ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΣΙΑΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΣΙΑΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Γενικά, μη επιθυμητές κοινωνικά στάσεις, επιλογές και ενέργειες μέσα στο σύγχρονο πολυσύνθετο κοινωνικό πλέγμα παίρνουν συχνά διαστάσεις διευρυμένης βίας, φαινομένων περιθωριοποίησης και κοινωνικού αποκλεισμού, ιδεολογικής και ηθικής σύγχυσης, ανατροπής πολιτιστικών αξιών και προτύπων, με αποτέλεσμα την εξώθηση των νέων σε παρεκκλίνουσες μορφές συμπεριφοράς. Έτσι, η παραβατικότητα ανηλίκων συνιστά ένα άκρως σοβαρό και επίκαιρο κοινωνικό φαινόμενο αφενός, αφετέρου ένα ψυχοπαιδαγωγικό σύμπτωμα που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης μέσα στην εκπαιδευτική κοινότητα. Επιπλέον, με δεδομένο ότι η φυσιογνωμία του παραβατικού φαινομένου στις ημέρες μας αλλάζει δραματικά, μορφές αντικοινωνικής συμπεριφοράς συναντιούνται σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, με έμφαση την έξαρση της βίας στο σχολείο, το φαινόμενο του βανδαλισμού, του εκφοβισμού (bullying), της ενδοοικογενειακής βίας, της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών, κ.ά. Συνακόλουθα, το πεδίο της συμπεριφοράς, και δη από τη σκοπιά των διαταραχών διαγωγής, των δυσχερειών κοινωνικής προσαρμογής, των προβλημάτων συμπεριφοράς, των σχολικών δυσκολιών κ.ά. σε παιδιά και εφήβους, προσεγγίζεται διεπιστημονικά και αποτελεί αντικείμενο επιστημονικών κλάδων, όπως η Ειδική Αγωγή, η Σχολική Ψυχολογία, η Ψυχοκοινωνική Αποκατάσταση, η Εγκληματολογία, η Ψυχοπαθολογία κ.λπ.

Ταυτόχρονα, είναι κοινός τόπος ότι η πρόληψη αποτελεί σοβαρή κοινωνική πρακτική με απώτερο σκοπό την προαγωγή της συναισθηματικής, ψυχικής, σωματικής και κοινωνικής υγείας του ατόμου. Στη βάση αυτή, η σύγχρονη εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα προσδοκά απαντήσεις άμεσες και ουσιαστικές ως προς τις πρακτικές που θα ανανεώσουν το σχολικό χώρο, θα τονώσουν την προσαρμογή στην κοινότητα ως καίρια διάσταση της υγείας και βεβαίως θα αμβλύνουν κοινωνικές, πολιτισμικές, γνωστικές και μαθησιακές διαφορές.

Ενισχυτικό αυτής της πεποίθησης είναι ότι οι εναλλακτικές μορφές κοινοτικής θεραπείας φέρουν πιο οικονομικό κόστος από ό,τι οι μηχανισμοί ποινικής καταστολής. Επιπροσθέτως, γίνεται λόγος για τη σύνδεση των σκοπών της αγωγής με την ιδρυματική / σωφρονιστική αγωγή και εκπαίδευση ανηλίκων, κυρίως στη βάση μιας σωφρονιστικής μεταρρύθμισης.

Προς την κατεύθυνση αυτή, σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα στο πεδίο της πρώιμης παρέμβασης κάνουν σαφές ότι το συναισθηματικό κλίμα που περιβάλλει το μαθησιακό περιβάλλον καθίσταται ρυθμιστικός παράγοντας για την κάλυψη βασικών ψυχολογικών αναγκών, όπως η ανάγκη για επάρκεια, αυτονομία και αίσθημα ότι ανήκει κάποιος σε μια ομάδα, σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Σε αυτό συντείνει η ενοποίηση των διεργασιών της γνώσης, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς. Αυτό ακριβώς προτείνεται από την εκπαιδευτική νευροεπιστήμη, ως στοιχείο κομβικής σημασίας για τις διδακτικές και μαθησιακές διαδικασίες.

Συγκεκριμένα, οι μαθητές που βιώνουν αρνητικά συναισθήματα, αν και θέλουν να μάθουν και επιδίδονται σε συμπεριφορές μάθησης, πιθανότατα στην πορεία να διαπιστώσουν ότι η μάθηση και η επίδοσή τους απέχει από τη μέγιστη δυνατή, διότι τα συναισθήματά τους αποτρέπουν από το σχηματισμό και την εμπέδωση συναπτικών συνδέσεων. Τα κίνητρα και τα συναισθήματα συνδέονται αναπόσπαστα με τη γνωστική επεξεργασία και τη συναφή δραστηριότητα που αναπτύσσεται από το νευρικό σύστημα. Συνακόλουθα, τα κατάλληλα κίνητρα και τα θετικά συναισθήματα δύνανται να ασκήσουν θετική επίδραση στην προσοχή, τη μνήμη, τη μάθηση και τη συμπεριφορά.

Έτσι, ξεπερνώντας νομικές κατηγορίες, κοινωνιολογικούς ορισμούς και επιστημονικές διαμάχες, ο κοινωνικός ρόλος του σχολείου επαναπροσδιορίζεται υπό το πρίσμα ενός αειφόρου μέλλοντος μέσα από την προαγωγή της ίδιας της μάθησης και της υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόληψη και η παιδαγωγική παιδιών και εφήβων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και δη με παραβατική συμπεριφορά προϋποθέτει καλές πρακτικές διευκόλυνσης της μάθησης.

Επομένως, ένα νέο εκπαιδευτικό μοντέλο μπορεί να οικοδομηθεί:

  • Εάν οργανωθεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα (προγράμματα σπουδών και διδακτικές διαδικασίες) προσανατολισμένο στη λειτουργία και την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Είναι γεγονός ότι όσο πιο οργανωμένες νοητικές αναπαραστάσεις διαθέτει το άτομο τόσο πιο άμεσα και πιο επιτυχώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πραγματικές καταστάσεις ζωής.

  • Εάν επικρατήσουν νέοι τρόποι ανάλυσης και ερμηνείας του κόσμου μέσα από την ολιστική θεώρηση της πραγματικότητας και τη διαθεματική προσέγγιση της γνώσης.

  • Εάν εξασφαλιστεί το ενδιαφέρον και καλλιεργηθεί η έφεση σε παιδιά και εφήβους με γνωστικές, μαθησιακές και κοινωνικές δυσκολίες, προκειμένου να επιτύχουν μαθησιακές επιδόσεις αλλά και αποτελεσματικότερη εμπέδωση της σχολικής ύλης, ανεξάρτητα από εκπαιδευτικό σύστημα και εκπαιδευτική βαθμίδα.

  • Εάν δοθεί προτεραιότητα σε διδακτικο-διορθωτικές παρεμβάσεις αναφορικά με ικανότητες σχολικής ετοιμότητας και ψυχοκινητικές δεξιότητες, αλλά και με τη συμβουλευτική και τη στήριξη των γονέων.

Είναι γεγονός ότι η εκπαίδευση πρέπει να συνδέεται αφενός με την πραγματική ζωή αφετέρου με την πολλαπλή δημιουργικότητα του εγκεφάλου. Η εγγενής πλαστικότητα και η αυτο-οργάνωση των δομών του εγκεφάλου αποτελεί ικανή συνθήκη νοητικής ευελιξίας, βιώσιμων φυσικών και κοινωνικών επιλογών και επιτυχούς προσαρμογής του ατόμου στη σχολική κοινότητα και μετέπειτα στην κοινωνική ομάδα.

Το ζητούμενο είναι η διαπραγμάτευση της όποιας ανάγκης ή/και της όποιας ικανότητας μέσα στο σχολικό περιβάλλον να διεξάγεται κάθε φορά έξω από όρους κοινωνικού στιγματισμού και φαινόμενα σχολικού αποκλεισμού. Μία Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση διευρύνεται και γίνεται «Παιδαγωγική για τη διαφορετικότητα» μέσα από τη συμβολή της στην αποϊδρυματοποίηση ως ανθρώπινη στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης. Η μελέτη του εγκεφάλου από τη σκοπιά της εκπαιδευτικής νευροεπιστήμης μπορεί να συνεισφέρει τα μέγιστα στο σκοπό αυτό.

Βιβλία & Συμμετοχή σε Συλλογικές Εκδόσεις

  •  
  • 1 από 2

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: