ΕΚΛΟΓΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ

Τους τελευταίους μήνες το ερώτημα «πότε θα γίνουν εκλογές» απασχολεί έντονα την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.  

Από τη μία πλευρά ακούμε ότι οι εκλογές θα αποτελέσουν μία δυσάρεστη εξέλιξη που θα ανακόψει την πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία εμφανίζει σημάδια σταθεροποίησης, καθώς η επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος συνδυάζεται με την ανάσχεση της αυξητικής τάσης της ανεργίας και την επίτευξη οριακά θετικού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης μετά από «24 τρίμηνα» μείωσης, όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ. 

Από την άλλη πλευρά, ακούμε ότι οι εκλογές πρέπει να γίνουν το συντομότερο, προκειμένου «να σταματήσει η καταστροφική πολιτική των μνημονίων».  

Βλάπτεται η ελληνική οικονομία από αυτή την κατάσταση; Προφανώς ναι. Γιατί όταν πιθανολογούνται εκλογές, το πολιτικό μας σύστημα αναδεικνύει τα χειρότερα χαρακτηριστικά του, τόσο σε επίπεδο κυβερνητικής αναποτελεσματικότητας, όσο και σε επίπεδο φραστικών υπερβολών και ανεφάρμοστων υποσχέσεων για την επόμενη μέρα. 

Καταρχήν, σε λεκτικό επίπεδο, παρατηρείται αυξημένη πολιτική ένταση. Το επίπεδο της έντασης αποκλείει την επίτευξη έστω και της ελάχιστης διακομματικής και κοινωνικής συναίνεσης, ακόμα και για την πλέον αυτονόητη, πολιτικά ουδέτερη αλλαγή. Τη μείωση για παράδειγμα της γραφειοκρατίας ή την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων.  

Επιπλέον, όπως ακριβώς και στις προεκλογικές περιόδους του 2009 και του 2012, καλλιεργούνται στην κοινωνία προσδοκίες, στις οποίες κανένα κόμμα δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στους επόμενους μήνες, αν γίνουν εκλογές ακόμα και το Μάρτιο του 2015. Και ο χρόνος που μεσολαβεί, μέχρι οι πολιτικοί να προσαρμόσουν την ασκούμενη πολιτική στις πραγματικές συνθήκες, μπορεί να στοιχίσει πολύ ακριβά σε μία οικονομία που βρίσκεται σε δυσχερή θέση. 

Την ώρα που η οικονομία και η κοινωνία έχουν βίαια προσγειωθεί (αναγκαστικά) στις νέες οικονομικές συνθήκες, οι πολιτικοί δείχνουν να έχουν παραμείνει στους ρυθμούς και τις πρακτικές της προηγούμενης δεκαετίας.  

Η μεν κυβέρνηση, προχωρώντας με βασανιστικά αργούς ρυθμούς τις μεταρρυθμίσεις που η ίδια εξαγγέλλει ότι είναι αναγκαίες για τη χώρα. Μετά από δύο χρόνια και έχοντας πλέον δώσει απτά δείγματα γραφής, οι δηλώσεις για την επιτάχυνση του ρυθμού και της εντονότερης εμφάνισης των θετικών αποτελεσμάτων της ασκούμενης πολιτικής στην πραγματική οικονομία, αντιμετωπίζονται τουλάχιστον με επιφυλακτικότητα, ακόμα και από τα πιο ευήκοα ώτα. Ο δε αργός ρυθμός, με την προοπτική εκλογών επιβραδύνεται περαιτέρω. Ταυτόχρονα, η εκτίναξη των ανείσπρακτων οφειλών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, αποτελεί μία σημαντική απειλή για την κοινωνική συνοχή και για την εύρυθμη εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2015. Οι εξαγγελθείσες φορολογικές ελαφρύνσεις, θα έχουν μικρή θετική επίπτωση. Για αυτόν ακριβώς το λόγο και τονίζεται από την πλευρά της κυβέρνησης ότι θα υπάρχει συνέχεια τα επόμενα χρόνια. Εφόσον υπάρχει ανοιχτό το ενδεχόμενο των εκλογών, η πιθανότητα λήψης μέτρων εντυπωσιασμού, προκειμένου τεχνικά να διαφανεί ταχύτερα η έξοδος από την κρίση, αυξάνεται. Επιπλέον, δυσχεραίνεται σημαντικά το έργο των διαπραγματεύσεων για την κάλυψη του δημοσιονομικού κενού και τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Παρότι υπάρχουν απόψεις που εκτιμούν ότι η εκλογική πίεση ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ της κυβέρνησης, η εκτίμησή μου είναι ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Η εκλογική πίεση μετατοπίζει το ενδιαφέρον προς την ανάγκη επίτευξης βραχυπρόθεσμων «επιτυχιών», υπονομεύοντας ή μεταθέτοντας χρονικά τη μακροπρόθεσμη προοπτική.   

Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση δεν δείχνει να έχει συνειδητοποιήσει τη νέα εποχή στην οποία έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία. Ιδίως η αξιωματική αντιπολίτευση, έχει επιλέξει τη στάση της εκ των προτέρων και επί της αρχής απόρριψης κάθε δρομολογούμενης αλλαγής, η οποία μεταφράζεται (και όχι άδικα) σε υπόσχεση επιστροφής στο πρόσφατο προ μνημονίου παρελθόν. Η επιλογή αυτή όμως δεν υπάρχει. Και η καλλιέργεια αυτής της προσδοκίας μόνο σύγχυση προκαλεί στις έντονα θιγόμενες αδύνατες ομάδες του πληθυσμού. Επιπλέον, η επιλογή αυτή δεν επιτρέπει τη διατύπωση ενός σαφούς και ρεαλιστικού οικονομικού προγράμματος, το οποίο θα μείωνε την πολιτική αβεβαιότητα. Το πρόγραμμα αυτό θα μπορούσε εύκολα να διατυπωθεί από τους ικανότατους οικονομολόγους της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Φαίνεται όμως, ότι δεν αποτελεί πολιτική επιλογή, τουλάχιστον ακόμα.   

Αν γίνουν σύντομα εκλογές – πλην εξαιρετικού απροόπτου -  δεν θα αναδείξουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Τα κόμματα όμως επιμένουν να στοχεύουν στη μεγιστοποίηση των εκλογικών τους ωφελειών, παρά στη διαμόρφωση ενός κλίματος που θα επέτρεπε ευρύτερες συναινέσεις.  

Με ανησυχεί σοβαρά το ενδεχόμενο η χώρα να σύρεται στο χορό της εκλογολογίας μέχρι τις παραμονές της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά μετά από αυτή την ημερομηνία, οι εκλογές έτσι κι αλλιώς θα είναι κοντά, ώστε να μην προλάβουμε να απολαύσουμε τα οφέλη της πολιτικής σταθερότητας. Διότι μέχρι το Μάρτιο, κυβέρνηση και αντιπολίτευση θα βρίσκονται σε εκλογική ετοιμότητα με όλα τα αρνητικά επακόλουθα, ενώ αμέσως μετά το Μάρτιο η κυβέρνηση θα διανύει τον τελευταίο χρόνο της θητείας της.  

Την ίδια στιγμή, η άμεση προκήρυξη εκλογών δεν αποτελεί λύση. Διότι στη δύσκολη εξίσωση του σχηματισμού της επόμενης κυβέρνησης, θα προστεθεί η αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται για την εκλογή Προέδρου. Έτσι η «απειλή» νέας σύντομης εκλογικής αναμέτρησης το Μάρτιο δεν θα μπορεί να αποκλειστεί.  

Αναγκαία αλλά και ικανή συνθήκη για την έξοδο από την κρίση αποτελεί η διενέργεια σημαντικών επενδύσεων. Στόχος της ασκούμενης πολιτικής οφείλει να είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την επίτευξη ενός επενδυτικού σοκ. Η αύξηση του πολιτικού κινδύνου και η όξυνση των εντάσεων μόνο αρνητικά λειτουργεί ως προς αυτό.  

Το προς επένδυση κεφάλαιο (ελληνικό και ξένο) μπορεί να περιμένει ή μπορεί ελεύθερα να κινηθεί προς άλλους προορισμούς, ενώ οι αντοχές της ελληνικής κοινωνίας εξαντλούνται. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ανάπτυξη δεν θα έρθει αυτόματα. Υπάρχει η πιθανότητα μακρόχρονης σταθερότητας (έστω με αναιμική ανάπτυξη). Οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης για μεγάλο μέρος του πληθυσμού θα είναι εξαιρετικά δυσμενείς, ιδίως για τους νέους, των οποίων  η προοπτική εισόδου στην αγορά εργασίας με αξιοπρεπείς όρους θα απομακρύνεται διαρκώς. 

Εν ολίγοις, ενώ απαιτείται ακόμα σημαντική πολιτική προσπάθεια για τη δημιουργία αναπτυξιακής προοπτικής, η έμφαση δίδεται στο πεδίο των εντυπώσεων και των υποσχέσεων. Έτσι έχουμε προσθέσει ένα ακόμα βάρος στη δύσκολη οικονομική πραγματικότητα.