη, με συνεργασία του Εργαστηρίου της Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ και του Γενικού Χημείου του Κράτους (Γ.Χ.Κ), το οποίο είχε την αρμοδιότητα στο θέμα. Εγώ τότε ξεκινούσα το διδακτορικό μου στο Ε.Χ.Τ. και θυμάμαι τις διεργασίες αυτές, στις οποίες και βοήθησα σε κάποια διαδικαστικά στάδια, αλλά δεν συνειδητοποίησα τότε δεόντως την αξία αυτού του εγχειρήματος.
Σχετικά με τον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών ο Βασίλειος Μ. Καπούλας μου είπε τα ακόλουθα:
«Τα σχετικά με τον Κώδικα Τροφίμων περιέχονται μόνον στην εκδοθείσα το 1972 απόφαση του Γ.Χ.Κ. περί του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, αρχίζοντας με την απόφαση 3000/1970 του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου (Α.Χ.Σ.), που μετά σχετική έγκριση πέντε συναρμοδίων Υπουργών (Οικονομικών, Εμπορίου, Κοινωνικών Υπηρεσιών, Γεωργίας και Βιομηχανίας) δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως υπ\ αρ. 677/Β' 24-8-1971. Μάλιστα, το τελευταίο «Έχοντες υπ΄όψιν….» του εγγράφου της απόφασης 3000/1970 του Α.Χ.Σ. περιέχει ολόκληρη την υπ\ αρ.1495/70 εισήγηση του Καθηγητού Δημήτριου Σ. Γαλανού, που συνοπτικά ανέφερε:
Η ιδέα της έκδοσης του Κώδικα ξεκίνησε με πρωτοβουλία του τότε Γενικού Διευθυντή του Γ.Χ.Κ, Ανδρέα Κώνστα, που σε συνεργασία με τους δύο πιο έμπειρους Διευθυντές του Γ.Χ.Κ. ετοίμασε ένα «Προσχέδιο», το οποίο πήρε την τελική μορφή του μετά από επεξεργασίας από μια επταμελή επιτροπή. Αυτό το «Τελικό Προσχέδιο του Γ.Χ.Κ.» υποβλήθηκε στο Α.Χ.Σ. και με τις συνήθεις διαδικασίες κατέληξε τον Δεκέμβριο 1968 στην έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης των πέντε συναρμόδιων υπουργείων περί συγκρότησης «Επιτροπής προς Διαμόρφωση Κώδικα Τροφίμων, Ποτών και Αντικειμένων Κοινής Χρήσεως» με πρόεδρο (ex oficio) τον Καθηγητή της Χημείας Τροφίμων του Ε.Κ.Π.Α. Δημήτριο Σ. Γαλανό, γραμματέα τον γραμματέα του Γ.Χ.Κ και μέλη ένα ή περισσότερα στελέχη όλων των συναρμόδιων υπουργείων και του Γ.Χ.Κ.. Στις συνεδριάσεις της επιτροπής παρέστησαν και πολλοί άλλοι χημικοί του Γ.Χ.Κ. και άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες, καθώς και οι Υφηγητές του Εργαστηρίου Χημείας Τροφίμων του ΕΚΠΑ, Εμμανουήλ Βουδούρης και Βασίλειος Μ. Καπούλας.
Η Επιτροπή αυτή μετά από σύντομη προκαταρκτική μελέτη τού ως άνω «Τελικού Προσχεδίου του Γ.Χ.Κ..», το έστειλε στις παραγωγικές τάξεις τον Ιούλιο του 1969. Μετά την κατάθεση των προτάσεων των παραγωγικών τάξεων, οι Εμμανουήλ Βουδούρης και Βασίλειος Μ. Καπούλας ετοίμασαν «Νέο Προσχέδιο της Επιτροπής Διαμόρφωσης» αναμορφωμένο με τις προτάσεις των παραγωγικών τάξεων που έγιναν δεκτές από την Επιτροπή. Αυτό εστάλη ξανά στις παραγωγικές τάξεις τον Φεβρουάριο 1970, καλώντας τους να διατυπώσουν συμπληρωματικές παρατηρήσεις και ενδεχομένως να τις αναπτύξουν προφορικά στην τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής και έτσι προέκυψε το «Τελικό Σχέδιο της Επιτροπής».
Ακολούθησε αναδιάρθρωση του κειμένου που ήταν όντως ριζική, διότι το εν λόγω «Τελικό Σχέδιο της Επιτροπής» ήταν ένα ανομοιογενές σύνολο μερικών εκατοντάδων εγκυκλίων και αποφάσεων του Α.Χ.Σ. και του Γ.Χ.Κ., αποτελούμενο από ομάδες αποφάσεων με παραπλήσιο ή ίδιο αντικείμενο, οι οποίες -με πρόχειρο τρόπο- συγκεντρώθηκαν, συγχωνεύθηκαν, αναδιατυπώθηκαν και αναδιοργανώθηκαν, ώστε να μετατραπούν σαν μια μορφή άρθρων του Κώδικα, τα οποία κατανεμήθηκαν στα 11 Κεφάλαια που περιέχονται στη σελ. 7 της απόφασης 3000/1970 του Α.Χ.Σ.
Η αναδιάρθρωση αυτή, υπό την καθοδήγηση του Δημητρίου Σ. Γαλανού, έγινε από τον Βασίλειο Μ. Καπούλα, σε συνεργασία με την χημικό του Γ.Χ.Κ. Μαρία Μποτσιβάλη-Λέτσιου και έλαβε την «Τελική του Μορφή», σαν «Κώδικας Τροφίμων, Ποτών και Αντικειμένων Κοινής Χρήσεως». Για να πάρει την τελική του αυτή μορφή, κρίθηκε τότε απαραίτητο να ελέγξει ο Βασίλειος Μ. Καπούλας τα ισχύοντα στις χώρες της τότε ΕΟΚ και των ΗΠΑ, για να κάνει τις απαραίτητες διορθώσεις ώστε να μην υπάρξουν προβλήματα στις εξαγωγές των ελληνικών προϊόντων. Οι σοβαρότερες μάλιστα αλλαγές έγιναν στο γάλα και στα τυριά».
Η συνημμένη φωτοτυπία είναι απόσπασμα σχετικού εγγράφου, στο οποίο φαίνεται ότι ουσιαστικά ο «Κώδικας Τροφίμων, Ποτών και Αντικειμένων Κοινής Χρήσεως» ήταν δημιούργημα του Υφηγητή Βασίλειου Μ. Καπούλα.

Για την ιστορία του θέματος, αξίζει να αναφέρω ότι η Ελλάδα, όταν εντάχθηκε στην ΕΟΚ το 1981, δεν ξεκινούσε από μηδενική βάση στον τομέα της νομοθεσίας τροφίμων. Διέθετε ήδη από το 1971 έναν ολοκληρωμένο και λεπτομερή Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, ο οποίος κάλυπτε μεγάλο μέρος των θεμάτων που ρυθμίζονταν από τη νομοθεσία τροφίμων. Ως εκ τούτου, η εναρμόνιση με το κοινοτικό δίκαιο πραγματοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό με τροποποίηση και προσαρμογή ενός ήδη υφιστάμενου συστηματοποιημένου εθνικού πλαισίου και όχι με δημιουργία ενός νέου κώδικα από την αρχή.
Με την ίδρυση του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) με τον Ν. 2741/1999 (ΦΕΚ Α΄ 199/28.9.1999), και την έναρξη λειτουργίας του με την υπ’ αριθ. 8323/11.1.2000 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β΄ 8/13.1.2000), μεταβιβάστηκαν στον ΕΦΕΤ σημαντικές αρμοδιότητες σχετικά με τον έλεγχο και τον καθορισμό των προδιαγραφών ποιότητας των τροφίμων. Ωστόσο, η κανονιστική αρμοδιότητα για την έκδοση αποφάσεων που τροποποιούν τον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών παρέμεινε στο Α.Χ.Σ., με το Γ.Χ.Κ. να εξακολουθεί να έχει ουσιώδη ρόλο στην προετοιμασία και εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας.
Σχετικά με το «Εξαιρετικό» ή «Εξαιρετικά» Παρθένο Ελαιόλαδο, ο Βασίλειος Μ. Καπούλας μου ανέφερε τα ακόλουθα:
«Καταρχήν θέλω να αναφέρω τις ονομασίες και τους ξενόγλωσσους όρους Εξαιρετικό (Extra) ή Εκλεκτό (Fine) ή Κοινό (Courante) που περιλαμβάνονται στην απόφαση του Α.Χ.Σ. για τα συσκευασμένα προς εξαγωγή παρθένα ελαιόλαδα. Αυτό το θέμα είναι σοβαρό διότι εκτός από ετυμολογική ανακρίβεια θεωρητικού ενδιαφέροντος, αποτελεί κολάσιμη παραπλάνηση του καταναλωτικού κοινού και να καταλήξει σε πλήρη ανομία στην ονοματολογία και επισήμανση των προϊόντων ελαιολάδου.
Γι' αυτό πιστεύω ότι είναι χρήσιμο να αρχίσω με μια λεπτομερή διευκρίνιση/ ανάλυση της σχετικής ορολογίας, τονίζοντας ότι ο όρος «Παρθένο Ελαιόλαδο» είναι τεχνικός όρος, που ισχύει τόσο για βρώσιμα, όσο και για μη βρώσιμα ελαιόλαδα. Στα βρώσιμα ελαιόλαδα στο «Παρθένο Ελαιόλαδο Εξαιρετικό (ΕΧΤΡΑ)», το «extra» δεν είναι μετάφραση του «εξαιρετικό» όπως συμβαίνει στην μετάφραση στις άλλες δύο περιπτώσεις, «Παρθένο Ελαιόλαδο Εκλεκτό (Fine)» και «Παρθένο Ελαιόλαδο Κοινό (Courante)». Για το εξαιρετικό υπάρχουν ακόμα τα Exceptional και Excellent. Το «Έξτρα» είναι μια σχεδόν διεθνής με πολλές έννοιες και συνήθως διαφορετική έννοια αν είναι στην αρχή ή στο τέλος. Δηλαδή, εξ ορισμού σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγρ. 2 του Κώδικα Τροφίμων το «Παρθένο Ελαιόλαδο» είναι το «προϊόν που λαμβάνεται με μηχανικά και άλλα φυσικά μέσα, από τις ελιές, χωρίς άλλη επεξεργασία εκτός από πλύσιμο με νερό, διήθηση, καθίζηση, φυγοκέντρηση, ακόμα και αν έχει οξύτητα μέχρι 3,3% και φυσικά με την προϋπόθεση ότι πληροί τους προβλεπόμενους οργανοληπτικούς ή άλλους όρους, όπως να έχει χρώμα κίτρινο έως πρασινοκίτρινο, να είναι διαυγές σε θερμοκρασία 200 C και άνω και να μην έχει δυσάρεστη γεύση. Και συνεχίζει να λέγεται έτσι μέχρι να υποβληθεί σε οποιαδήποτε βιομηχανική επεξεργασία»
Ο ορισμός του «Παρθένου Ελαιόλαδου» περιγράφει κάθε λεπτομέρεια της παραγωγής των μηχανικών και άλλων φυσικών μέσων που επιτρέπονται για την βιομηχανική του παραγωγή και προφανώς πρέπει να τροποποιείται και να συμπληρώνεται συνεχώς καθώς η βιομηχανία εισάγει συνεχώς νέες τεχνικές, πράγμα που δεν έχει γίνει εδώ και χρόνια. Ακόμη και με την παραδοχή ότι ο ορισμός αυτός αναφέρεται σε όλα τα βρώσιμα (εδώδιμα) είδη ελαιολάδου, η φράση «αποκλειστκά μηχανικά και οπωσδήποτε φυσικά...» συνεπάγεται ότι τα ραφιναριμένα ελαιόλαδα δεν είναι «ελαιόλαδα».
Στον Κώδικα Τροφίμων υιοθετήθηκαν οι 3 ποιοτικές κατηγορίες για το ελαιόλαδο του εξωτερικού:
«Παρθένο Ελαιόλαδο Εξαιρετικό (Extra)» με οξύτητα μέχρι 1,0%
«Παρθένο Ελαιόλαδο Εκλεκτό (Fine)» με οξύτητα 1,0% - 1,5%
«Παρθένο Ελαιόλαδο Κοινό (Courante)» με οξύτητα 1,6% 3,3%
Και κατά συνέπεια, αν η οξύτητα βρεθεί μέχρι 3,3%, το προϊόν διατηρεί το όνομα «Παρθένο Ελαιόλαδο» ακολουθούμενο από το επίθετο «Εξαιρετικό (Extra)» ή «Εκλεκτό (Fine)» ή «Κοινό (Courante)» με οξύτητα μέχρι 1,0% ή 1,0% - 1,5% ή 1,5% - 3,3% αντίστοιχα.
Υπάρχει όμως και το «Μειονεκτικό Παρθένο Ελαιόλαδο» (Lampante) με οξύτητα μεν μέχρι 3,3%, αλλά με γεύση μειονεκτική, η οποία μπορεί να διορθωθεί με τη χρήση των επιτρεπομένων κατεργασιών.
Αν η οξύτητα είναι 3,3%-5% τότε τα ελαιόλαδα υπάγονται στα «βιομηχανοποιήσιμα ελαιόλαδα» από τα οποία παράγονται «εξευγενισμένα (ραφινέ) ελαιόλαδα» και είδη σαπωνοποιϊας.
Με την δημοσίευση του Κώδικα Τροφίμων δημοσιοποιήθηκαν οι ονομασίες των προϊόντων Παρθένου Ελαιολάδου προς εξαγωγή, των οποίων φυσικά η κυκλοφορία και στην ημεδαπή ήταν ελεύθερη. Ακολούθησε η έκδοση διαφόρων ρυθμιστικών αποφάσεων Α.Χ.Σ. και τελικά, με τον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών του 1987 η ορολογία αυτή καθιερώνεται για τα ελληνικά προϊόντα χωρίς αναφορά σε εξαγωγές.
Με αυτά τα δεδομένα εξηγείται τί εννοούσα για ασάφειες ή ανακρίβειες της υπάρχουσας ονοματολογίας και νομοθεσίας.
Επομένως, έβαλαν ένα όρο «Παρθένο Ελαιόλαδο», αλλά για να διαφοροποιήσουν τα «Παρθένα Ελαιόλαδα» ανάλογα με την οξύτητά τους, σε απλά και εξαιρετικής ποιότητας, έβαλαν και τον όρο «Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο». Δηλαδή, ο όρος προτάθηκε για ένα «Παρθένο Ελαιόλαδο» που συγχρόνως είναι «Εξαιρετικό» ποιοτικά. Και όχι ένα «Ελαιόλαδο» που είναι «Εξαιρετικά παρθένο». Δηλαδή το «Εξαιρετικό» δεν πάει στο «Παρθένο» αλλά στον όρο «Παρθένο Ελαιόλαδο». Γιατί αν πήγαινε στο «Παρθένο» θα έπρεπε γραμματικά να είναι «Εξαιρετικά».
Σε αυτά πρέπει να προσθέσω ότι η παλαιά ταξινόμηση που υπήρχε στα ελαιόλαδα βάσει του Ελληνικού Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, δεν ήταν απλώς ελληνική ορολογία, αλλά ήταν και η τότε κοινοτική ταξινόμηση βάσει του Κανονισμού 136/66/ΕΟΚ.
Στην συνέχεια η κρίσιμη νομοθετική αλλαγή στην κατάταξη των ελαιολάδων δεν έγινε με ελληνική απόφαση του Α.Χ.Σ, αλλά προήλθε από την κοινοτική νομοθεσία, σε επίπεδο ΕΟΚ/ΕΕ με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1513/2001 του Συμβουλίου (Κομισιόν), της 23ης Ιουλίου 2001. Ο Κανονισμός αυτός που άλλαξε ριζικά την ταξινόμηση των παρθένων ελαιολάδων, δεν εφαρμόστηκε αμέσως ως προς τις νέες ονομασίες, αλλά προέβλεψε μεταβατική περίοδο δύο ετών και η νέα ταξινόμηση έγινε υποχρεωτική από 1 Νοεμβρίου 2003.
Η σημερινή διαφορετική ισχύουσα ευρωπαϊκή ταξινόμηση είναι η εξής:
«Εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο (extra virgin olive oil)» με οξύτητα έως 0,8%
«Παρθένο ελαιόλαδο (virgin olive oil)» με οξύτητα έως 2,0%
«Ελαιόλαδο λαμπάντε (lampante olive oil)» όταν υπερβαίνει τα προβλεπόμενα όρια ή παρουσιάζει τα αντίστοιχα οργανοληπτικά ελαττώματα.
Σήμερα, οι διαφορές ανάμεσα στο «Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο», το «Παρθένο Ελαιόλαδο» και το «Ελαιόλαδο» είναι οι ακόλουθες:
-Εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο: Είναι το ελαιόλαδο ανώτερης κατηγορίας που παράγεται απευθείας από ελιές και μόνο με μηχανικές μεθόδους και η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα (εκφραζόμενη σε ελαϊκό οξύ), δεν υπερβαίνει τα 0,8 g ανά 100 g και του οποίου τα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, είναι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα για την κατηγορία αυτή.
-Παρθένο ελαιόλαδο: Είναι το ελαιόλαδο που παράγεται απευθείας από ελιές και μόνο με μηχανικές μεθόδους και του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα (εκφραζόμενη σε ελαϊκό οξύ), δεν υπερβαίνει τα 2 g ανά 100 g και του οποίου τα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, είναι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα για την κατηγορία αυτή
-Ελαιόλαδο: Είναι το έλαιο που περιέχει αποκλειστικά ελαιόλαδα που έχουν υποστεί επεξεργασία εξευγενισμού και έλαια που έχουν παραχθεί απευθείας από ελιές. Δηλαδή είναι το έλαιο που αποτελείται από ανάμειξη εξευγενισμένου ελαιόλαδου και παρθένων ελαιόλαδων.
Επομένως, δεν μπορούμε να εξισώσουμε π.χ. τον όρο της παλαιάς ορολογίας «Παρθένο ελαιόλαδο εξαιρετικό (EXTRA)» με οξύτητα μέχρι 1,0%, με τον σημερινό όρο «Εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο (extra virgin olive oil)» με οξύτητα έως 0,8%.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο είναι η διάκριση μεταξύ της εμπορικής χρήσης του όρου «κλασικό» και της νόμιμης ονομασίας της κατηγορίας αυτής.
Ο όρος «κλασικό ελαιόλαδο» δεν αποτελεί σήμερα αυτοτελή νόμιμη κατηγορία ελαιολάδου της νομοθεσίας της ΕΕ. Η αντίστοιχη νόμιμη κατηγορία είναι «Ελαιόλαδο αποτελούμενο από εξευγενισμένα ελαιόλαδα και παρθένα ελαιόλαδα», δηλαδή μείγμα εξευγενισμένου ελαιολάδου με παρθένο ή/και εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, με ανώτατη οξύτητα 1,0%.
Η χρήση του στην Ελλάδα έχει ιστορικά καθιερωθεί ως εμπορική ονομασία για το ελαιόλαδο που αποτελείται από εξευγενισμένο ελαιόλαδο και παρθένα ελαιόλαδα. Η χρήση του μπορεί να συνυπάρχει με την υποχρεωτική νόμιμη ονομασία, μόνο ως εμπορική/περιγραφική ένδειξη, εφόσον δεν παρουσιάζεται ως η νόμιμη κατηγορία του προϊόντος και δεν παραπλανά τον καταναλωτή. Δηλαδή, η εμπορική ονομασία «Κλασικό» θα πρέπει πάντα να υπάρχει μαζί με την νόμιμη ονομασία της κατηγορίας αυτή.