Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΡΑΧΜΗΣ

Το 2012, με αφορμή τις δυσκολίες διαχείρισης της κρίσης στην Ευρωζώνη και την πιθανότητα να εκλεγεί μία αντισυστηματική κυβέρνηση στην Ελλάδα, είχε ξανά φουντώσει η συζήτηση στον κόσμο για τη συνοχή της Ευρωζώνης και το τι σημαίνει για μία οικονομία ν’ αλλάξει το νόμισμά της. Έγινε λοιπόν ένας διαγωνισμός στην Ευρώπη (Wolfson Economics Price, 2012) για τις επιπτώσεις μίας πιθανής διάσπασης της Ευρωζώνης. Ο διαγωνισμός αυτός έβγαλε ένα πρώτο βραβείο (την καταπληκτική δουλειά του J. Nordving της Nomura Sec) και από εκεί και πέρα το χάος. Αποκάλυψε μία τεράστια άγνοια. Ερασιτεχνισμός και βαριά λάθη στις αναλύσεις. Όπως έγραψε ο R. Baldwin «Οι Ευρωπαίοι πρέπει να λάβουν πολύ σοβαρά την τόση μεγάλη άγνοιά τους». Η άγνοια κυριαρχεί και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ο συναισθηματικός επηρεασμός αναδεικνύεται ως βασικό υπόβαθρο των αποφάσεων. Πώς φτάσαμε όμως στο σημείο αυτό ειδικότερα στην Ελληνική κοινωνία; Φοβάμαι ότι η πολύ γρήγορη άνοδος των εισοδημάτων στις τρεις προηγούμενες δεκαετίες δεν έδωσε το χρόνο και τη δυνατότητα εμβάθυνσης της απαιτούμενης παιδείας διαχείρισης στον πληθυσμό. Η ουσιαστική πτώχευση του 2010 μεγένθυνε σε υπερθετικό βαθμό την περιπλοκότητα των προβλημάτων που θα έπρεπε να αναλυθούν και να κατανοηθούν. Ο συνδυασμός λοιπόν των έντονων αναμνήσεων της άκοπης ευημερίας, της έλλειψης παιδείας και της περιπλοκότητας των προβλημάτων παράγει παράλογα αποτελέσματα αναφορικά με το πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν τα βαριά σημερινά προβλήματα. Ίσως το πιο σοβαρό από αυτά αφορά το ζήτημα της αλλαγής του νομίσματος της χώρας.

Το ζήτημα αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα που μπορεί να αντιμετώπισει η οικονομική πολιτική σήμερα ιδίως όταν μιλάμε για τα εθνικά κράτη, τα οποία έχουν εκχωρήσει μέρος της κυριαρχίας τους σε υπερεθνικές νομισματικές ενώσεις όπως είναι η Ελλάδα, είναι ανεπτυγμένα, δηλαδή έχουν μία υψηλή τραπεζική και συναλλακτική δραστηριότητα και τέλος είναι χρεωμένα, χρωστούν στο εξωτερικό πολύ περισσότερα από όσα της χρωστούν. Στους δύο τελευταίους αιώνες της παγκόσμιας οικονομικής ιστορίας μόνο συναινετικές διαγραφές χρεών γίνονται. Να θυμίσουμε ότι τα προπολεμικά χρέη της Ελλάδας διακανονίστηκαν το 1996 και οι τελευταίες ομολογίες πληρώθηκαν τη δεκαετία του 2000! Στην περίπτωση της Αργεντινής το 2014 έγινε απόπειρα από το δικαστή Griesa να καταργηθεί και η συναινετική διαγραφή χρεών, αλλά η διεθνής κινητοποίηση απέτρεψε αυτή την απαράδεκτη για τη διεθνή οικονομική τάξη ενέργεια.

Η άγνοια που συνδέεται με την περίπτωση μεταβολής του νομίσματος (όπως αυτή της Ελλάδος) συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το ότι κάτι τέτοιο δε θα συμβεί αυτομάτως. Δηλαδή δε θα είμαστε σε ένα κόσμο του ευρώ και στο επόμενο κλάσμα του δευτερολέπτου θα βρεθούμε στον κόσμο της δραχμής. Υπάρχει α) μία περίοδος αναμονής της μεταβολής του νομίσματος (σύμφωνα με ορισμένους θιασώτες της αλλαγής του νομίσματος, ήδη είμαστε μέσα σ’ αυτή), που μπορεί να καταλήξει σε αλλαγή νομίσματος αλλά μπορεί και να μην καταλήξει, και β) υπάρχει η κατάσταση του νέου νομίσματος, που πρέπει να αποφασίσουμε, εάν είναι προτιμότερη η δραχμή ή το ευρώ.

Α’ Η Περίοδος Αναμονής

Σπανίως οι συζητήσεις γύρω από την αλλαγή του νομίσματος αφορούν την περίοδο αναμονής. Προτιμούν να επικεντρώνονται στη σύγκριση ευρώ – δραχμής. Αυτό οφείλεται σε τέσσερις κυρίως λόγους: α) Οι υποστηρικτές της αλλαγής του νομίσματος έχουν συνήθως νεοκλασικό οικονομικό υπόβαθρο όπου ο χρόνος δεν έχει σημασία. β) Η αναμονή περιλαμβάνει γιγαντιαίες αλλαγές στη ζωή μας που πρέπει να γίνουν όμως τώρα, και πλεύση σε αχαρτογράφητα νερά που, είτε λόγω άγνοιας ή λόγω σκοπιμότητας, τις αποφεύγουν. γ) Είναι εξαιρετικά επώδυνες και συναισθηματικά και οικονομικά καταστάσεις. δ) Μπορεί η αλλαγή του νομίσματος να μη συμβεί ποτέ αλλά οι συνέπειες της αναμονής της αλλαγής να παραμείνουν επί μακρόν. Μπορεί δηλαδή επειδή φοβόμαστε την αλλαγή του νομίσματος να πουλήσουμε το σπίτι μας, να πάρουμε τα ευρώ, να τα βάλουμε ως κρυψώνα στο αυτοκίνητο έξω από το σπίτι μας (διότι δεν εμπιστευόμαστε τις τράπεζες), να διαρρήξουν το αυτοκίνητο, να χάσουμε τα πάντα και να μας μείνει η κατάθλιψη, η οργή και το ευρώ ως νόμισμα στη χώρα (Πρόκειται για πραγματική ιστορία).

Η περίοδος όμως αναμονής περιλαμβάνει και άλλα πάρα πολύ σοβαρά ζητήματα. Θα προηγηθεί πτώχευση (του δημοσίου και των τραπεζών) ή όχι. Υπάρχουν περιπτώσεις, Τσεχοσλοβακία (1993), που έγινε αλλαγή νομίσματος με σχετική επιτυχία χωρίς πτώχευση, αφού η Τσεχία στήριξε σοβαρά τη Σλοβακία. Υπάρχει όμως και η περίπτωση της Αργεντινής του 2002, που κατέληξε σε χάος και πολλούς νεκρούς. Ποια από τα δύο μοντέλα είναι πιθανό να ενεργοποιηθεί στην Ελλάδα; Εάν έχουμε μία συντεταγμένη εσωτερική πολιτική τάξη, που θα ξεκινούσε να συζητά με τους Ευρωπαίους το βελούδινο διαζύγιο με τη βοήθεια της ΕΚΤ και του ESM, τότε θα ήταν και σε θέση να καταλήξει σε ένα καινούριο πρόγραμμα διάσωσης, και δεν υπάρχει ο λόγος να καταλήξουμε σε πτώχευση. Εάν δεν έχουμε συντεταγμένη εσωτερική πολιτική τάξη, τότε φοβάμαι ότι θα διέλθουμε το δρόμο της Αργεντινής έστω και ως ενδιάμεσο στάδιο.

Αυτοί που ισχυρίζονται ότι έχουμε ήδη πτωχεύσει και δε φοβόμαστε να πάμε παρακάτω, δε λένε την αλήθεια πρώτα από όλα στους εαυτούς τους. Καταρχήν δεν έχουν πτωχεύσει όλοι οι Έλληνες. Και αυτοί που δεν έχουν πτωχεύσει (εργαζόμενοι) υποστηρίζουν αυτούς που έχουν πτωχεύσει (άνεργοι). Αυτή είναι η αλήθεια. Τα ίδια φορολογικά βάρη τα πληρώνουν λιγότεροι Έλληνες. Όταν πτωχεύσουν και αυτοί θα είναι μία άλλη πολύ σκοτεινή μέρα. Επίσης οι άνεργοι σήμερα έχουν μία αργή προοπτική και εάν επιταχυνθούν τα πράγματα στην Ευρώπη θα έχουν μία ταχύτερη θετική προοπτική. Μία πτώχευση εισάγει τεράστια αβεβαιότητα. Και μπορεί, όπως λέει και ο Τσέχωφ, η αβεβαιότητα να συνοδεύεται από την ελπίδα του αγνώστου αλλά η τελευταία στην περίπτωση της οικονομίας προϋποθέτει έστω συμμαχίες και πόρους. Και αυτά δεν υπάρχουν στην Ελλάδα του σήμερα ή στην Ελλάδα που θα συγκρουστεί με τους εταίρους της.

Τέλος, η καλλιέργεια της αναμονής της αλλαγής του νομίσματος καλλιεργεί τη διάλυση του τραπεζικού συστήματος. Σήμερα, όχι αύριο. Η φυγή των καταθέσεων οδηγεί στην αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος με χρήματα των καταθετών (bail in) ανεξαρτήτως του τι θα γίνει τελικά με το νόμισμα!

Β’ Η Αλλαγή του Νομίσματος

Μία σοβαρή συζήτηση γύρω από την προτίμηση του νομίσματος θα πρέπει να κινηθεί σε πέντε κυρίως βασικούς χώρους:

α) Υποτίμηση (βελτίωση εξωτερικού εμπορίου), Νομισματική Αξιοπιστία (πληθωρισμός) και Θέματα Ισολογισμών.

β) Πτωχεύσεις (Δημόσιες και Ιδιωτικές).

γ) Τα προβλήματα εισαγωγής νέου νομίσματος.

δ) Τα προβλήματα που συνδέονται με τις διαδικασίες εξόδου από την Ευρωζώνη (νομικά θέματα, συμμετοχή στην ECB, στο Target 2 κ.τ.λ.).

ε) Γεωστρατηγικά ζητήματα ασφάλειας.

Νομίζω ότι ευκολότερα μπορούμε να κατανοήσουμε τα ζητήματα που συνδέονται με τα τελευταία τρία ζητήματα παρόλο που και αυτά απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Εδώ θα ασχοληθούμε με τα δύο πρώτα.

Η κλασική επιχειρηματολογία είναι ότι η νέα δραχμή θα υποτιμηθεί και έτσι τα ελληνικά προϊόντα θα γίνουν φθηνότερα. Έτσι και οι εισαγωγές θα μειωθούν. Αυτό θα ενισχυθεί διότι με την εξωτερική υποτίμηση το εσωτερικό επίπεδο τιμών θα μειωθεί και ο διακρατούμενος πλούτος (ευρώ, χρυσός, γη κ.τ.λ.), θα κάνει τους πολίτες να αισθανθούν πλουσιότεροι και να καταναλώνουν περισσότερα.

Ο αντίλογος είναι ότι οι χαμηλές ελαστικότητες εμπορίου των ελληνικών προϊόντων δε βοηθούν σε αυτές τις περιπτώσεις. Εξάλλου θα αναπτυχθούν εκτεταμένες πληθωριστικές πιέσεις λόγω περιορισμών στη δυνατότητα εσωτερικής προσφοράς στα προϊόντα που ζητούνται από τους καταναλωτές. Η ενέργεια και οι άλλες ενδιάμεσες εισαγωγές θα γίνουν ακριβότερες. Το τελικό αποτέλεσμα είναι αμφίβολο.

Η ελληνική εμπειρία ενισχύει τη δεύτερη εκδοχή. Δείτε το Διάγραμμα 1: Από το 1980 μέχρι τα μέσα-τέλη της δεκαετίας του 1990 η δραχμή διολισθαίνει διαρκώς και, την ίδια ώρα, η πραγματική (αναπροσαρμοσμένη, δηλαδή, στις μεταβολές των τιμών) ισοτιμία ενισχύεται. Ειδικά από το 1985 και μετά, με μόνο διάλλειμα την περίοδο υποχώρησης του ευρώ διεθνώς, η απώλεια ανταγωνιστικότητας είναι συνεχής (!) έως το 2012 που αρχίζει να επενεργεί η προσπάθεια εσωτερικής υποτίμησης. Μπορεί να εστιάσει κανείς στα μεμονωμένα περιστατικά απότομης υποτίμησης του νομίσματος μετά από σχετική πολιτική απόφαση: Στην περίπτωση του 1983, τα 2/3 από τα οφέλη της υποτίμησης (Ιανουάριος, 15,5%) στον, σε πραγματικούς όρους, δείκτη ανταγωνιστικότητας εξανεμίσθηκαν εντός 6 μηνών. Αντίθετα, η σαφώς περισσότερο επιτυχημένη (από πλευράς αποκατάστασης της ανταγωνιστικότητας της χώρας) υποτίμηση του 1985 (Οκτώβριος, 15%) έχει μείνει στη μνήμη όσων την βίωσαν ως ιδιαίτερα επίπονη και με προφανείς πολιτικές επιπτώσεις (απομάκρυνση Σημίτη από την κυβέρνηση). Οι επιπτώσεις από την υποτίμηση του 1998 (Μάρτιος, 12,3%) συνδυάστηκε με αποπληθωριστικές κινήσεις (μειώσεις έμμεσων φόρων, κλπ.) καθώς η έμφαση της μακροοικονομικής πολιτικής την περίοδο εκείνη εστίαζε ακριβώς στην εκπλήρωση του κριτηρίου του πληθωρισμού (καθώς το κριτήριο του ελλείμματος προσέγγιζε σιγά-σιγά τον στόχο που είχε τεθεί ενώ το αντίστοιχο του δημοσίου χρέους είχε συμφωνηθεί σε «πολιτικό επίπεδο»). Τέλος, η ανατίμηση του 2000 (Ιανουάριος, 3,5%), που –επίσης– συνέβαλε στην επίτευξη του στόχου του χαμηλού πληθωρισμού, δεν φαίνεται να επηρέασε δυσμενώς την ανταγωνιστικότητα, καθώς ήταν μάλλον αναμενόμενη και έλαβε χώρα σε συνθήκες πρωτοφανούς αισιοδοξίας για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Διάγραμμα 1. Δείκτες ονομαστικής και πραγματικής αποτελεσματικής ισοτιμίας (nominal & real effective exchange rate) της ελληνικής οικονομίας έναντι 27 χωρών (100 = Ιανουάριος 2001). Επισημαίνονται οι υποτιμήσεις 1983, 1985 και 1998, καθώς και η ανατίμηση του Ιανουαρίου 2000.

Πηγή: Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.

Σημείωση: Αύξηση του δείκτη σηματοδοτεί απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι των υπολοίπων χωρών.

Συγχρόνως, εφόσον η ισοτιμία μειώνεται και στο βαθμό που χρωστάμε περισσότερα από όσα μας οφείλουν, θα απαιτείται να πουλάμε συνεχώς περισσότερα ελληνικά προϊόντα για να αποπληρώνουμε το υπάρχον χρέος μας. Μία υποτίμηση της νέας δραχμής κατά 50% θα αύξανε το χρέος μας κατά 110δις ευρώ! Είτε είμαστε το ελληνικό δημόσιο, είτε είμαστε οι ιδιώτες που έχουμε δανειστεί.

Πίνακας 1. Το κόστος της επιστροφής στη δραχμή (σε δις ευρώ).

Πηγή: Amiel and Hyppolite (2015).

Σημείωση: Στις παρενθέσεις εμφανίζονται τα ποσά ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ για το ΑΕΠ το 2015 (187,877 δις ευρώ).

Διότι το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι χρωστάμε όλοι: Δημόσιος Τομέας, Τράπεζα Ελλάδος, Τράπεζες, Ιδιωτικός Τομέας (Διάγραμμα 2). Βέβαια, μετά το 2010 οι μη-χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις προστίθενται στα νοικοκυριά, τα οποία παραδοσιακά διατηρούν (τα τελευταία χρόνια αυξάνουν) καθαρές απαιτήσεις έναντι του εξωτερικού (στέλνουν καταθέσεις σε άλλες χώρες). Παρόλα αυτά, τα συγκεντρωτικά μεγέθη που απεικονίζονται στο διάγραμμα –συχνά– κρύβουν την πραγματικότητα: σε κάθε τομέα συνυπάρχουν ταυτόχρονα έντονα πλεονασματικές και έντονα ελλειμματικές μονάδες, με εντελώς διαφορετικές προτιμήσεις σχετικά με το ενδεχόμενο αλλαγής του νομίσματος.

Διάγραμμα 2. Καθαρές υποχρεώσεις προς το εξωτερικό ανά τομέα της ελληνικής οικονομίας (σε δισ. ευρώ).

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας, Χρηματοπιστωτικοί Λογαριασμοί.

Σημείωση: Τα αρνητικά μεγέθη σηματοδοτούν καθαρές απαιτήσεις του αντίστοιχο τομέα της ελληνικής οικονομίας έναντι του εξωτερικού. Στα Νομισματικά-Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα συμπεριλαμβάνεται και η Τράπεζα της Ελλάδας.

 

Το παρόν κείμενο έχει δημοσιευτεί σε συντομότερη εκδοχή στο ΒΗΜΑ της Κυριακής 14 Ιουνίου.