ΘΑ ΠΕΤΥΧΕΙ Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΦΠΑ ΣΤΗΝ ΕΣΤΙΑΣΗ;

Την 17η Ιουλίου, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, με διάγγελμά του, ανήγγειλε τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση από 23% σε 13%. Το μέτρο αυτό αποτελεί την πρώτη ουσιαστική μείωση φόρου από το 2010 και λαμβάνεται επί της ουσίας δοκιμαστικά, καθώς είναι σαφείς οι επιφυλάξεις των μελών της Τρόικα αναφορικά με την αποτελεσματικότητά του. Η εφαρμογή του μέτρου αυτού κατέστη δυνατή μετά την αναδρομική επαναφορά του φόρου πολυτελείας, ο οποίος αφορά τα αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης υψηλού κυβισμού, πισίνες, αεροσκάφη και ελικόπτερα.

Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι το εξής:

Η μείωση του ΦΠΑ θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών. Η μείωση των τιμών θα αυξήσει την κατανάλωση. Η αύξηση αυτή θα υπερκεράσει το ποσοστό της μείωσης του φόρου. Ως εκ τούτου τα έσοδα των επιχειρήσεων του κλάδου θα αυξηθούν. Αντίστοιχα θα αυξηθούν και τα φορολογικά έσοδα. Να σημειώσουμε ότι αν τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων παραμένουν σε σταθερό επίπεδο και υπό τον κρίσιμο όρο έκδοσης αποδείξεων και τιμολογίων για το σύνολο του κύκλου εργασιών, η αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ είναι ευθέως ανάλογη της αύξησης του κύκλου εργασιών. Η δοκιμαστική περίοδος εφαρμογής του μέτρου είναι 5 μήνες, μετά την πάροδο των οποίων θα κριθεί η διατήρησή του.

Ταυτόχρονα όμως, η αύξηση του κύκλου εργασιών επιφέρει και πρόσθετα παράπλευρα οφέλη, όπως κυρίως την αύξηση των θέσεων εργασίας, την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων του κλάδου κλπ. Ειδικά σε ότι αφορά την απασχόληση, η εστίαση αποτελεί κλάδο εντάσεως εργασίας. Επίσης, ο κλάδος σχετίζεται άμεσα με τον τουρισμό, η ανάπτυξη του οποίου αποτελεί στρατηγικό στόχο οικονομικής πολιτικής.

Ας εξετάσουμε ένα προς ένα τα στάδια που αναφέρθηκαν παραπάνω:

α) Μείωση τιμών: Η απόφαση αυτή θα ληφθεί στο μικροοικονομικό επίπεδο από κάθε επιχείρηση ξεχωριστά, η οποία θα υπολογίσει τη σχετική ελαστικότητα της ζήτησης των υπηρεσιών της. Αν η επιχείρηση εκτιμήσει ότι η μείωση της τιμής θα επιφέρει αναλογικά μεγαλύτερη αύξηση της κατανάλωσης και τελικά αύξηση του κύκλου εργασιών, μόνο τότε θα μειώσει τις τιμές της. Εναλλακτικά, δύναται να επιλέξει να μη μειώσει τις τιμές ή να τις μειώσει λιγότερο από τη μείωση του φόρου και να αυξήσει έτσι το περιθώριο κερδοφορίας της. Θεωρητικά, θα μπορούσε κάποιος εύκολα να «δαιμονοποιήσει» την αύξηση της κερδοφορίας και να ζητήσει, όπως κάνει η κυβέρνηση, η μείωση του φόρου να περάσει αυτούσια σε μείωση των τιμών. Πρέπει να θυμηθούμε όμως, ότι την περίοδο της αύξησης του ΦΠΑ πολλές επιχειρήσεις του κλάδου δήλωσαν ότι απορρόφησαν την αύξηση του φόρου χωρίς να τη μετακυλήσουν στους καταναλωτές. Ορισμένες το έπραξαν. Εν ολίγοις, η μείωση τιμών δεν είναι μία αυτόματη διαδικασία. Εξάλλου, αρκετές εταιρείες του κλάδου είναι ζημιογόνες ή οριακά κερδοφόρες. Η αύξηση του περιθωρίου κέρδους δεν μπορεί να αποκλειστεί, τουλάχιστον από ένα ποσοστό των επιχειρήσεων. Σε αυτή την περίπτωση, μέρος της απώλειας εσόδων του ΦΠΑ μπορεί να αντισταθμιστεί από τον αυξημένο φόρο εισοδήματος. Το ποσοστό αναπλήρωσης εξαρτάται από το περιθώριο κερδοφορίας της κάθε επιχείρησης.

Η συμπεριφορά των καταναλωτών είναι κρίσιμη σε αυτό το σημείο, καθώς μπορεί να επιβραβεύσει τις μειωμένες τιμές ή να αδιαφορήσει, οπότε θα ωφεληθούν όσοι αύξησαν την κερδοφορία τους. Η σωστή λειτουργία του ανταγωνισμού προϋποθέτει την πληροφόρηση και ενεργή συμμετοχή των καταναλωτών. Χρειάζεται όμως και ένα εύλογο χρονικό περιθώριο.

β) Αύξηση κατανάλωσης: Η αύξηση της κατανάλωσης εφόσον μειωθούν οι τιμές  είναι μάλλον λογική. Το ερώτημα είναι αν θα είναι τέτοια που θα υπερκεράσει τη μείωση των τιμών. Το πρόβλημα στην εκτίμηση αυτής της μεταβλητής εντοπίζεται στις ταχύτατες εξελίξεις στην οικονομία τα τελευταία χρόνια. Διότι είναι μεν σωστό ότι η αύξηση του ΦΠΑ στον κλάδο έφερε ελάχιστα περισσότερα έσοδα (προϋπολογιζόταν €1 δις και η αύξηση ήταν €160 εκατομ. περίπου), αλλά είναι πιθανό οι συνθήκες στην αγορά να μην επιτρέψουν σημαντική αύξηση της κατανάλωσης.

γ) Αύξηση φορολογικών εσόδων: Ακόμα και αν έχουν επιτευχθεί τα ανωτέρω, η αύξηση των φορολογικών εσόδων προϋποθέτει την έκδοση αποδείξεων και τιμολογίων, την καταπολέμηση δηλαδή της φοροδιαφυγής. Γενικά, η μείωση των φόρων καθιστά λιγότερο «ελκυστική» τη φοροδιαφυγή. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και στην απευκταία περίπτωση που το ποσοστό της φοροδιαφυγής παραμείνει σταθερό, το προϊόν της φοροδιαφυγής θα είναι αναλογικά μικρότερο.

Είναι αυτονόητο ότι η μη απόδοση ΦΠΑ συνιστά υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και η ανάγκη αύξησης της αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών μηχανισμών είναι ευρύτερο θέμα που δεν περιορίζεται στον κλάδο της εστίασης και στην ανάγκη επιτυχίας του συγκεκριμένου μέτρου.

δ) Η απόδοση του μέτρου θα επανεξεταστεί με βάση τα στοιχεία εφαρμογής των 5 πρώτων μηνών: Η περίοδος πέντε μηνών ίσως είναι μικρή για να προσδιοριστούν τα οφέλη από την εφαρμογή του μέτρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγκεκριμένος κλάδος παρουσιάζει εποχικότητα κατά την τουριστική περίοδο (σημαντικό μέρος της οποίας έχει ήδη παρέλθει). Επομένως, τα στοιχεία των πρώτων πέντε μηνών ενδέχεται να είναι ενδεικτικά και μόνο ως τέτοια θα πρέπει να κριθούν. Τα δευτερογενή και πολλαπλασιαστικά οφέλη  θέλουν περισσότερο χρόνο για να αποτυπωθούν. Χρειάζεται να επιδειχθεί η αναγκαία υπομονή.


Μεταφορά Πόρων από το φόρο πολυτελείας προς τη μείωση ΦΠΑ στην εστίαση

Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του μέτρου της μείωσης του ΦΠΑ της εστίασης θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με τις επιπτώσεις του μέτρου που χρηματοδότησε τη μείωση αυτή, δηλαδή την επαναφορά του φόρου πολυτελείας, με προϋπολογισμό €136 εκατομμύρια.

Για παράδειγμα, ο κλάδος των επιβατικών αυτοκινήτων έχει πληγεί σημαντικά από την ύφεση και η εφαρμογή του φόρου πολυτελείας επιβαρύνει την ήδη δυσχερή του θέση. 

Για τη σωστή τελική αξιολόγηση της μείωσης του ΦΠΑ στην εστίαση, θα πρέπει να αφαιρεθούν από τα οφέλη οι ζημίες που προκλήθηκαν στους κλάδους όπου εμπλέκεται ο φόρος πολυτελείας.

Επί της αρχής,  η πολιτική απόφαση της κυβέρνησης είναι η μεταφορά πόρων από τους υπόχρεους φόρου πολυτελείας προς την κατεύθυνση της εστίασης, είτε προς τους καταναλωτές (αν γίνει μείωση τιμών) είτε προς τις επιχειρήσεις του κλάδου (αν δεν γίνει). Παρά τις σοβαρές τεχνικές ατέλειες του φόρου πολυτελείας, η απόφαση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.


Αβεβαιότητα

Κρίσιμο συστατικό μίας πετυχημένης φορολογικής πολιτικής είναι η σταθερότητα και η συνέπεια. Γιατί αφενός μεν η οικονομία απαιτεί χρόνο προσαρμογής σε κάθε αλλαγή, αφετέρου δε οι συνεχείς αλλαγές μειώνουν την ικανότητα διενέργειας προβλέψεων και αυξάνουν την αβεβαιότητα.

Ο προσωρινός χαρακτήρας του μέτρου (προϊόν αναγκαστικού συμβιβασμού πιθανότατα) μειώνει την αποτελεσματικότητά του.

Φανταστείτε έναν επενδυτή, ο οποίος θέλει να δημιουργήσει μία αλυσίδα εστιατορίων. Με ποιόν συντελεστή να υπολογίσει την τιμολογιακή του πολιτική και τις χρηματικές του ροές; Η πιθανότητα να αναβάλει την επένδυσή του, λόγω της αβεβαιότητας, αυξάνεται.


Συμπέρασμα

Είναι σαφές ότι σε ένα ευαίσθητο οικονομικό περιβάλλον, η επιτυχία ενός μέτρου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, προκαλεί θετικές και αρνητικές επιπτώσεις και τελικά επαφίεται στην ικανότητα του οικονομικού επιτελείου να προβλέψει το πρόσημο της τελικής συνισταμένης.

Σήμερα όμως, συμφωνούμε σχεδόν όλοι ότι η οικονομική πολιτική αύξησης της φορολογίας είχε εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις, κυρίως στον τομέα της απασχόλησης, χωρίς ταυτόχρονα να επιτυγχάνονται οι εισπρακτικοί στόχοι. Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση ΦΠΑ σε έναν κλάδο εντάσεως εργασίας, όπως η εστίαση, αποτελεί θετική εξέλιξη. Η αποτίμηση της εφαρμογής του μέτρου αυτού είναι μία περίπλοκη διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να γίνει μονομερώς και βραχυπρόθεσμα, με μοναδικό κριτήριο την εξέλιξη των φορολογικών εσόδων. Η αβεβαιότητα για τον χρονικό ορίζοντα του μέτρου πρέπει να αρθεί το συντομότερο δυνατόν. Η μείωση αυτή πρέπει να αποτελέσει την εκκίνηση μίας προσπάθειας εξορθολογισμού της φορολογίας και επανασχεδιασμού φορολογικών μέτρων που αποφασίστηκαν εσπευσμένα και η εφαρμογή τους δεν απέδωσε. Η σημασία της σταθερότητας της φορολογικής πολιτικής δεν πρέπει να παραγνωρίζεται.

Για να επιτύχουμε την ανακοπή της καθοδικής πορείας της οικονομίας επιβάλλεται να διδαχθούμε από τα λάθη του απώτερου αλλά και του πρόσφατου παρελθόντος.