Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ

Από την επικύρωση της συμφωνίας στην αποχώρηση απ’ αυτήν

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2016, υπό την Προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα, οι ΗΠΑ υπογράφουν τη συμφωνία του Παρισιού. Επίσης, καταθέτουν το σχέδιο τους, που έχει τίτλο για όλες τις συμμετέχουσες χώρες, «Εθνικά Προσδιορισμένη Συνεισφορά (Nationally Determined Contribution)». Το σχέδιο αφορά το πώς προτίθενται να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή (μείωση και προσαρμογή) στα πλαίσια αυτής της νέας συμφωνίας (The White House, President Barack Obama, 2016). Η δέσμευση της χώρας είναι να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 26-28% ως προς τα επίπεδα του έτους 2005, έως το έτος 2025 (NBCnews, 2017 και  Nationally Determined Contribution of the United States of America, 2016).

Η υπογραφή της Συμφωνίας από τις ΗΠΑ ήταν σημαντική για δύο λόγους: 1) είναι η χώρα με το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (14% το έτος 2015, πίσω από την Κίνα, η οποία κατέχει το 29%) και 2) είναι υψηλή η συνεισφορά της χώρας σε χρηματοδότηση και τεχνολογίες για την υποστήριξη της προσπάθειας των αναπτυσσόμενων χωρών να μειώσουν τις εκπομπές τους σε αέρια του θερμοκηπίου και να προσαρμοσθούν στην κλιματική αλλαγή (Government of Canada, Environment and Climate Change Canada, 2017 και PBL Netherlands Environmental Assessment Agency, 2016).

Λίγους μήνες αργότερα, την 1η Ιουνίου 2017, ο νέο-εκλεγμένος πρόεδρος, Ντόναλντ Τράμπ, ανακοίνωσε την αποχώρηση της χώρας του και από αυτή τη Συμφωνία για την κλιματική αλλαγή (United Nations - Secretary General, 2017). Το ίδιο είχε συμβεί και υπό την προεδρία του Τζόρτζ Μπους του νεώτερου, που ανακοίνωσε την αποχώρηση των ΗΠΑ από το πρωτόκολλο του Κιότο, το έτος 2001.


Τα επόμενα βήματα μετά την ανακοίνωση της αποχώρησης

Σύμφωνα με τους κανόνες της συμφωνίας, τους οποίους θα ακολουθήσουν τώρα οι ΗΠΑ, μία χώρα δεν δύναται να αποχωρήσει πριν από την 4η Νοεμβρίου του 2020. Ένα χρόνο νωρίτερα (το 2019), όμως, οφείλει να έχει υποβάλλει γραπτή ειδοποίηση στα Ηνωμένα Έθνη για την αποχώρηση (τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας) (ThinkProgress, 2017).

Η ημερομηνία αυτή σημαίνει ότι οι ΗΠΑ παραμένουν μέλος της συμφωνίας για όλη την περίοδο προεδρίας Τράμπ. Αυτή η παραμονή ενδεχομένως να επηρεάσει τις συζητήσεις, που θα διεξαχθούν σ’ αυτό το διάστημα. Αν οι ΗΠΑ παραμείνουν στη συμφωνία, ενδεχομένως να αναδειχθούν οι αδυναμίες τους να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους και πιθανότατα να προβάλουν βέτο στις διαπραγματεύσεις σχετικά με τους κανόνες και τις λεπτομέρειες της Συμφωνίας, που ακόμη συζητούνται (Global News, 2017). Υπάρχει όμως και η δυνατότητα, η χώρα τελικά να σταματήσει να συμμετέχει στις ετήσιες συναντήσεις, που απαιτεί η συμφωνία (The New York Times, 2017).

Εάν εκλεγεί νέος ή νέα Πρόεδρος των ΗΠΑ στις 20 Ιανουαρίου του έτους 2021, δύναται να υποβάλλει γραπτή ειδοποίηση στα Ηνωμένα Έθνη, σχετικά με την επιθυμία της χώρας να επανασυμμετάσχει στη συμφωνία του Παρισιού. Εντός τριάντα ημερών, οι ΗΠΑ εντάσσονται πάλι στη συμφωνία και υποβάλλουν νέα δέσμευση (pledge) σχετικά με τα σχέδια της χώρας για αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (The New York Times, 2017).

Από την πλευρά των ΗΠΑ, με την ανακοίνωση της αποχώρησης, αναμένεται ότι θα τερματισθούν σύντομα:

Η εφαρμογή της Εθνικά Προσδιορισμένης Συνεισφοράς. Το σχέδιο δράσης για τη μείωση και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή (National Determined Contribution), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, κατατέθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2016, είναι πολύ πιθανό να μην τηρηθεί (Nationally Determined Contribution of the United States of America, 2016). Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Climate Interactive, η απόφαση αυτή σημαίνει ότι έως το έτος 2025 οι ΗΠΑ θα εκπέμψουν 6.7Gtons CO2 αντί για 5.3Gtons CO2, που θα εξέπεμπαν υπό τη δέσμευσή τους στη συμφωνία. Βάση των ίδιων εκτιμήσεων, αυτή η αύξηση θα οδηγήσει το έτος 2100 σε θερμοκρασία 3.6οC, υψηλότερη από τη μέση τιμή των προ-βιομηχανικών μέσων τιμών (με αβεβαιότητα 2.1 έως 4.7οC) (Business Insider, 2017a).

Η οικονομική συμμετοχή στο Ταμείο Πράσινου Κλίματος (Green Climate Fund). Μέρος της συμφωνίας αναφερόταν στην οικονομική βοήθεια, που θα προσέφεραν οι ΗΠΑ και άλλες χώρες μέσω του Ταμείου, στις υπό ανάπτυξη χώρες για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ο πρόεδρος Ομπάμα δεσμεύτηκε για την καταβολή 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ γι’ αυτό τον σκοπό, αλλά μόνο 1 δισεκατομμύριο έχει μεταφερθεί (NBCnews, 2017). Το ποσό των 3 δισεκατομμυρίων είναι πράγματι το υψηλότερο, που θα καταβληθεί από μία χώρα, η οποία δεσμεύτηκε με τη συμφωνία. Οι ΗΠΑ, όμως, εκπέμπουν το δεύτερο σημαντικότερο ποσοστό των παγκόσμιων εκπομπών, οπότε λογικά τους αντιστοιχεί να συνεισφέρουν αυτό το ποσό. Η συνεισφορά τους δεν είναι η μεγαλύτερη σε όρους χρηματικού ποσού κατά κεφαλήν. Το Λουξεμβούργο δεσμεύτηκε σε οικονομική συνεισφορά 58.63 δολαρίων ΗΠΑ κατά κεφαλήν, η Σουηδία σε 59,31 δολάρια ΗΠΑ κατά κεφαλήν, η Νορβηγία σε 50,20 δολάρια ΗΠΑ κατά κεφαλήν, ενώ οι ΗΠΑ σε 9.41 δολάρια ΗΠΑ κατά κεφαλήν  (Business Insider, 2017b - Business Insider, 2017c - Green Climate Fund, 2017).

Σχετικά με αυτή τη δεύτερη υποχρέωση των ΗΠΑ, υπήρξε ανησυχία από την πλευρά των αναπτυσσόμενων χωρών, πριν ακόμη από την επίσημη ανακοίνωση της αποχώρησής τους από τη συμφωνία, λόγω των σχετικών προεκλογικών δηλώσεων του νέου προέδρου των ΗΠΑ. Γι’ αυτό τον Απρίλιο του 2017, στη διάρκεια συνάντησης στο Πεκίνο της Κίνας για αξιωματούχους από ανερχόμενες οικονομίες, οι Ινδία (τρίτη μεγαλύτερη χώρα σε εκπομπές), Κίνα, Βραζιλία και Νότια Αφρική εξέδωσαν σχετική ανακοίνωση, με την οποία καλούσαν τις αναπτυγμένες χώρες να τιμήσουν τις οικονομικές δεσμεύσεις τους, προκειμένου να μειωθούν οι εκπομπές (Business Insider, 2017b).


Παράγοντες, που ενδεχομένως να αποτρέψουν την αποχώρηση

1Η βιομηχανία του άνθρακα: Ένα από τα επιχειρήματα του Προέδρου Τραμπ ήταν ότι υπό τη Συμφωνία του Παρισιού, η Κίνα και η Ινδία θα έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τις μονάδες παραγωγής ενέργειας με χρήση άνθρακα, ενώ οι ΗΠΑ δεν θα μπορούν (New York, 2017). Αυτό δεν ευσταθεί, γιατί: α) η συμφωνία δεν προβλέπει τέτοια αύξηση και β) η βιομηχανία του άνθρακα περιορίζει τις δραστηριότητές της όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και σε αυτές τις χώρες, λόγω των τάσεων στην αγορά.

Γι’ αυτό, εταιρείες από αυτή τη βιομηχανία, όπως η Cloud Peak Energy και η  Peabody Energy άσκησαν πίεση στην προεδρία Τραμπ, για να παραμείνει η χώρα στη Συμφωνία. Το δικό τους επιχείρημα ήταν ότι η χώρα οφείλει να διαθέτει θέση στο τραπέζι κατά τη διάρκεια των διεθνών συζητήσεων για την κλιματική αλλαγή, ώστε να υποστηριχθεί η παρουσία της βιομηχανίας στο παγκόσμιο ενεργειακό μίγμα (CNBC, 2017).

Η βιομηχανία αυτή διεκδικεί οικονομική υποστήριξη για την υιοθέτηση τεχνολογιών κατακράτησης και αποθήκευσης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ώστε οι μονάδες της να λειτουργήσουν περισσότερο σε βάθος χρόνου, καθώς πόλεις, πολιτείες και άλλες χώρες δραστηριοποιούνται για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Παρόλο που η πρόθεση του Προέδρου των ΗΠΑ είναι, με την αποχώρηση από τη συμφωνία, να προωθηθεί περισσότερο η εν λόγω βιομηχανία, η απόφασή του πιθανότατα να μην συμβάλλει στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αυτό θα συμβεί γιατί, τελικά, οι δραστηριότητες της βιομηχανίας αυτής ελαττώνονται μακροπρόθεσμα, λόγω του ανταγωνισμού από το φθηνότερο φυσικό αέριο και την αυξανόμενα καθαρότερη αιολική και ηλιακή ενέργεια. Στην Ινδία, κατά τη διάρκεια της άνοιξης του τωρινού έτους, η τιμή της ηλιακής ενέργειας ήταν κατά 18% χαμηλότερη από τη μέση τιμή για ηλεκτρική ενέργεια, παραγόμενη από μονάδες παραγωγής με άνθρακα (BBC, 2017 και Independent, 2017).

2Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής: Oι επιπτώσεις λόγω κλιματικής αλλαγής θα κοστίσουν στις ΗΠΑ. Ήδη, υπάρχουν 17 ευάλωτες κοινότητες σε όλη τη χώρα, που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω ανόδου της στάθμης της θάλασσας και της διάβρωσης των ακτών (ThinkProgress, 2017). Πιο σοβαρές ενδέχεται να είναι οι επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών των ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών, το ποσοστό των Αμερικανών με άσθμα έχει υπερδιπλασιαστεί και η κλιματική αλλαγή αποτελεί σημαντική αιτία αυτής της τάσης. Η ατμοσφαιρική ρύπανση προκαλεί επιθέσεις άσθματος, συμβάλλοντας σε ανωμαλίες των πνευμόνων, ιδιαίτερα στα αναπτυσσόμενα πνευμονικά συστήματα των παιδιών (New York, 2017).



3. Η παγκόσμια ηγεσία των ΗΠΑ στην κλιματική διπλωματία: Υπήρξαν προειδοποιήσεις εκ των έσω και συγκεκριμένα από τον Γραμματέα του κράτους των ΗΠΑ, Ρεξ Τίλερσον (Secretary of State - Rex Tillerson) ότι η απόφαση για αποχώρηση από τη συμφωνία του Παρισιού τοποθετεί τη χώρα σε μία μικρή ομάδα με χώρες, που δεν συμμετέχουν στη συμφωνία. Αυτές οι χώρες είναι η Συρία, που αντιμετωπίζει εμφύλιο πόλεμο και η Νικαράγουα, που επιχειρηματολογεί ότι η Συμφωνία του Παρισιού δεν είναι αρκετή για τη μείωση των παγκόσμιων εκπομπών (ThinkProgress, 2017). Στην ίδια γραμμή, τάχθηκε και ο πρώην Πρόεδρος Ομπάμα, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ ανήκουν πλέον σε μία μικρή ομάδα, που απορρίπτει το μέλλον (Mailonline, 2017). Η αποχώρηση των ΗΠΑ παραχωρεί το πλεονέκτημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα να ηγηθούν των συνομιλιών και της διπλωματίας του κλίματος σε παγκόσμιο επίπεδο. Επίσης, Καναδάς και Μεξικό ενδέχεται να διεκδικήσουν πιο ενεργό ρόλο, μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ (BBC, 2017 και E3G, 2017).

4Οι δημόσιοι υποστηριχτές του Προέδρου: Πριν αναλάβει το αξίωμα, ο Πρόεδρος Τραμπ απέρριπτε επανειλημμένα το θέμα της κλιματικής αλλαγής ως φάρσα και θεωρούσε ότι οι αποφάσεις του πρώην Προέδρου Ομπάμα για την προστασία του κλίματος έθεταν τις ΗΠΑ σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Πολλοί συντηρητικοί Ρεπουμπλικανοί συμμερίζονταν τον σκεπτικισμό του προέδρου. Λιγότερο από το ένα τρίτο υποστηρίζει μέτρα, όπως το Σχέδιο Καθαρής Ισχύος (Clean Power Plan) το κύριο εργαλείο του Προέδρου Ομπάμα για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων της Αμερικής για το κλίμα, υπό τη συμφωνία του Παρισιού. Έρευνα της Washington Post, τον Ιανουάριο του 2017 όμως, με σχετικό ερώτημα ανέδειξε ότι το 31% των ερωτηθέντων υποστήριζε την αποχώρηση από τη συμφωνία, ενώ το 56% αντιτίθετο σε αυτή την κίνηση

5. Οικονομία των ΗΠΑ: Η συμμετοχή στο Green Climate Fund είναι δαπανηρή για τις ΗΠΑ. Υπό την Προεδρεία Ομπάμα, μεταφέρθηκε στο ταμείο ποσό 1 δισ., αλλά ο προϋπολογισμός της Προεδρίας Τράμπ δεν προβλέπει τη μεταφορά των υπόλοιπων πληρωμών, καθώς θεωρεί επιζήμιο το ποσό για την οικονομία των ΗΠΑ (NBCNnews, 2017).

Επίσης, στην ανακοίνωση για την αποχώρηση ο Πρόεδρος Τράμπ αναφέρθηκε στην εκτίμηση του National Economic Research Associates ότι οι ΗΠΑ θα χάσουν, λόγω συμμόρφωσης στη συμφωνία, 2.7 εκατομμύρια θέσεις εργασίας έως το έτος 2025. Ακόμη, το κόστος στην οικονομία, έως το έτος 2050, εκτιμάται σε απώλεια 3 τρισ. δολαρίων ΗΠΑ στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) και 6.5 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας στη βιομηχανία, ενώ τα νοικοκυριά  θα έχουν λιγότερο εισόδημα κατά 7000 δολάρια ΗΠΑ και σε μερικές περιπτώσεις πολύ λιγότερο και από αυτό (Mailonline, 2017). Στον αντίποδα, το World Resources Institute διατυπώνει την άποψη ότι η έκθεση, στην οποία βασίστηκε αυτό το επιχείρημα αναφέρεται σε σενάρια, που αφορούν μόνο τον βιομηχανικό τομέα των ΗΠΑ, ο οποίος επωμίζεται εξολοκλήρου τη μείωση των εκπομπών της χώρας κατά 40% εντός χρονικής περιόδου 20 ετών. Οι άλλοι τομείς δεν συμμετέχουν στη μείωση των εκπομπών. Επίσης, εκτιμά ότι μία από τις υποθέσεις της έκθεσης αφορά χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης της καινοτομίας σε καθαρή ενέργεια (New York, 2017 - ThinkProgress, 2017 - Mailonline, 2017).

Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση του Forbes, τον Ιανουάριο του 2017 και σύμφωνα με δεδομένα από το Υπουργείο Ενέργειας η βιομηχανία της ηλιακής ενέργειας απασχολεί το 43% του εργατικού δυναμικού του τομέα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η αντίστοιχη βιομηχανία των στερεών καυσίμων μόνο το 22% (New York, 2017 και U.S. Energy and Employment Report. January 2017). Πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Υπηρεσίας για την Ανανεώσιμη Ενέργεια (International Renewable Energy Agency) εκτιμά ότι η απασχόληση στη βιομηχανία της ηλιακής ενέργειας αυξήθηκε, ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό αύξησης της οικονομίας των ΗΠΑ για το έτος 2016 (Business Insider, 2017b και Business Insider, 2017c  και IRENA, 2017).

Η μετακίνηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος των ΗΠΑ μακριά από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δημιουργεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για χώρες όπως η Κίνα, η οποία επενδύει 360 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ σε καθαρή ενέργεια έως το έτος 2020. Οι επενδύσεις αυτές αναμένεται να δημιουργήσουν 13 εκατομμύρια θέσεις εργασίας (Think Progress, 2017b και New York, 2017).


Αντιδράσεις μετά την ανακοίνωση

Η Συμφωνία του Παρισιού παραμένει ιστορική συμφωνία, καθώς έχει υπογραφεί από 195 Μέλη (τώρα 194, αφαιρώντας από το σύνολο τις ΗΠΑ) και έχει επικυρωθεί από 146 χώρες και την Ε.Ε. Επίσης, δεν τίθεται θέμα επαναδιαπραγμάτευσής της κατά απαίτηση ενός μόνο Μέλους (UNFCCC, 2017a - UNFCCC, 2017b - NBCnews, 2017). Ταυτόχρονα με την ανακοίνωση της 1ης Ιουνίου σχετικά με την αποχώρηση, Κίνα και Ε.Ε. επιβεβαίωσαν ότι παραμένουν στη συμφωνία και ότι διαφαίνεται η εκπλήρωση των στόχων τους (NBCnews, 2017 και E3G, 2017).

Ακολούθησε, στις 5 Ιουνίου 2017, η υποβολή από τον ειδικό απεσταλμένο του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για τις πόλεις και την κλιματική αλλαγή, Μάικ Μπλούμπεργκ (Mike Bloomberg, the United Nations Secretary-General’s Special Envoy for Cities and Climate Change) της δήλωσης/διακήρυξης ενότητας με τίτλο: "Είμαστε ακόμα μέσα (We Are Still In)" (Bloomberg Philanthropies, 2017). Πρώτη φορά συντάσσεται τέτοια διακήρυξη από εκατοντάδες δήμαρχους, κυβερνήτες, γενικούς εισαγγελείς, διευθύνοντες συμβούλους και άλλους, που δηλώνουν τη δέσμευσή τους να επιτύχουν και τελικά να ξεπεράσουν τη δέσμευση της Αμερικής ως προς τη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή. Η  δήλωση παρουσιάστηκε με επιστολή, που απευθυνόταν και στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ κ. Αντόνιο Γκουτέρς και στην Εκτελεστική Γραμματέα της Σύμβασης-Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (United Nations Framework Convention on Climate Change (UNFCCC)) κα. Πατρίτσια Εσπινόζα (UN Secretary General Antonio Guterres and the UNFCCC Executive Secretary Patricia Espinosa) (Bloomberg Philanthropies, 2017).

Το Bloomberg ανακοίνωσε επίσης την πρόθεσή του να συνεργαστεί με αυτούς τους ενδιαφερόμενους φορείς, κατά τους προσεχείς μήνες, ώστε να ποσοτικοποιήσει επίσημα τις συνολικές κλιματικές ενέργειες αυτών των τομέων και να υποβάλει έκθεση στον ΟΗΕ με τίτλο: «Δέσμευση της Αμερικής» ("America’s Pledge"), στα πλαίσια και στις απαιτήσεις της συμφωνίας του Παρισιού. Η έκθεση αυτή θα έχει το χαρακτήρα της «Εθνικά Προσδιορισμένης Συνεισφοράς», αλλά θα βασίζεται στην καταγραφή των προσπαθειών των πόλεων, πολιτειών, επιχειρήσεων και άλλων παραγόντων των ΗΠΑ. Η «Δέσμευση της Αμερικής» στοχεύει να συγκεντρώσει τις κλιματικές ενέργειες των ΗΠΑ, βασιζόμενες στο Παγκόσμιο Σύμφωνο των Δημάρχων για το Κλίμα και την Ενέργεια, μία πρωτοβουλία υπό την αιγίδα του Bloomberg και του Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Μάρκος Σέφκοβιτς (Maroš Šefčovič), για διαφανή και υπεύθυνη παρακολούθηση των δεσμεύσεων για το κλίμα σε περισσότερες από 7400 πόλεις παγκοσμίως (Bloomberg Philanthropies, 2017).

Ακολούθησε στις 6 Ιουνίου 2017, η ανακοίνωση ότι η κυβέρνηση της Καλιφόρνιας και το υπουργείο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κίνας θα συνεργαστούν για την ανάπτυξη τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, για την εμπορία εκπομπών και ότι θα διερευνήσουν άλλες εμπορικές και επενδυτικές ευκαιρίες, που είναι «θετικές για το κλίμα» (UNFCCC, 2017c).

Οι συζητήσεις και οι αντιδράσεις θα εντατικοποιηθούν περισσότερο κατά τους επόμενους μήνες, μέχρι τη συνάντηση των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, που θα πραγματοποιηθεί στις 6-17 Νοεμβρίου 2017, στην Βόννη της Γερμανίας, υπό την προεδρία της κυβέρνηση των νησιών Φίτζι (UNFCCC, 2017d).

 


Βιβλιογραφία:

 

www.YouGoCulture.com

Online διαδραστική πλατφόρμα προβολής του πολιτισμού των Ελλήνων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μπες στο www.act4Greece.gr Επίλεξε τη ∆ράση YOU GO CULTURE

Κάνε τη δωρεά σου με ένα κλικ στο

ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΩ

ή με απ’ ευθείας κατάθεση ή μέσω internet, phone και mobile banking.

Πρόγραμμα Crowdfunding

Συνεντεύξεις

Συνεντεύξεις: