Η ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΑΝΕΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η μακροχρόνια ανεργία αφορά κυρίως στους ανθρώπους που είναι άνεργοι για 12 μήνες ή περισσότερο. Όταν σε μια αγορά εργασίας παρατηρούνται υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας, αυτό σημαίνει ότι η αγορά λειτουργεί αναποτελεσματικά. Τα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας είναι γενικά χαμηλότερα σε χώρες οι οποίες έχουν επιτύχει υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, ενώ επίσης μπορούν να είναι χαμηλά και κατά την έναρξη μιας οικονομικής ύφεσης λόγω της εισόδου νέων ανέργων κατά την έναρξη μιας κρίσης -οι οποίοι δε θεωρούνται ακόμη μακροχρόνια άνεργοι.

Το Διάγραμμα 1 παρουσιάζει τη μεταβολή του συνολικού αριθμού ανέργων και του αριθμού των μακροχρόνια ανέργων από το 2008 έως το 2012.

Διάγραμμα 1. Μεταβολή αριθμού ανέργων και αριθμού μακροχρόνια ανέργων: 2008-2012 (%).

Πηγή: Eurostat (lfsa_ugad database).

Είναι σαφές ότι ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων ως ποσοστό του συνολικού αριθμού των ανέργων έχει επιδεινωθεί σημαντικά από το 2008 έως το 2012 στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης. Εξαίρεση αποτελεί η Γερμανία, στην οποία κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται μείωση και όλων των μεγεθών που αφορούν στην ανεργία. Η αύξηση του αριθμού των μακροχρόνια ανέργων, κατά την περίοδο 2008-2012, ξεπερνάει το 200% στις περιπτώσεις της Κύπρου (1014,3%), Ισπανίας (455,1%), Ιρλανδίας (431,1%), Ελλάδας (297,6%) και Εσθονίας (233,6%). Αντίστοιχα, όσον αφορά στο μέγεθος του συνολικού αριθμού των ανέργων, κατά την περίοδο αυτή, η μεταβολή είναι μεγαλύτερη από 200% στις περιπτώσεις της Κύπρου (257,9%) και της Ελλάδας (218,4%).

Μάλιστα, περισσότερο πρόσφατα στοιχεία από τον OECD (Scarpeta 2013), για το δεύτερο τρίμηνο του 2013, αναφέρουν ότι περίπου ένας στους τρεις ανέργους (35,3% των ανέργων που αντιστοιχεί σε 17 εκατομ. ανθρώπους) στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν εκτός εργασίας για περισσότερο από 12 μήνες. Μάλιστα αναφέρεται ότι αυτό είναι το υψηλότερο επίπεδο από την αρχή της κρίσης (4ο τρίμηνο του 2007), όταν η μακροχρόνια ανεργία ανήλθε σε 27%. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά οι χώρες με υψηλά επίπεδα μακροχρόνια ανέργων (ως ποσοστό του συνόλου των ανέργων) είναι οι: Βέλγιο (46,3%), Εσθονία (48,5%), Ελλάδα (65,5%), Ουγγαρία (47,1%), Ιρλανδία (59,0%), Ιταλία (56,4%), Πολωνία (42,1%), Πορτογαλία (56,1%), Σλοβακία (70,7%), Σλοβενία (49,6%) και Ισπανία (49,3%). Επιπρόσθετα, αν και ο δείκτης της ανεργίας στις 34 χώρες του ΟΟΣΑ φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί περίπου στο 8%, το ποσοστό των χωρών που βρίσκονται εκτός εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνεχίζει να αυξάνεται. Αυτό αποτελεί ανησυχία για τους φορείς χάραξης πολιτικής, καθώς οι περισσότερες έρευνες υποδηλώνουν ότι όσο περισσότερο ένας άνθρωπος βρίσκεται εκτός εργασίας, τόσο περισσότερο επιδεινώνονται οι δεξιότητές του, και τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βρει δουλειά στο μέλλον.

Μια πολύ σημαντική παρατήρηση σχετικά με τα παραπάνω μεγέθη αφορά στο γεγονός ότι οι μεταβολές που παρουσιάζονται δεν αποτελούν την ουσία του προβλήματος. Μεγάλη σημασία έχει ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων που έχει δημιουργηθεί σε σχέση με το εργατικό δυναμικό της χώρας (Διάγραμμα 2).

Διάγραμμα 2. Μακροχρόνια ανεργία ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού.

Πηγή: Eurostat (lfsa_ugad, lfsi_emp_a).

Με βάση το μέγεθος αυτό, το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Ευρωζώνη συναντάται στις περιπτώσεις της Ελλάδας και της Ισπανίας, στις οποίες η μακροχρόνια ανεργία ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού από 3,69% και 2,03% το 2008, ανήλθε σε 14,51% και 11,19% αντίστοιχα.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας είναι περισσότερο προβληματική για την Ελλάδα και την Ισπανία, και λιγότερο για την Κύπρο, παρά την πραγματικά μεγάλη έκρηξη της μακροχρόνιας ανεργίας στην Κύπρο (Διάγραμμα 1). Αιτία για αυτό είναι τα απόλυτα μεγέθη του αριθμού των μακροχρόνια ανέργων που, ενώ για την Κύπρο το 2012 ήταν 51,9 χιλιάδες άτομα, για την Ελλάδα ήταν 1.201,1 χιλιάδες άτομα και για την Ισπανία 5.762,6 χιλιάδες άτομα. Ο σημαντικά χαμηλότερος αριθμός μακροχρόνια ανέργων στην Κύπρο μπορεί να βρει ευκολότερα διαφυγή για αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό σε σχέση με τον 23 φορές μεγαλύτερο μακροχρόνια άνεργο πληθυσμό της Ελλάδας και τον 111 φορές μεγαλύτερο μακροχρόνια άνεργο πληθυσμό της Ισπανίας.

Σημειωτέον ότι η Ελλάδα παρουσίαζε ένα υψηλό ποσοστό μακροχρόνια ανέργων ακόμη και κατά την περίοδο πριν την κρίση (50% του συνόλου της ανεργίας το 2007), κάτι που αποτελεί ένδειξη του ότι διαρθρωτικά προβλήματα υπήρχαν και τότε. Όπως είχαμε συμπεράνει και στην ανάρτηση με τίτλο «Διαρθρωτική και Κυκλική Ανεργία στην Ελλάδα» θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε, ότι για το σύνολο της περιόδου 2009-2012 το σύνολο της μεταβολής της ανεργίας οφείλεται κατά περίπου 28% σε κυκλική ανεργία και κατά περίπου 72% σε διαρθρωτική ανεργία. Τα παραπάνω ευρήματα σημαίνουν επίσης -σε πολιτικούς όρους- ότι δεν υπάρχουν εύκολες και γρήγορες λύσεις για την ανεργία. Η κρίση επέφερε βαριά πλήγματα στον όποιο παραγωγικό ιστό που επικρατούσε, ο οποίος δεν μπορεί να αναταχθεί με παραδοσιακές Κεϋνσιανού τύπου λύσεις.