ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΩΣ ΒΑΣΙΚΗ ΑΤΖΕΝΤΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ

ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΩΣ ΒΑΣΙΚΗ ΑΤΖΕΝΤΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ

Μία σειρά από διεθνή νομικά κείμενα, που συντάχθηκαν και επικυρώθηκαν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1. Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1948. 2. Σύμβαση κατά των Διακρίσεων στην Εκπαίδευση, 1960. 3. Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτισμικά Δικαιώματα, 1966. 4. Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, 1989), έχουν δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο πανανθρώπινο δικαίωμα στην Εκπαίδευση. Τα κείμενα αυτά αποτελούν παράλληλα αναβαθμούς στη σταδιακή ανάδυση της αντίληψης ότι τα παιδιά και οι νέοι -κύριοι αποδέκτες της τυπικής εκπαίδευσης- δεν είναι πολίτες σε αναμονή, αλλά κάτοχοι δικαιωμάτων. Θεωρούνται, μάλιστα, ενεργούντα πρόσωπα, συνιστούν διακριτό κόσμο από αυτόν των ενηλίκων και κατά συνέπεια χρήζουν ιδιαίτερων δικαιωμάτων και προστασίας τους. Ως εκ τούτου, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (United Nations Convention on the Rights of the Child, UNCRC) αποτελεί τη φυσική εξέλιξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αποτελεί, επίσης, την εξειδίκευση του άρθρου 26, το οποίο υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση και ότι η εκπαίδευση πρέπει να κατευθύνεται στην πλήρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού και στην ενίσχυση του σεβασμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες.

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες δικαιωμάτων: επιβίωσης, ανάπτυξης, προστασίας και συμμετοχής και θεμελιώνεται σε τέσσερις αρχές:

α) την καθολικότητα (άρθρο 2),
β) το συμφέρον του παιδιού (άρθρο 3),
γ) το δικαίωμα στη ζωή, επιβίωση και ανάπτυξη (άρθρο 6), και
δ) τον σεβασμό για τις απόψεις των παιδιών (άρθρο 12).

Πιο συγκεκριμένα, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού ζητά από τα συμβαλλόμενα κράτη να δεσμευτούν στην κατεύθυνση του συμφέροντος του παιδιού (άρθρο 3), χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς (άρθρο 2), μέσα από τις εγγυήσεις ότι:

α) θα ακούγεται η γνώμη του για κάθε ζήτημα που το αφορά (άρθρο 12),
β) θα προστατεύονται η ανεξιθρησκεία (άρθρο 14) και η τιμή του από κάθε είδους προσβολές (άρθρο 16) και
γ) θα προετοιμάζεται να ζήσει μία υπεύθυνη ζωή σε μία κοινωνία κατανόησης, ειρήνης, ανεκτικότητας και ισότητας (άρθρο 29).
δ) Ως εκ τούτου, η εκπαίδευση πρέπει αφενός, να καταστεί προσβάσιμη σε όλους ανεξαιρέτως τους νέους και τα παιδιά (άρθρο 28) και αφετέρου, να αποκτήσει αρχές και περιεχόμενο βασισμένα στα Δικαιώματα του Παιδιού (Children’s Rights Based Education).

Αυτές ακριβώς οι κατηγορίες δικαιωμάτων και οι αρχές που τις διέπουν προσφέρουν το πλαίσιο για τον ανασχεδιασμό της εκπαίδευσης με βάση το συμφέρον του παιδιού. Παράγουν δε, συνέπειες για τους σκοπούς της εκπαίδευσης, το πρόγραμμα σπουδών της, τη σχολική διακυβέρνηση, τη σχολική ηγεσία και την επαγγελματική κατάρτιση εκπαιδευτικών και διευθυντών. Δεν αποτελεί, λοιπόν, παραδοξότητα το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εμφανίζεται με εντεινόμενη έμφαση ένας δημόσιος λόγος για την εκπαίδευση, που αξιοποιεί τη ρητορική και τις έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδιαίτερα των δικαιωμάτων των παιδιών. Αυτός ο δημόσιος λόγος δίνει έμφαση σε μία παιδοκεντρική εκπαίδευση, σε μία εκπαίδευση, δηλαδή, που θα ξεκινά από το παιδί, θα σχεδιάζεται με το παιδί και θα παρέχεται για το παιδί.

Γενικά, υπό το πρίσμα της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η εκπαίδευση και οι λειτουργοί της καλούνται να αναπτύξουν μία νέα σχολική κουλτούρα ενσωμάτωσης, μαθητικής συμμετοχής, σεβασμού της «φωνής» του μαθητή, προστασίας από την κακοποίηση, την παραμέληση (U.S. Department of Health and Human Services, 2003· UK Government, 2004) και τον σχολικό εκφοβισμό, καθώς και διασφάλισης της ψυχικής ευημερίας των παιδιών. Πάνω απ’ όλα, καλούνται να γίνουν δρώντες στην κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, που ως έννοια απαιτεί να έχουν όλοι οι μαθητές ίσες ευκαιρίες σε δίκαια αποτελέσματα. Οι λογικές, που υπαγορεύουν τη στροφή από μία εκπαίδευση μετωπικής μετάδοσης γνώσεων και κατήχησης σε «αντικειμενικές» αξίες προς μία εκπαίδευση των δικαιωμάτων του παιδιού, μία εκπαίδευση δηλαδή προσβάσιμη, δίκαιη, δημοκρατική, συμμετοχική και πολυπολιτισμική, εκκινούν από τις σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές, πληθυσμιακές και πολιτισμικές ανακατατάξεις, που έχουν συμβεί σε παγκόσμιο επίπεδο.  

Κατά συνέπεια, η σύγχρονη εκπαίδευση πρέπει να υιοθετεί παράλληλα με τους μέχρι σήμερα μαθητοκεντρικούς προσανατολισμούς της, παιδοκεντρικές στοχοθεσίες, που μετατοπίζουν τις πρακτικές από τη μονόπλευρη στόχευση στη μάθηση προς την ευρύτερη προοπτική του συμφέροντος, της ευημερίας, της προστασίας και του σεβασμού για τις απόψεις των μαθητών. Οι τέσσερις βασικές αρχές της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (καθολικότητα, συμφέρον, ανάπτυξη και σεβασμός της «φωνής» των παιδιών) αποτελούν πλέον ή πρέπει να αποτελούν αρχές της διοικητικής πρακτικής των διευθυντών σχολικών μονάδων. Κατά συνέπεια, οι διευθυντές σχολικών μονάδων καλούνται να γίνουν σχολικοί ηγέτες-υπηρέτες του συμφέροντος των μαθητών, που ακτιβιστικά προασπίζουν τα δικαιώματα των τελευταίων για ποιοτική εκπαίδευση, δίκαια εκπαιδευτικά αποτελέσματα, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και ευημερία για το κάθε παιδί ξεχωριστά. Ευημερία του παιδιού σημαίνει ότι ο κάθε σχολικός ηγέτης θα πρέπει να προσαρμόζει το αναλυτικό πρόγραμμα (σκοπούς-στόχους, διδακτέα ύλη, μεθοδολογία και αξιολόγηση) στις ανάγκες του κάθε μαθητή. Απώτερος σκοπός του σχολικού ηγέτη είναι να γίνει δρων και παράγων κοινωνικής αλλαγής.

Για να γίνει ο διευθυντής σχολικής μονάδας βασικός δρων κοινωνικής αλλαγής, θα πρέπει να υποβάλλεται σε βιωματικές μορφές αρχικής κατάρτισης και συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης, που θα δίνουν έμφαση σε μία ηγεσία προσανατολισμένη στη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του μαθητή. Αυτό σημαίνει ότι η αρχική κατάρτιση και η συνεχής επιμόρφωση των διευθυντών θα πρέπει να περιλαμβάνει σχετικές προσαρμογές ως προς το περιεχόμενο και τις διδακτικές μεθοδολογίες της. Ήδη, στην Αγγλία κυρίως, στην Αμερική αλλά και σε άλλες χώρες έχουν αρχίσει να εντάσσονται τα δικαιώματα του παιδιού στην επαγγελματική ανάπτυξη και την πράξη της σχολικής ηγεσίας, γιατί πολύ απλά έχει διαπιστωθεί ότι αυτό συνεπάγεται βελτίωση των επιδόσεων των μαθητών και αυξημένα μαθητικά επιτεύγματα.

Στην Ελλάδα, που οι αξιολογήσεις του PISA την κατατάσσουν πολύ κάτω του μέσου όρου στις επιδόσεις των μαθητών και που ως κοινωνία έχει ήδη γίνει πολυπολιτισμική, είναι αναγκαιότητα να αρχίσουν να γίνονται περισσότερο σεβαστά τα δικαιώματα του παιδιού. Μία καλή αρχή σε αυτήν την κατεύθυνση, θα ήταν η ένταξη του περιεχομένου των δικαιωμάτων του παιδιού στο πρόγραμμα σπουδών ενός προγράμματος επιμόρφωσης υποψηφίων και εν ενεργεία Διευθυντών ή ακόμα και στο πρόγραμμα ενός υποχρεωτικού Πιστοποιητικού Διοικητικής Επάρκειας, για όλους όσοι επιθυμούν να γίνουν διευθυντές σχολικών μονάδων.

Βιβλία & Συμμετοχή σε Συλλογικές Εκδόσεις

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: