ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΗΦΙΑΚΟ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝ

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ Ή ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΓΙΔΑ;

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΗΦΙΑΚΟ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝ

Η ψηφιακή επανάσταση δίκαια θεωρείται ένα κρίσιμο γεγονός στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, εφάμιλλο της επινόησης της γεωργίας κατά τη Νεολιθική περίοδο ή την γενικευμένη βιομηχανοποίηση της οικονομίας στο τέλος της πρώιμης νεωτερικότητας. Η χρήση των νέων τεχνολογιών από όλο και περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο, από το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα και με συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς έως τις μέρες μας, και κυρίως η «κατάκτηση» του κυβερνοχώρου μέσω του διαδικτύου, έχει επηρεάσει ανεξίτηλα την καθημερινότητά μας και έχει αλλάξει αναντίρρητα τον τρόπο με τον οποίο ζουν, εξελίσσονται και εκφράζονται οι κοινωνίες μας. Η ενημέρωση, η ψυχαγωγία, η εργασία, αλλά και η μόρφωση του σημερινού ανθρώπου έχουν δεχτεί σε τέτοιο βαθμό την επίδραση της πληροφορικής και των ψηφιακών μέσων, που μας είναι δύσκολο να φανταστούμε τη ζωή μας χωρίς υπολογιστές ή -ακόμη περισσότερο- χωρίς ίντερνετ.

Με τον όρο «ψηφιακές ανθρωπιστικές σπουδές» (digital humanities) περιγράφεται ο κλάδος εκείνος των ανθρωπιστικών επιστημών που επιχειρεί να συγκεράσει τις παραδοσιακές επιστήμες του ανθρώπου (όπως η ιστορία, η αρχαιολογία, η φιλολογία κ.ο.κ.) με τη μεθοδολογία των νέων τεχνολογιών - από την ψηφιοποίηση κειμένων και εικόνων έως τη χρήση υπερκειμενικών αναλυτικών εργαλείων με σκοπό τη δημιουργία ψηφιακών βάσεων δεδομένων, εικονικών βιβλιοθηκών και εκθέσεων. Τα οφέλη από αυτήν τη συνεργασία είναι ορατά ακόμη και σ’ εκείνους που δεν είναι απολύτως εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες· τα τελευταία χρόνια όμως αναπτύσσεται και έντονη κριτική από ορισμένους, οι οποίοι θεωρούν ότι από τη μια η πληροφορική δεν έχει καταφέρει να ικανοποιήσει τις βαθύτερες ερευνητικές ανάγκες των ανθρωπιστικών σπουδών, ενώ από την άλλη κατηγορούν την αυξημένη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας για τη διαφαινόμενη αλλοίωση του περιεχομένου των επιστημονικών κλάδων, τους οποίους υποτίθεται ότι συνδράμει. Σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2014, ο Carl Straumsheim υποστήριξε ότι η χρήση νέων τεχνολογιών σε κλάδους όπως η αγγλική φιλολογία εξελίσσεται σε «επιστημονική φούσκα», ακριβώς γιατί αποπροσανατολίζει τους επιστημονικούς φορείς προς ανοίκειες ερευνητικές κατευθύνσεις, ενώ παράλληλα δεν έχει οδηγήσει στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, όπως πολλοί ήλπιζαν.

Σφοδρότερη υπήρξε, όμως, η πρόσφατη κριτική τριών καθηγητών (Daniel Arlington, Sarah Brouillette, David Golumbia), οι οποίοι προειδοποιούν για τη μετατροπή των ψηφιακών ανθρωπιστικών σπουδών σε «νεοφιλελεύθερα εργαλεία». Σύμφωνα με τους τρεις αρθρογράφους, ο μηχανιστικός τρόπος παραγωγής και ανάκλησης αποτελεσμάτων από τη μια, και η εργαλειοποίηση των αποτελεσμάτων αυτών για τις ανάγκες της αγοράς από την άλλη, έχει οδηγήσει στον ευτελισμό των ανθρωπιστικών σπουδών, στον περιορισμό της ακαδημαϊκής ελευθερίας εντός του κλάδου και στη χειραγώγηση της έρευνας, ώστε να διευκολυνθεί «η νεοφιλελεύθερη άλωση του πανεπιστημίου». Σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, αντί το ζητούμενο στην χρήση νέων τεχνολογιών στις ανθρωπιστικές σπουδές να είναι, πολύ απλά, η επίλυση χρόνιων επιστημονικών ερωτημάτων, οι νέες τεχνολογίες χρησιμοποιούνται ως μηχανισμός για να αντικατασταθεί ο παραδοσιακός τρόπος σκέψης των ιστορικών και των φιλολόγων με τους μηχανισμούς μάθησης και διάχυσης της γνώσης των φυσικών επιστημών και του μάνατζμεντ (project-based learning). Το αποτέλεσμα είναι ο μηχανιστικός, και ως εκ τούτου αντι-πνευματικός, τρόπος παραγωγής και διάχυσης της γνώσης, αλλά και η έμφαση στη λεγόμενη «εναλλακτική ακαδημαϊκή εργασία» (“alt-ac”, alternative-academic) με τις γνωστές και στη χώρα μας συμβάσεις έργου, ορισμένου χρόνου κ.ο.κ. Πολιτικά, σύμφωνα με το συγκεκριμένο επιχείρημα, οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή τυποποιημένης, μη-κριτικής, «ασφαλούς» γνώσης, που δεν ενθαρρύνει τον θεωρητικό αναστοχασμό, την ελεύθερη σκέψη ή την αντίθετη άποψη.

Είναι όμως στ’ αλήθεια οι «νεοφιλελεύθερες» νέες τεχνολογίες το αναπόφευκτο μέλλον των ανθρωπιστικών σπουδών; Η κριτική απέναντι στα κείμενα, που αναφέρθηκαν παραπάνω, υπήρξε έντονη, και όχι μόνον για λόγους πολιτικούς ή συντεχνιακούς. Όπως επεσήμαναν πολλοί από τους πιο μετριοπαθείς σχολιαστές, υπάρχει τρόπος να μελετήσει κανείς ιστορία, π.χ., ή αρχαιολογία, χρησιμοποιώντας βάσεις δεδομένων και δεξαμενές ψηφιοποιημένης πληροφορίας, χωρίς να καταφύγει ο ίδιος στη μηχανιστική αναπαραγωγή μιας ήδη δεδομένης άποψης. Είναι, επίσης, δυνατόν να δημιουργηθούν διεπιστημονικά, διαπανεπιστημιακά και διακρατικά προγράμματα με άξονα τις νέες τεχνολογίες - όπως αυτά που φαίνεται να προτιμά και τείνει να χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση - των οποίων τα αποτελέσματα να είναι και μετρήσιμα, και αξιοποιήσιμα, αλλά ταυτόχρονα και ρηξικέλευθα. Μπορούμε όλοι να παραδεχτούμε ότι πολλές φορές οι νέες τεχνολογίες δεν χρησιμοποιούνται προς την ορθή κατεύθυνση ή δεν αξιοποιούνται επαρκώς· ότι οι πολιτικές στρατηγικές (με την ευρύτερη ή αλλά και τη στενότερη έννοια) ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, ενός τμήματος ή ενός εργαστηρίου μπορεί να έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τις ηθικές ή ερευνητικές αρχές μιας ομάδας επιστημόνων ή ενός και μόνον από εμάς· ότι ενδέχεται, για ορισμένους, οι νέες τεχνολογίες να έχουν γίνει αυτοσκοπός της επιστημονικής ενασχόλησης και όχι απλώς το μέσο διευκόλυνσής της· τίποτε από αυτά, όμως, δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη, που έχουμε αναλάβει ως επιστήμονες και ως δάσκαλοι, για ορθή χρήση των επιστημονικών εργαλείων που έχουμε στη διάθεσή μας και για την αναζήτηση των βέλτιστων εκείνων τρόπων με τους οποίους παράγεται και διαχέεται η γνώση και η επιστημονική πληροφορία. Η απόρριψη μιας βιομηχανοποιημένης, ανούσιας γνώσης παραμένει ευθύνη των ίδιων των επιστημόνων, και δεν μπορεί απλώς να μεταβιβάζεται στα μέσα που αυτοί καλούνται να χρησιμοποιήσουν.

Βιβλία & Συμμετοχή σε Συλλογικές Εκδόσεις

  •  
  • 1 από 2

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: