Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ: ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΟΡΟΝΕΣ ΚΑΙ Η ΣΚΛΗΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Το ζήτημα της εξόδου από το μνημόνιο, έχει ανακηρυχθεί σε κορυφαίο ζήτημα εθνικής οικονομικής πολιτικής. Μετά από τη διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης, ο πρωθυπουργός και το  οικονομικό επιτελείο έσπευσαν να δημοσιοποιήσουν την πρόθεση της κυβέρνησης να απεξαρτηθεί από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και να επιδιώξει τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού από τις αγορές. Αμέσως μετά τις δηλώσεις αυτές, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αρχικά δήλωσε άγνοια για τις προθέσεις της κυβέρνησης και στη συνέχεια δήλωσε ότι θεωρεί χρήσιμη τη δημιουργία μιας προληπτικής πιστωτικής γραμμής, η οποία θα διευκόλυνε την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, μειώνοντας την αβεβαιότητα σχετικά με την ικανότητα της χώρας να χρηματοδοτήσει τις δανειακές της ανάγκες. Ο πανικός που δημιουργήθηκε στις αγορές μετά από αυτή την αλληλουχία των δηλώσεων αποτελεί ένα απολύτως φυσιολογικό γεγονός. Η ανάγκη των πολιτικών να προβαίνουν σε βαρύγδουπες δηλώσεις, για εσωτερική κατανάλωση και υπό το βάρος της πολιτικής πίεσης, προκαλεί αναταραχή και προβληματισμό σε μία ιδιαίτερη κρίσιμη περίοδο.

Τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά θα μπορούσαν να δώσουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Αν δηλαδή, η κυβέρνηση είχε θέσει το ζήτημα χωρίς να το δημοσιοποιήσει και είχε επεξεργαστεί από πριν τις παραμέτρους της απεμπλοκής από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η σειρά των δηλώσεων θα μπορούσε να είναι η εξής:

α) Η ελληνική κυβέρνηση ανακοινώνει ότι επεξεργάζεται από κοινού με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σχέδιο πρόωρης απεμπλοκής του από το ελληνικό πρόγραμμα, με την ταυτόχρονη διασφάλιση προληπτικής γραμμής πίστωσης, η οποία θα επιτρέψει την ομαλή έξοδο της Ελλάδας στις αγορές.

β) Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επιβεβαιώνει τις δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης και ενδεχομένως επαναλαμβάνει τη στερεότυπη άποψή του (και σωστή κατά την υποκειμενική μου εκτίμηση) ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος μεν, αλλά υπάρχει ανάγκη συνέχισης της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.

Η ουσία και στις δύο περιπτώσεις είναι ακριβώς η ίδια. Απλά, αν υπερείχε η υπομονή και η λογική, στη δεύτερη περίπτωση το αποτέλεσμα στις αγορές θα ήταν προφανώς πολύ καλύτερο.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί μία ακόμα παράμετρος. Οι πολιτικοί συνηθίζουν να αναφέρονται συνεχώς στα spread ή και στην πορεία του χρηματιστηρίου, όταν οι τιμές ενισχύουν τα πολιτικά τους επιχειρήματα. Σε μία εποχή που η μεταβλητότητα έχει εκτιναχθεί, οι αναφορές πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικές και να αφορούν μακροπρόθεσμη τάση και όχι τις τρέχουσες τιμές. Διότι όταν ανάγεται το spread ως κυρίαρχο μέγεθος αναφοράς για την καλή πορεία της ελληνικής οικονομίας, η εκτίναξή του δημιουργεί μεγάλη ανησυχία σε όλους. Η αγορά όμως είναι πολύ ρηχή. Η μεταβλητότητα είναι απολύτως αναμενόμενη. Αν όμως οι δηλώσεις αφορούσαν τη μακροπρόθεσμη τάση, η οποία είναι πτωτική, σημειώνοντας ότι η μεταβλητότητα παραμένει έντονη, τότε οι παροδικές εξάρσεις των αγορών θα είχαν μειωμένες επιπτώσεις στο οικονομικό κλίμα.

Όλες οι παραπάνω επισημάνσεις αναδεικνύουν ένα κυρίαρχο πρόβλημα. Την παντελή έλλειψη έστω και της ελάχιστης συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων της χώρας ακόμα και στις πιο βασικές πτυχές της οικονομικής πολιτικής. Οποιαδήποτε κυβέρνηση θα έχει να αντιμετωπίσει τις ίδιες, ατελείς αγορές. Οποιαδήποτε αντιπολίτευση θα μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τις αγορές. Προφανώς, η πολιτική πόλωση δημιουργεί και την ανάγκη φραστικών υπερβολών (εκατέρωθεν) που δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Η «έξοδος από το μνημόνιο» , το «σκίσιμο των μνημονίων», η «κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων και ρυθμίσεων» αποτελούν το βασικό στόχο της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Ο στόχος αυτός είναι καθαρά ψυχολογικός και υπονοεί ότι το μνημόνιο αποτελεί την πηγή των δεινών της ελληνικής κοινωνίας. Η έξοδος λοιπόν από το μνημόνιο θα αποτελέσει τη λύση... γενικώς και αορίστως. Το βασικό πολιτικό ερώτημα φαίνεται να είναι ποιος πολιτικός αρχηγός μπορεί να μας οδηγήσει στη γη της μεταμνημονιακής επαγγελίας.

Ας είμαστε ρεαλιστές. Τα δεδομένα που έχουμε αυτή τη στιγμή δεν επιτρέπουν φαντασιώσεις. Οι πηγές χρηματοδότησής της Ελλάδας είναι πολύ συγκεκριμένες. Η πρώτη πηγή είναι ο επίσημος τομέας, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η δεύτερη πηγή είναι οι αγορές. Πιθανότατα να προκύψει ένας συνδυασμός των ανωτέρω. Καμία όμως από τις πηγές αυτές δεν θα επιτρέψει τη δημοσιονομική χαλάρωση στο βαθμό που υπονοεί το σύνθημα «Έξοδος από το Μνημόνιο».

Για τα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια, η επιτήρηση, με οποιαδήποτε μορφή, θα είναι ισχυρή. Αν θα ονομάζεται μνημόνιο ή όχι δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Η «εθνική ανεξαρτησία» ως προς τη διαμόρφωση του προϋπολογισμού θα ανακτηθεί μόνο όταν επανέλθει η χώρα σε έντονη αναπτυξιακή τροχιά. Πώς; Ένας τρόπος υπάρχει μόνο. Επενδύσεις. Η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την ταχύτερη και μαζικότερη διενέργεια επενδύσεων έπρεπε να αποτελεί το κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ανεξάρτητα αν θα πετύχουμε το στόχο της εξόδου από το μνημόνιο, με την παρούσα είτε με κάποια επόμενη κυβέρνηση, θεωρώ δεδομένο ότι οι προσδοκίες που καλλιεργούνται στην ελληνική κοινωνία για ταχεία ανάκτηση του επιπέδου διαβίωσης πριν από την κρίση θα διαψευστούν. Στην καλύτερη περίπτωση, ο δρόμος θα είναι μακρύς και απαιτεί υπευθυνότητα, επιμονή και εθνική συνεννόηση. Φυσικά, η έλλειψη των ανωτέρω, αυξάνει την πιθανότητα διατήρησης της τρέχουσας απελπιστικής κατάστασης, χωρίς να αποκλείεται η περαιτέρω επιδείνωση.