ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ

Φαίνεται ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, συνεχίζει να παρουσιάζει πλεόνασμα, με αποτέλεσμα για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες (ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών) προβλέπεται το 2013 να διαμορφωθεί σε πλεόνασμα ύψους περίπου 1% του ΑΕΠ. Έτσι λοιπόν, αναμένεται η εξάλειψη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κάτι που σε συνδυασμό με το πρωτογενές πλεόνασμα που επετεύχθη στον κρατικό προϋπολογισμό το 2013 (0,4% του ΑΕΠ) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα δυο αίτια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, δηλαδή τα μεγάλα δίδυμα ελλείμματα στον προϋπολογισμό και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, έχουν προς το παρόν εξαλειφθεί.

Ωστόσο, βασικός άξονας του οικονομικού προγράμματος προσαρμογής αποτέλεσε η αντιμετώπιση του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Η εσωτερική υποτίμηση που επιχειρήθηκε είχε ως προσδοκώμενο αποτέλεσμα -μεταξύ άλλων- την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και άρα την αύξηση των εξαγωγών. Ταυτόχρονα το πρόγραμμα εμμένει στη λογική ότι το αναπτυξιακό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας αντιμετωπίζεται με τη συρρίκνωση του κόστους του συντελεστή εργασίας, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν ακόμα αρκετοί παράγοντες: το κόστος κεφαλαίου, που είναι και παραμένει πολύ υψηλό, τα κόστη λειτουργίας της οικονομίας (transaction costs), που είναι και παραμένουν επίσης πολύ υψηλά, το ενεργειακό κόστος, κλπ.

Από την εφαρμογή της πολιτικής αυτής παρατηρείται το εξής «Ελληνικό παράδοξο»: ενώ η προσπάθεια εσωτερικής υποτίμησης φαινομενικά πέτυχε το στόχο της, καθώς το μοναδιαίο κόστος εργασίας μειώθηκε, εντούτοις η εξαγωγική επίδοση είναι χαμηλή. Όπως αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 1, παρά τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας στο χρονικό διάστημα από την έναρξη της κρίσης έως σήμερα (Α τρίμηνο 2008-Β τρίμηνο 2013) σε σχέση με το διάστημα από το 2000 έως το τέλος του 2007, η επίδοση των εξαγωγών όχι μόνο δε βελτιώθηκε αλλά τα στοιχεία μαρτυρούν το αντίθετο.    

Διάγραμμα 1. Μοναδιαίο κόστος εργασίας και εξαγωγές πριν και μετά το 2008.

Πηγή: Bruegel (23/12/2013).

Σημείωση: Το επίπεδο ανταγωνιστικότητας αφορά στο δείκτη Πραγματικής Αποτελεσματικής Συναλλαγματικής Ισοτιμίας  με βάση το Μοναδιαίο Κόστος Εργασίας (REER-ULC). Ο δείκτης αυτός μετρά αντίθετα. Όσο αυξάνεται τόσο μειώνεται το επίπεδο ανταγωνιστικότητας και το αντίθετο.

Έτσι η προσπάθεια εσωτερικής υποτίμησης που συντελέστηκε δεν έχει αποδώσει ακόμα τα αναμενόμενα. Παράλληλα, όπως αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 2, η εξέλιξη των ελληνικών εξαγωγών αναπτύχθηκε το χρονικό διάστημα 2002-2008 υπό την επίδραση της ζήτησης για εισαγωγές των εμπορικών εταίρων της ελληνικής οικονομίας. Από το 2009 όμως η σχέση αυτή κλονίζεται, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ελληνική εξαγωγική ικανότητα επηρεάστηκε αρνητικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της κρίσης (Bruegel 2013).

Tο έτος 2013 οι εξαγωγές παραμένουν σχεδόν στάσιμες σε σχέση με το 2012 (ΕΛ.ΣΤΑΤ. 7/2/2014). Μεταξύ των ετών 2008 και 2012, οι μεγαλύτερες μειώσεις εξαγωγών παρατηρούνται στα διάφορα βιομηχανικά είδη (31,75%), στα μηχανήματα και το υλικό μεταφορών (17,26%), στα ορυκτά, καύσιμα, λιπαντικά, κλπ. (15,80%). Αντιθέτως οι μεγαλύτερες αυξήσεις εξαγωγών αφορούν στα λάδια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης (16,98%), στα τρόφιμα και ζώα (8,81%) και στα χημικά προϊόντα και συναφή (6,28%). Σημαντική είναι η βελτίωση στις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας (από 128η θέση στην 16η θέση στην κατάταξη των πλέον εξαγώγιμων προϊόντων), στα απορρίμματα και θραύσματα μη σιδηρούχων κοινών μετάλλων (από την 66η θέση στην 25η θέση στην κατάταξη), στο βαμβάκι (από την 20η θέση στην 6η θέση) και στο τυρί και πηγμένο γάλα για τυρί (από την 25η στην 15η θέση). Συνεπώς, μεταξύ των ετών 2008 και 2012 εξάγονται περισσότερο προϊόντα που βρίσκονται σε χαμηλότερη βαθμίδα στην ιεραρχία του περιεχομένου σε προστιθέμενη αξία (όπως είναι αγροτικά προϊόντα και πρώτες ύλες).

Διάγραμμα 2. Το Ελληνικό Παράδοξο.

Πηγή: Bruegel (23/12/2013).

Οι ακαθάριστες εξαγωγές ενδέχεται να υπερεκτιμούν το βαθμό ανταγωνιστικότητας των οικονομιών καθώς αυτές εξαρτώνται άμεσα από τα ενδιάμεσα εισαγόμενα προϊόντα. Το εμπόριο ενδιάμεσων αγαθών αντιπροσωπεύει περίπου τα δύο τρίτα του διεθνούς εμπορίου. Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι οι συμβατικές μετρήσεις των ακαθάριστων εμπορικών συναλλαγών λαμβάνουν υπόψη την ακαθάριστη αξία των προϊόντων σε συναλλαγή (added value chain), και όχι την καθαρή τους αξία, με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε μια διαστρεβλωμένη εικόνα του παγκοσμίου εμπορίου. Αυτή η «διπλή καταμέτρηση» σημαίνει ότι οι συμβατικές μετρήσεις υπερεκτιμούν την εγχώρια προστιθέμενη αξία των εξαγωγών. Μέσω μιας ανάλυσης εισροών – εκροών για τις χώρες της G7 προκύπτει ότι η περιεκτικότητα των εξαγωγών σε εισαγωγές είναι 20%-30% και αυξάνεται διαχρονικά (Johnson and Noguera 2012). Η αντίστοιχη μέτρηση για χώρες που δίνουν μεγάλη έμφαση στις εμπορικές συναλλαγές (όπως η Κίνα) είναι της τάξης του 50% (Koopman et al. 2008). Ο κατακερματισμός της παραγωγής συνεπάγεται και τον κατακερματισμό της προστιθέμενης αξίας που δημιουργείται σε κάθε στάδιο (Διάγραμμα 3). Δηλαδή, μέρος του παραγόμενου προϊόντος δε συνεισφέρει στη διαμόρφωση του ΑΕΠ της χώρας. Η μετεγκατάσταση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων από τη μία χώρα στην άλλη επηρεάζει σε γενικές γραμμές τις μικρότερες οικονομίες, καθώς στην προσπάθειά τους να μειώσουν το κόστος, αναζητούν παραγωγικούς συντελεστές με χαμηλές σχετικές τιμές.

Διάγραμμα 3. Η σύνθεση της Προστιθέμενης Αξίας στη μεταποίηση (2011).

Πηγή: European Competitiveness Report (2013).

Όπως έχουμε επισημάνει σε παλαιότερο σημείωμα (βλ. Το Επίμονο Λάθος, ο Χρόνος και το Ηθικό Κύρος) η πολιτική που ακολουθείται στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από τρία σημαντικά λάθη:

α) Τη σχέση μισθών και ανταγωνιστικότητας. Την πεποίθηση δηλαδή ότι, εάν μειωθούν οι μισθοί, θα βελτιωθεί άμεσα και δραστικά η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

β) Την πεποίθηση ότι ο χρόνος που απαιτείται για να επενεργήσει η αλληλουχία των προκαλούμενων γεγονότων είναι μηδενικός. Με άλλα λόγια την πεποίθηση ότι αρκεί π.χ. μια μείωση των μισθών για να λυθεί αυτομάτως (χωρίς χρονική υστέρηση) το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας. Το ίδιο λάθος κάνει και η αντίθετη πλευρά που πρεσβεύει π.χ. ότι εάν γυρίσουμε σε ένα εθνικό νόμισμα όλα θα λυθούν αυτόματα. Όμως είναι βέβαιο ότι αυτό συνεπάγεται μια πενταετία απίστευτης αναταραχής, απλώς και μόνο από το γεγονός της μεταβολής του νομίσματος ανεξαρτήτως εάν αυτό είναι θετικό ή όχι για την ελληνική οικονομία.

γ) Την απώλεια ηθικού κύρους, καθώς ουδέποτε υπήρξε ουσιαστική κοινωνική αποδοχή και συμμετοχή.

Έτσι τελικά το Ελληνικό εξαγωγικό παράδοξο δεν είναι καθόλου παράδοξο. Τι περιμέναμε; Επειδή μειώσαμε το εργατικό κόστος μας, θα μετατρεπόταν αυτομάτως η οικονομία από οικονομία κατανάλωσης σε οικονομία επενδύσεων και εξαγωγών, χωρίς τη μεσολάβηση χρονικής υστέρησης; Οι επιχειρηματίες, μόνο με την παρακίνηση από τη μείωση του εργατικού κόστους θα οραματίζονταν τις νέες εξαγωγικές επιχειρηματικές ευκαιρίες, θα εύρισκαν τους πόρους να τις υλοποιήσουν και σήμερα θα απολαμβάναμε μια σημαντική ανάκαμψη; Στην πραγματικότητα, για να γίνουν όλα αυτά απαιτούνται χρόνια. Και επειδή απαιτούν πολύ χρόνο, αν μη τι άλλο, έχουν κίνδυνο μη υλοποίησης.

Παρόλα αυτά η εσωτερική υποτίμηση φαίνεται ότι είχε τουλάχιστον έναν μεγάλο ωφελημένο στην ελληνική οικονομία: Τον τουριστικό τομέα ο οποίος με την υποστήριξη της γενικότερης γεωπολιτικής αστάθειας στην περιοχή ευνοήθηκε αρκετά.

Το Διάγραμμα 4 παρουσιάζει τις ταξιδιωτικές εισπράξεις και τον αριθμό των εισερχομένων τουριστών κατά την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου κάθε έτους.

Διάγραμμα 4. Ταξιδιωτικές εισπράξεις και εισερχόμενοι ταξιδιώτες (2011-2013).

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος - Εξελίξεις στο Ταξιδιωτικό Ισοζύγιο Πληρωμών – Νοέμβριος 2013 (28/1/2014).

Σημείωση: Τα στοιχεία για το κάθε έτος αφορούν στην περίοδο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου.

Tην περίοδο Ιανουαρίου - Νοεμβρίου 2013 σημειώνεται αύξηση κατά 14,9% στις ταξιδιωτικές εισπράξεις και αύξηση κατά 15,3% της εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2012.

Υπό το φως των διαπιστώσεων αυτών βλέπει κανείς ότι η κοινωνικά εξαιρετικά επώδυνη εσωτερική υποτίμηση, στο βαθμό που είχε στόχο την αναδιοργάνωση της οικονομίας για τη δημιουργία ενός διατηρήσιμου αναπτυξιακού εξαγωγικού μοντέλου, δε φαίνεται (τουλάχιστον ακόμα) να επιβεβαιώνεται. Παρόλα αυτά σε επί μέρους τομείς όπως ο τουριστικός επισημαίνονται θετικές επιδράσεις που είναι ιδιαίτερα αισθητές.

* Κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στο InDeep Analysis εκφράζει και βαραίνει αποκλειστικά τον συντάκτη του. Οι αναλύσεις που δημοσιεύονται δεν συνιστούν συμβουλές για οποιουδήποτε είδους δραστηριότητα. Το InDeep Analysis δεν δεσμεύεται από τις πληροφορίες, τις απόψεις και τις αναλύσεις που δημοσιεύονται στην ψηφιακή πλατφόρμα του, και δεν φέρει απολύτως καμία ευθύνη για αυτές.